Κυριακή Μπεϊόγλου «λίγο ακόμα μαζί», πρόλογος: Νικόλας Βουλέλης, εκδόσεις Εύμαρος, 2020

 

Το χρονογράφημα είναι ένα είδος κειμένου με παράδοση στον ελληνικό Τύπο. Σήμερα, που οι κυκλοφορίες των εφημερίδων είναι χαμηλές, η αξία του παραδόξως μάλλον μεγαλώνει, καθώς είναι από τα στοιχεία εκείνα -μαζί με την έρευνα και τη βαθιά ανάλυση- που (μπορούν να) διαχωρίζουν σαφώς μια εφημερίδα από μια ειδησεογραφική ιστοσελίδα.

Σε παλιότερες εποχές, που η ρομφαία της καθαρότητας της λογοτεχνίας παραμόνευε παντού, δεν θα μπορούσε καν να αναρωτηθεί κανείς αν το χρονογράφημα αποτελεί λογοτεχνικό είδος. Σήμερα που τα κειμενικά σύνορα έχουν θολώσει, ένα τέτοιο ερώτημα είναι νόμιμο. Βέβαια αυτό αφορά σε λίγες περιπτώσεις χρονογράφων. Μία από αυτές είναι αναμφισβήτητα της Κυριακής Μπεϊόγλου. Γιατί; Ένας λόγος είναι η κίνηση από το μερικό προς το συλλογικό, ότι τα χρονογραφήματα της δημοσιογράφου της Εφημερίδας των Συντακτών (όπου και πρωτοδημοσιεύτηκαν) ξεκινούν από την παρατήρηση του δρόμου, της καθημερινότητας, ξεκινούν από την περίπτωση και μεταφέρονται σε πιο γενικές σκέψεις και αξιολογήσεις. Κάποιος που τρώει ηλιόσπορους σε ένα παγκάκι, ο οδοκαθαριστής της γειτονιάς, οι άνθρωποι της πολυκατοικίας που κουτσομπολεύουν στην είσοδο, κάποιος που «φοράει το ρούχο της ανεργίας», πρόσφυγες που θαλασσοπνίχτηκαν και κάποιοι έχασαν στο δρόμο τη μισή τους οικογένεια. Άνθρωποι της διπλανής πόρτας που όμως δεν είναι ανώνυμοι, δεν είναι αριθμοί, είναι άνθρωποι με ονόματα, με συναισθήματα, με ψυχή, γι’ αυτό και είναι πιο πραγματικοί, πιο ζωντανοί και από το να τους βλέπαμε μπροστά μας. Ή αντικείμενα, όπως μια βαλίτσα. Που το ’60, στα χέρια Αμερικανού θα σήμαινε τουρισμό και στα χέρια Έλληνα θα σήμαινε μετανάστευση. Ή καταστάσεις, όπως το άδειασμα του σπιτιού των γονιών μετά τον θάνατό τους – το χρονογράφημα αυτό «Λίγο ακόμα μαζί» δίνει και τον τίτλο του βιβλίου, παραπέμποντας επίσης στην επιβίωση της αλληλεγγύης, αλλά και του ίδιου του χρονογραφήματος ως είδους.

Τα χρονογραφήματα της Μπεϊόγλου μπλέκονται με το διήγημα χωρίς ακριβώς να ταυτίζονται με αυτό. Σε μία πρώτη ανάγνωση, αν δεν παρατηρούσε κανείς ότι τα περισσότερα κείμενα είναι του ίδιου μεγέθους, κάτι που προδιαθέτει για εφημερίδα, δεν θα καταλάβαινε τη διαφορά. Η διαφορά υπάρχει ενδεχομένως στο επίπεδο μιας βαθύτερης πρόθεσης, που στην περίπτωση της Μπεϊόγλου είναι ευγενέστερη από του διηγηματογράφου. Ο τελευταίος, επειδή δηλώνει στο εξώφυλλο ότι πρόκειται περί συλλογής διηγημάτων, πρέπει να ακολουθήσει κάποιες συμβάσεις ώστε η δήλωση να επιβεβαιωθεί. Να περιγράψει κάτι πολύ εκκεντρικό ενδεχομένως, να δημιουργήσει μια ανατροπή, να εκπλήξει με ένα απρόσμενο τέλος. Εδώ δεν υπάρχει τέτοια ανάγκη. Έτσι μπορεί η γραφή να είναι πολύ λιγότερο βεβιασμένη. Περισσότερο από μοναδικά διηγήματα, θα μπορούσε κανείς να τα φανταστεί ως αυτοτελή αποσπάσματα ενός μεγαλύτερου έργου, ενός μυθιστορήματος ας πούμε, που κάποτε θα μας αποσαφηνίσει και πώς αυτά συνδέονται ακριβώς. Ως τότε όμως διαβάζουμε στιγμιότυπα ενός μύθου σε συνέχειες. Όπως στις παλιές εφημερίδες.

Υπάρχουν κι άλλες διαφορές με τα διηγήματα. Μία είναι ότι το διήγημα, συνηθίζουμε να λέμε, είναι φωτογραφία. Που ο συγγραφέας τη δείχνει και προσπαθεί να διηγηθεί τι λέει, ενδεχομένως να την ερμηνεύσει. Τα κείμενα αυτού του βιβλίου όμως ακολουθούν άλλη διαδρομή. Ξεκινούν από μία φωτογραφία και στο δρόμο απλώνουν κι άλλες φωτογραφίες δίπλα της, όσες μπορεί να ταιριάζουν με την πρώτη. Σαν ένα παιχνίδι που δεν θες να

τελειώσει, που η μία φωτογραφία θα σε πάει σε κάποια άλλη και αυτή κάπου αλλού. Είναι η διαφορά ανάμεσα στην αποτύπωση μιας στιγμής, και στο αποτύπωμα της μνήμης.

Υπάρχει ένα ακόμα στοιχείο -οργανικό- των κειμένων αυτών, που τα διαφοροποιεί από το διήγημα. Είναι η συχνή χρήση φράσεων άλλων λογοτεχνών, κάτι που σπάνια θα έκανε ένας διηγηματογράφος για να μην αυτοϋπονομευθεί. Εδώ δεν υπάρχει τέτοιο άγχος, η συγγραφέας μπορεί ακομπλεξάριστα να μοιραστεί τα λογοτεχνικά της πάθη μαζί μας. Φράσεις του Καβάφη ή του Ελύτη, του Έρμαν Έσσε, του Σεπούλβεδα ή του Γκαλεάνο, αλλά και του Σαββόπουλου ή του Τσιτσάνη, εμπλουτίζουν ένα ωραίο κείμενο ή, ενδεχομένως, αποτελούν και την έμπνευσή του, βάζοντας σε κίνηση ένα ολόκληρο γαϊτανάκι συνειρμών.

Οπότε στο ερώτημα αν το χρονογράφημα είναι λογοτεχνία, μπορούμε να απαντήσουμε κάπως έτσι: τα συγκεκριμένα χρονογραφήματα της Κυριακής Μπεϊόγλου, παίζουν κρυφτό με το διήγημα, μας κλείνουν το μάτι πονηρά, και μας κάνουν να αναρωτιόμαστε τι είδους λογοτεχνία είναι.

 

Το κείμενο βασίζεται σε ομιλία κατά την παρουσίαση του βιβλίου στο Νομισματικό Μουσείο, στις 7 Ιουλίου.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet