Για το βιβλίο του Θωμά Τσαλαπάτη «Ανοχύρωτη Πόλη: Η Κυψέλη, η Αθήνα και ο Κόσμος», εκδόσεις Εκάτη, 2021

 

Στην Αγορά της Κυψέλης, εκεί που κάποτε λειτουργούσε μια κατάληψη ζωντανή, ανοιχτή, με ανησυχίες και δράσεις, παρουσιάστηκε το βιβλίο του Θωμά Τσαλαπάτη «Ανοχύρωτη Πόλη: Η Κυψέλη, η Αθήνα και ο Κόσμος» (εκδόσεις Εκάτη). Ένα βιβλίο αφιερωμένο στην «Εποχή», με κείμενα επιλεγμένα από την «Εποχή» και την «Εφημερίδα των Συντακτών». Οι ομιλίες του Αδάμ Γιαννίκου και Γιάννη Μανιάτη παρουσίασαν το ψηφιδωτό συναισθημάτων, εικόνων και ιδεών που αναβλύζουν από το βιβλίο. Εγώ δεν θα σταθώ στο βιβλίο. Απευθύνομαι σε εσένα, Θωμά.

Η παρουσίαση του βιβλίου σου έγινε κάτω από τα σφυροδρέπανα που ανακάλυψε ο Κώστας Τσαλαπάτης, πατέρας σου αλλά και συν-καταληψίας στην Αγορά της Κυψέλης, μια ανακάλυψη που την έσωσε από το γκρέμισμα, χαρίζοντας μας έξι χρόνια δημοκρατίας, δημιουργίας, αλληλεγγύης, συνδιαχείρισης. Η Αγορά ήταν η αρχή της γνωριμίας σου με την «Εποχή». Ήρθες στα γραφεία με τον Παναγιώτη, άλλος ένας συν-καταληψίας που λείπει και μας λείπει, ξεκίνησες να γράφεις και έκτοτε δεν έλειψες ποτέ. Με τα κείμενά σου μάς περπάτησες στην Κυψέλη και σε όλη την Αθήνα. Η μαγεία των κειμένων σου δεν είναι, όμως, αυτή. Τα κείμενά σου ήταν και παραμένουν πολιτική παρέμβαση. Έχεις το ένστικτο να ακούς την πόλη, τους θορύβους της, τους κατοίκους της. Να βλέπεις την ασχήμια της και να αναδεικνύεις την ομορφιά της. Να καταλαβαίνεις το κίνημα και να σε παρασύρει η ροή του. Θυμάσαι, Θωμά, τη νύχτα της 6ης Δεκέμβρη 2008 ήμασταν στην Αγορά. Ξεχυθήκαμε στους δρόμους και μείναμε εκεί για χρόνια. Και εσύ έγραφες ασταμάτητα· για τη βία, την ελπίδα, τη συντροφικότητα, την αλληλεγγύη, το διεθνισμό, την αριστερά, την πολυπολιτισμικότητα. Μεγαλώσαμε μέσα από τα χρονογραφήματά σου, ωρίμασες εσύ και η γραφή σου. Είμαι τόσο συγκινημένη Θωμά, που σε είδα κάτω από το σφυροδρέπανο να μιλάς για την πόλη, για τη βάρδια της Παρασκευής στην Αγορά, για τη δεκαετία της κρίσης, της οργής και της αμφισβήτησης. Με σημαντικότερο θεατή σου –αν και όχι τόσο προσηλωμένο– τον Κωστή, με ένα καρό πουκάμισο και παπιγιόν. Έτοιμος να τον παρασύρει η Κυψέλη, η πόλη, ο κόσμος. 

 

Ιωάννα Δρόσου

 

* * *

 

Με τον Θωμά Τσαλαπάτη είμαστε φίλοι, μεγαλώσαμε στην ίδια γειτονιά, συναντηθήκαμε ενήλικες στην ίδια πόλη. Υπάρχουν κι άλλα κοινά που μοιραζόμαστε, απ’ τα οποία ομορφότερο και πληρέστερο βρίσκω το ότι είμαστε μπαμπάδες δύο Κωστήδων, που γεννήθηκαν κι αυτοί και μεγαλώνουν στην Κυψέλη. Έχω να το λέω ένα περιστατικό όπου ήταν ο δικός μου ο Κωστής τριών ετών και είχε αρχίσει να καταλαβαίνει ποιοι είναι οι φίλοι (πέραν από τους συγγενείς), είχε προσφάτως γνωρίσει τον Θωμά και την Νικόλ και τα παιδιά τού είχαν κάνει εντύπωση. Και ήταν ο μικρός στο μπαλκόνι κάποια από εκείνες τις μέρες και είπε κοιτώντας προς την ανοιχτωσιά: «ο Θωμάς και η Νικόλ βρίσκονται κάπου σε αυτήν την πόλη!»

Ομολογώ ότι μου έκανε εντύπωση αυτή η σύνδεση στο νηπιακό μυαλό δύο οικείων μορφών με την αντίληψη της πόλης –ονομαστικά της πόλης– ως ενός ευρύτερου χώρου πέραν της εστίας. Λέω, λοιπόν, καταρχάς ότι η συλλογή αυτή κειμένων του Θωμά Τσαλαπάτη δεν είναι επ’ ουδενί παιδικό βιβλίο. Μπορεί, όμως, κανείς να ανιχνεύσει ή να μαντέψει την απαρχή της στο παιδικό άνθισμα· σ’ αυτό που λένε οι ψυχολόγοι ότι είναι το στάδιο συγκρότησης της προσωπικότητάς μας, κάπου χαμένο στις πρώτες μνήμες που έχουν διασωθεί από την παιδική ηλικία, προτού η καλλιέργεια της συναισθηματικής νοημοσύνης με όρους ενήλικων κανόνων συναντήσει τον γνωστικό ανταγωνισμό.

Και δεν θεωρώ τυχαίο ότι η συλλογή των κειμένων ξεκινά από μια πρωτοχρονιάτικη επίσκεψη στο κουρείο – ο πατέρας πάει τον γιο στον μπαρμπέρη, μια ιεροτελεστία γνωριμίας του νεοσσού με τον κόσμο των μεγάλων. Και καταλαβαίνεις εσύ ότι με λογοτεχνική μαεστρία σ’ αυτό το μικρό άρθρο ο Θωμάς παραθέτει τρεις γενιές τσαλαπάτηδων. Και καταφέρνει εκείνος να ανασύρει από τα βάθη της παιδικής ηλικίας ξεχασμένους πρώιμους ήχους, όπως αυτός του ψαλιδιού που ανοιγοκλείνει. Και δεν μπορείς εσύ να μην σχολιάσεις την εισαγωγή της λέξης «καλλιτέχνης» ως προβολής (αν μη τι άλλο ένα μπαρμπέρικο είναι ο ορισμός του ειδώλου στον καθρέφτη)· και την εισαγωγή της λέξης «χρόνος», με τη βασική του ιδιότητα, «να επιμένει, να μην σταματά και να σαρώνει τα πάντα στο πέρασμά του».

Όπως το αντιλαμβάνομαι, ο Θωμάς γράφει περισσότερο για τον χώρο απ’ ό,τι για τον χρόνο, αλλά όταν πιάνει τον χρόνο δεν του χαρίζεται. Κάπου γράφει ότι η Αθήνα είναι η πρωτεύουσα των σταματημένων ρολογιών. Τι θέλει να πει ο ποιητής; Συλλαμβάνει αυτό που, ιδίως όσοι έχουμε μια παραπάνω ενασχόληση με τα κοινά και την πολιτική, αργούμε να καταλάβουμε, αλλά συνιστά κρίσιμο μέγεθος για την κατανόηση του κόσμου εκ μέρους μας: δεν ζούμε όλοι στον ίδιο χρόνο που λένε τα ημερολόγια και τα ρολόγια. Αλλά, είμαστε αναγκασμένοι να συναντιόμαστε σ’ αυτόν τον χρόνο.

Σ’ αυτά τα χρονογραφήματα, που είναι τόποι συνάντησης, μάς επιδεικνύεται ένας τρόπος εξοικείωσης του ανθρώπου, του ανήσυχου ανθρώπου, με το περιβάλλον του, το αστικό κατά βάση περιβάλλον. Δεν είναι ανώδυνη αυτή η εξοικείωση κι εν τέλει να μην ολοκληρώνεται ποτέ ως συμφιλίωση. Εικάζω ότι η εξοικείωση του ανθρώπου με το περιβάλλον του –αυτή που ξεκινά απ’ όταν είμαστε παιδιά και φτάνει στο σήμερα– είναι μια διαδικασία που υπακούει σε απλούς κανόνες. Αλλά, συμβαίνει σε πολλαπλά επίπεδα, διαστέλλεται σε ανύποπτους χρόνους και, εν τέλει, επιβεβαιώνεται αρκετά αφότου έχει καταστεί καθημερινή συνήθεια. Είναι, λοιπόν, η καθημερινή συνήθεια του Θωμά να γράφει που γίνεται μέσο για εμάς να εξοικειωνόμαστε με αυτό που συμβαίνει γύρω μας, αλλά δεν το μορφοποιούμε, δεν το κανονίζουμε, το προσπερνάμε. Ο δικός του χρόνος μεταφράζεται σε δικό μας χώρο.

Ο Τσαλαπάτης, προς το τέλος της συλλογής, μορφοποιεί και δίνει χώρο σε μια πολιτική αντίληψη για τον κόσμο, τον ευρύτερο κόσμο, εκείνον τον κόσμο κάπου εκεί έξω, όπου ως ενήλικας αναζητά πλέον τα δικά του σημεία αναφοράς και οικειότητας. Για να φτάσει εκεί έχει ουσιαστικά σταχυολογήσει μια πρωτόλεια θεωρία για την πόλη Αθήνα, όπου παραδείγματος χάρη «είναι αυτή η πόλη αδιάβροχη στη σιωπή», και μια αντίστοιχη θεωρία για τους κατοίκους της: «Αθηναίος είναι αυτός που έρχεται μονίμως από παντού».  Κάπως έτσι, χώρος και χρόνος σ’ αυτά τα κείμενα ορίζουν την ανάγκη ο συναισθηματικός μας κόσμος να εισπνέει  τις ιδέες, σκέψεις, συλλογισμούς που  εκπνέει ο υλικός κόσμος της πόλης – είτε όμορφος, είτε άσχημος, είτε άμορφος.

Επιστέγασμα αυτής της ζωντάνιας –θα πω εγώ ότι– είναι τελικά το φως ως μέτρο της ανθρώπινης συνθήκης. Γιατί, εν τέλει, όλα αυτά, που αν κοντοσταθεί ένας τώρα στην είσοδο της Δημοτικής Αγοράς Κυψέλης και τα ακούσει ξώφαλτσα· όλες αυτές οι ιστορίες, τα κείμενα, οι λέξεις και οι εικόνες· όλες αυτές οι συναντήσεις του χώρου και του χρόνου, στο πεδίο της υπερδεκαετούς κρίσης εντός κι εκτός τειχών, εντός κι εκτός Κυψέλης, πάντα μέσα σε μια αγορά μικρή ή μεγάλη· όλα αυτά τελικά κατάλαβα –όχι χωρίς να αιφνιδιαστώ– ότι καταλήγουν σε μια μάχη: φως-σκοτάδι. Είναι, τελικά, η πολιορκία του σκοταδιού (με όλες τις δυνατές της εννοιολογήσεις και αλληγορίες) συν την ανάγνωση του φωτός ως αρχιτεκτονικού υλικού (ως αναγνωριστικού της αστικής καθημερινότητας), είναι το άκτιστο σκοτάδι ή/και το κτιστό φως, είναι αυτό το διαλεκτικό σχήμα θέσης-αντίθεσης-σύνθεσης, που καθιστά την Αθήνα ανοχύρωτη πόλη: ο τίτλος.

Και σε μια πόλη ανοχύρωτη, υπό πολιορκία και εάλω είναι να απορεί κανείς: προσαρμόζονται οι άνθρωποι στην πόλη ή η πόλη στους ανθρώπους; Μπορεί να είναι κάτι μια πόλη πέραν από τους ανθρώπους της; Θα μπορούσαν αυτά να είχαν γραφεί για άλλη γειτονιά, για άλλη πόλη, για μια άλλη εποχή. Εικάζω ότι αυτό θα είναι μια νέα γενιά άρθρων Τσαλαπάτη, όχι μπαμπά νηπίου αλλά πατέρα εφήβου. Με λίγες ρυτίδες παραπάνω… γιατί, Θωμά, όταν μας λούζει το φως, κάνουμε τις καλύτερες γκριμάτσες, δείχνουμε το πιο αληθινό μας πρόσωπο.

 

Αδάμ Γιαννίκος

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet