Η κλιματική αλλαγή είναι δραματικά παρούσα. Ο καύσωνας στη Βόρεια Αμερική (Βανκούβερ, Σιάτλ, Πόρτλαντ κ.α.) που άγγιξε μέχρι και τους 49,6 βαθμούς Κελσίου το επιβεβαιώνει πλήρως καθώς οι μέσες θερμοκρασίες σε αυτές τις πόλεις για την περίοδο αυτή ήταν σταθερά 15-20 βαθμοί Κελσίου. Παρά το γεγονός ότι οι σημαντικοί διεθνείς επιστημονικοί φορείς (WMO, IPCC, EEA κλπ) κάνουν λόγο για την ανάγκη κατεπείγουσας λήψης μέτρων μετριασμού και προσαρμογής, η παγκόσμια πολιτική ελίτ –με διαφοροποιήσεις βέβαια– δεν στέκεται στο ύψος των περιστάσεων. Ενώ όλοι αναγνωρίζουν την ανάγκη λήψης τέτοιων μέτρων, στην πράξη οι σχετικές δράσεις των κυβερνήσεων καρκινοβατούν, τη στιγμή μάλιστα που αυξάνονται συνεχώς οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου (ΑτΘ). Από την πλευρά της κοινωνίας, οι πολίτες και οι ΜΚΟ σε πλανητική κλίμακα επιμένουν αδιάλλειπτα ότι επειδή εισήλθαμε σε κατάσταση έκτακτης κλιματικής ανάγκης θα πρέπει τα μέτρα αντιμετώπισης να ληφθούν από σήμερα με διαρκώς εντεινόμενους ρυθμούς, ώστε να καταστεί εφικτός ό στόχος (στην ΕΕ) της μείωσης των εκπομπών ΑτΘ κατά 55% σε σχέση με τα επίπεδα του 1990.

 

Εν προκειμένω, λοιπόν, τίθενται δύο ζητήματα. Πρώτον, το επίπεδο της φιλοδοξίας των στόχων και δεύτερον, ο χρόνος υλοποίησης. Και στα δύο αυτά ζητήματα διαμορφώνεται ένα δίπολο στου οποίου τη μία πλευρά βρίσκονται οι δυνάμεις που δεν θέτουν φιλόδοξους στόχους ή τους θέτουν μεν αλλά τους υπονομεύουν. Αυτές οι δυνάμεις σε πολιτικό επίπεδο είναι η δεξιά και τμήματα της σοσιαλδημοκρατίας. Στην άλλη πλευρά βρίσκονται οι δυνάμεις που κινούνται στην αντίθετη κατεύθυνση και αυτές είναι οι οικολόγοι και η αριστερά. Αυτό εκφράστηκε πρόσφατα στο ευρωκοινοβούλιο με την ευκαιρία της ψήφισης του νέου κλιματικού νόμου, όπου στην πρόταση της Επιτροπής και του Συμβουλίου για τον στόχο της μείωσης κατά 55% των εκπομπών ΑτΘ, οι οικολόγοι και η αριστερά πρότειναν ως στόχο τη μείωση των εκπομπών κατά 70% όπως υποστηρίζει η επιστημονική κοινότητα ή τουλάχιστον κατά 60%.

Ιδιαίτερη σημασία, επίσης, έχει η ταχύτητα υλοποίησης των μέτρων μετριασμού και προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή. Στο ζήτημα αυτό την πλέον σαφή θέση έχουν οι οικολόγοι, οι οποίοι βλέπουν τα ποσοστά τους να ανεβαίνουν σε μια σειρά από χώρες (Γερμανία, Γαλλία, Βέλγιο κ.λπ.). Πιο συντηρητική εμφανίζεται η αριστερά η οποία φοβάται ότι η ταχεία πράσινη μετάβαση θα δημιουργήσει προβλήματα στην οικονομία και κατ’ επέκταση στην απασχόληση. Ένα τέτοιο παράδειγμα, μεταξύ άλλων, είναι ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, ο οποίος στο προγραμματικό του σχέδιο επιμένει στην κατεστημένη πολιτική των εξορύξεων και στη συνέχιση της χρήσης του φυσικού αερίου, πράγμα που σημαίνει ότι έτσι δεν μπορεί να επιτευχθούν οι φιλόδοξοι στόχοι της μείωσης των εκπομπών ΑτΘ. Η στάση αυτή θέτει, εκτός των άλλων, και ζήτημα συνεκτικότητας της πολιτικής του κόμματος διότι είναι αντιφατικό, από τη μια πλευρά να ψηφίζουν οι ευρωβουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ υπέρ των φιλόδοξων στόχων μείωσης των εκπομπών ΑτΘ στο πλαίσιο της έκτακτης κλιματικής ανάγκης και, από την άλλη, το πρόγραμμα του κόμματος να κινείται σε αντίθετη κατεύθυνση.

 

Ερωτήματα ζητούν έμπρακτη απάντηση

 

Όπως είναι γνωστό μπαίνουμε στη φάση υλοποίησης των δράσεων της πράσινης μετάβασης σύμφωνα με το Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Αυτό το στάδιο είναι καίριας σημασίας διότι η υλοποίηση του έχει να κάνει με την επιλογή των δράσεων και του τρόπου εφαρμογής τους, που σύντομα θα δουν το φως της δημοσιότητας. Εδώ, λοιπόν, θα πρέπει να επικεντρωθεί ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ στη βάση, κυρίως, των προβλέψεων του κανονισμού για την ταξινόμηση. Π.χ. η ανάπτυξη αιολικών πάρκων σε περιοχές του δικτύου Νatura 2000 ή στις κορυφές των βουνών είναι μια επιλογή αποδεκτή από το κόμμα; Η προστασία της βιοποικιλότητας κατέχει έμπρακτα σημαντική θέση στις προτεραιότητες του κόμματος; Η θέση του θα πρέπει να είναι απολύτως σαφής: απαγόρευση εγκατάστασης ανεμογεννητριών σε τέτοιες περιοχές και ενίσχυση του καθεστώτος προστασίας της βιοποικιλότητας. Μια πρόταση θεσμικού χαρακτήρα θα ήταν η ριζική αναθεώρηση της περιβαλλοντικής νομοθεσίας με πρώτο βήμα τη θέσπιση ανεξάρτητης περιβαλλοντικής αρχής η οποία θα διεξάγει τις διαβουλεύσεις κατά τη διαδικασία της περιβαλλοντικής αδειοδότησης και θα υποβάλει, αφού αξιολογήσει αιτιολογημένα τις απόψεις των πολιτών, την πρότασή της στην αδειοδοτούσα αρχή.

Είναι, λοιπόν, προφανές ότι απαιτείται ένα συνολικό συνεκτικό σχέδιο που θα προσδιορίζει επακριβώς το μίγμα ενέργειας και την εξοικονόμηση της, σχέδιο που θα είναι εξακτινωμένο σε όλες τις περιφέρειες της χώρας. Π.χ. θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη σημασία στην ανάπτυξη του πράσινου υδρογόνου σε κάθε συγκεκριμένη περιφέρεια για την κάλυψη των ενεργειακών της αναγκών, έτσι ώστε να πέσει στο κενό η προσπάθεια των μεγάλων εταιρειών να χρησιμοποιηθούν οι αγωγοί φυσικού αερίου για τη μεταφορά του υδρογόνου. Ένα άλλο παράδειγμα είναι η ενεργειακή αναβάθμιση των κτιρίων, τα περισσότερα από τα οποία είναι πολύ παλαιά και απαιτείται, για το λόγο αυτό, ένας συνολικός επαναπροσανατολισμός προς ριζικές ενεργειακές ανακαινίσεις και μεγάλες αλλαγές θεσμικού χαρακτήρα. Επίκεντρο της αναβάθμισης θα πρέπει να είναι οι ενεργειακά υποβαθμισμένες κατοικίες και τα φτωχά στρώματα που υποφέρουν από ενεργειακή φτώχεια, με την πρόβλεψη το κόστος της αναβάθμισης να το καλύψει πλήρως η πολιτεία.

 

Προκλήσεις εν όψει

 

Γνωρίζουμε ότι η υλοποίηση του σχεδίου ανάκαμψης είναι μια πολύ σύνθετη διαδικασία στην οποία εμπλέκονται εθνικοί και ευρωπαϊκοί θεσμοί. Είναι δε σε εξέλιξη ένα νέο, μεγάλης σημασίας, πακέτο δώδεκα μέτρων της Επιτροπής που θα δημοσιευτεί στις 14 Ιουλίου και θα αφορά την επίτευξη του στόχου της μείωσης κατά 55% των εκπομπών ΑτΘ. Εκεί θα υπάρξουν αντιθέσεις –έχει διαφανεί ήδη– μεταξύ Δεξιάς και οικολόγων-Αριστεράς ή μεταξύ κρατών ανεξαρτήτως πολιτικού προσήμου. Μια εμβληματική περίπτωση της κυοφορούμενης αντίθεσης είναι αν θα υπάρξει επέκταση του μηχανισμού της εμπορίας εκπομπών ΑτΘ και σε άλλους τομείς όπως αυτοί των μεταφορών και των κτιρίων.

Με βάση τα όσα αναφέρθηκαν (κυρίως μέσα από αποσπασματικά παραδείγματα) προκύπτει ότι υπάρχει ανάγκη το κόμμα να αποκτήσει μόνιμη ομάδα εργασίας και επεξεργασίας πολιτικής στην οποία θα συμμετέχουν επιστήμονες (από τους οικείους επιστημονικούς τομείς) και πολιτικά στελέχη με μοναδικό κριτήριο την εμπειρογνωμοσύνη τους. Θα πρέπει να λειτουργούν ως παρατηρητήριο της εξέλιξης των δράσεων του Ταμείου Ανάκαμψης και ως χώρος διαμόρφωσης προτάσεων που θα διαφοροποιούνται, στο βαθμό που χρειάζεται, από τις προτάσεις της κυβέρνησης. Με αυτό τον τρόπο θα δομηθεί μια νέα αντίληψη άσκησης της πολιτικής όπου, με αφετηρία τις συγκεκριμένες προτάσεις, το κόμμα θα αποκτά αξιοπιστία και θα οικοδομεί τη συνολική πειστική εναλλακτική του πρόταση.

Πρόσφατα άρθρα ( Πολιτική )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet