Τα τελευταία χρόνια, με την παγκόσμια οικονομική κρίση που οφείλεται στην αποτυχία του οικονομικο-πολιτικού συστήματος, έγινε φανερό σε περισσότερους πως το σύστημα αυτό ενδιαφέρεται μόνο να υπηρετήσει και να εξασφαλίσει τα συμφέροντα των ανώτερων τάξεων, των τραπεζών, των κομμάτων και των πολιτικών – αυτό ήταν άλλωστε και η βασική αιτία της κρίσης. Έγινε επίσης εμφανής η απροθυμία του συστήματος και η αδυναμία του να δημιουργήσει λύσεις για το σύνολο, για το κοινό συμφέρον, για τη βελτίωση των κοινωνικών σχέσεων, για την προστασία του περιβάλλοντος. Αποκαλύφθηκε, με άλλα λόγια, η ανικανότητά του και ο ακραιφνής ολιγαρχικός του χαρακτήρας. Οπότε μεγάλα τμήματα των κοινωνιών, απογοητευμένα από αυτό, από τις παραδοσιακές κομματικές δυνάμεις και τις ιδεολογίες τους, στράφηκαν σε άλλους δρόμους, αναζητώντας άλλους τρόπους πολιτικής δράσης για μία άλλη διακυβέρνηση και πολιτεία, διεκδικώντας την πραγματική δημοκρατία, την άμεση. Έτσι, υπήρξε στην κεντρική πολιτική σκηνή, από την πλευρά της κοινωνίας, μια σημαντική πολιτική πρωτοβουλία, το κίνημα των Πλατειών του 2011 για άμεση δημοκρατία. Από ό,τι φάνηκε, αυτό ήταν προσωρινό, ήταν όμως σημαντική εμπειρία και παρακαταθήκη.

 

Είναι σημαντικό να κεφαλαιοποιηθεί η εμπειρία αυτή στην πορεία προς την επανεμφάνιση της πολιτικής, για τη μελλοντική δράση, πράγμα που δεν μπορεί να γίνει αναλυτικά εδώ. Μπορεί όμως να γίνουν κάποιες παρατηρήσεις. Η αλήθεια είναι ότι εκεί που πήγαινε να δημιουργηθεί ένα πολιτικό κίνημα για ουσιαστικές θεσμικές αλλαγές, προέκυψαν διάφορες παρεκτροπές και περισπασμοί από αριστερά κόμματα και οργανώσεις, όπως ο αντιμνημονιακός μονισμός, το «δεν πληρώνω» και η πρόταση για «Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου». Οι στόχοι αυτοί δέκα χρόνια μετά έχουν εντελώς ξεχασθεί, πράγμα που δείχνει ότι ήταν λανθασμένοι και λειτούργησαν ως εκτόνωση. Υπήρξε δηλαδή, από τη μία, οικονομικός προσανατολισμός, προερχόμενος από τον εκ γενετής οικονομισμό της Αριστεράς, κατάλοιπο της μαρξικής ιδεολογίας, και από την άλλη, μία αντιπολιτευτική κατεύθυνση. Εκεί που πήγαινε να δημιουργηθεί πολιτική, μετατράπηκε σε αντιπολίτευση, σε μάχη οπισθοφυλακής, σε αμυντική στάση. Με άλλα λόγια, η δημοκρατική προοπτική εμποδίσθηκε από τις αντιπολιτευτικές, κομματικές και εκλογικές επιδιώξεις της Αριστεράς. Επικράτησαν τα βραχυπρόθεσμα οικονομικά σλόγκαν που κατέληξαν αργότερα, μετά το τέλος των Πλατειών, σε έναν κυβερνητισμό προερχόμενο από κοινοβουλευτικές ψευδαισθήσεις περί αριστερής αντιπροσώπευσης («πρώτη φορά Αριστερά») η οποία θα καταργούσε τα μνημόνια και θα κατατρόπωνε την ΕΕ και το ΔΝΤ!

Το κίνημα, επικεντρωνόμενο κυρίως στον αντιμνημονιακό στόχο, παρουσίασε μια μεγάλη αδυναμία όσον αφορά το όραμα που εξ αρχής απέκτησε, την άμεση δημοκρατία («Άμεση δημοκρατία τώρα»): δεν επεξεργάσθηκε και δεν πρότεινε κάποιες συγκεκριμένες ουσιαστικές θεσμικές αλλαγές στην κατεύθυνση αυτή, για τις οποίες θα έδινε τον αγώνα. Έλειπε δηλαδή η στρατηγική, ο καθορισμός των στόχων και η προσπάθεια για την επίτευξή τους. Η έλλειψη καθορισμού των στόχων δεν ήταν τόσο ζήτημα επιλογής, αλλά κουλτούρας. Εδώ συναντάμε έναν αποφασιστικό παράγοντα για την πολιτική πορεία: την πραγματολογική και πολιτική γνώση, εκ μέρους των υποκειμένων και των κινημάτων, για το συγκεκριμένο σύστημα και τη συγκεκριμένη κοινωνία μέσα στην οποία κινούνται. Δεδομένης της παθητικότητας των κοινωνιών και ιδιαιτέρως της νεοελληνικής –η οποία διακρίνεται από μεγάλα ελλείμματα παιδείας, αγωγής, κουλτούρας και δημοκρατικής παράδοσης, καθώς επίσης από την απουσία μιας ουσιαστικής συλλογικής ταυτότητας–, είναι εύλογο ότι οι ευκταίες αλλαγές μπορούν να εννοηθούν και να πραγματοποιηθούν μόνο ως πορεία με διαδοχικά βήματα, ως πορεία με θεσμικές αλλαγές. Έλειπε, λοιπόν, από το κίνημα η πραγματολογική γνώση για το νεοελληνικό σύστημα και τη νεοελληνική κοινωνία· γι’ αυτό και υπήρξε η αδυναμία για προτάσεις συγκεκριμένων θεσμικών αλλαγών. Έλειπε η ίδια η αντίληψη για μία πορεία θεσμικών αλλαγών, δηλαδή η μέριμνα για τη στρατηγική – και στρατηγική σημαίνει αλλαγή του ήδη υπάρχοντος θεσμού με έναν νέο θεσμό, κατάργησή του και αντικατάστασή του από έναν άλλον.

Η έλλειψη αυτή φάνηκε ιδιαιτέρως στην κρίσιμη περίοδο έπειτα από τη μεγάλη συγκέντρωση και τον αποκλεισμό της Βουλής στις 15 Ιουνίου. Παρά την άγρια καταστολή εκ μέρους της κυβέρνησης και του κράτους, η κυβέρνηση του Γ. Α. Παπανδρέου ουσιαστικά είχε απονομιμοποιηθεί και ήταν σε ετοιμόρροπη κατάσταση – ως αποτέλεσμα της λαϊκής κινητοποίησης. Σε αυτή την κρίσιμη στιγμή, και μετά την ανακατάληψη και την ανασυγκρότηση της συνέλευσης, θα μπορούσε η «πλατεία Συντάγματος» να καταφέρει σημαντικές θεσμικές αλλαγές, αλλά δεν τις διεκδίκησε, δεν ήταν έτοιμη, διότι είχε προσανατολισθεί στον αντιμνημονιακό στόχο. Από τη στιγμή που δεν υπήρξε η παρέμβαση αυτή για θεσμικές αλλαγές, οι προστάτες της κυβέρνησης σε εξωτερικό και εσωτερικό στήριξαν ξανά την τελευταία. Πλέον όμως αυτή δεν μπορούσε να διατηρηθεί και τέσσερις μήνες μετά αντικαταστάθηκε από την κυβέρνηση του τραπεζίτη Παπαδήμου, υποστηριζόμενη από τα αστικά κόμματα, και έτσι αποκαταστάθηκε η ομαλή πορεία του συστήματος.

 

Γιατί δεν υπήρξε πολιτική συνέχεια

 

Έκτοτε, η έλλειψη αυτή για μία πορεία θεσμικών αλλαγών δεν καλύφθηκε, υπάρχει πάντα κενό το οποίο καλύπτεται από τους κομματικούς σχηματισμούς – και είναι αυτοί που παράγουν γεγονότα, είναι αυτοί που κερδίζουν τη μάχη. Οπότε τίθεται ένα βασικό πολιτικό ερώτημα: Γιατί μετά τις Πλατείες δεν υπήρξε πολιτική συνέχεια, τουλάχιστον με την παρουσία των ιδεών της άμεσης δημοκρατίας στο πολιτικό σκηνικό; Για την αναζήτηση των αιτιών περιορίζομαι στην Ισπανία και στην Ελλάδα, που είναι και ο χώρος που καταλαβαίνουμε καλύτερα και μας αφορά άμεσα. Στην Ισπανία, το ρεύμα της αμφισβήτησης οδηγήθηκε αφενός στη διεκδίκηση κοινωνικών και οικονομικών στόχων, αφ’ ετέρου στην ίδρυση ενός νέου κόμματος (Podemos) που έλαβε αξιοσημείωτα εκλογικά ποσοστά, αλλά εντάχθηκε στο υπάρχον πολιτικό σύστημα με αμφισβητούμενα δημοκρατικά αποτελέσματα, όπως έδειξε η συνέχεια.

Όσον αφορά την Ελλάδα, μια πρώτη αιτία για την πολιτική α-συνέχεια είναι ότι, μετά το τέλος του κινήματος των Πλατειών και στο κλίμα της κινηματικής και πολιτικής ύφεσης που επακολούθησε, ένα μέρος του κόσμου που κατέβηκε στις πλατείες πίστεψε ότι μπορεί να υπάρξει κοινοβουλευτική λύση μέσω της Αριστεράς. Η τελευταία προσφέρθηκε να καλύψει το πολιτικό κενό, το ρήγμα, που δημιουργήθηκε στο σύστημα από τη δυναμική των Πλατειών. Ίσως ήταν ανάγκη ενός σημαντικού μέρους της κοινωνίας να δοκιμασθεί και η Αριστερά πρώτη φορά σε κυβερνητικές ευθύνες. Η Αριστερά όμως, ως γνήσια πολιτικάντικη οργάνωση, πρόσφερε αφειδώς υποσχέσεις και ψεύδη για σχίσιμο των μνημονίων και ένα λαμπρό μέλλον, δίχως να επεξεργασθεί ένα ρεαλιστικό πρόγραμμα θεσμικών αλλαγών. Δυστυχώς η «πρώτη φορά Αριστερά» απέτυχε παταγωδώς διότι, απροετοίμαστη και ανώριμη, ενεπλάκη στα κομματικά παιγνίδια, στη δημαγωγία και στον λαϊκισμό. Αποτελέσματα ήταν: από τη μία, η απογοήτευση του κόσμου, από την άλλη, η παλινόρθωση του αποτυχημένου, ανίκανου και διεφθαρμένου συστήματος.

Ένας άλλος παράγοντας που συνετέλεσε στην απουσία «συνέχειας» ήταν το γεγονός ότι τα άτομα τα οποία είχαν άλλη εικόνα της πολιτικής και της δημοκρατίας δεν στάθηκαν ικανά, διατηρώντας τις διαφορετικές απόψεις τους για θέματα περιεχομένου, μορφής, τακτικής ή στρατηγικής, να βρουν έναν κοινό παρονομαστή. Δεν κατάφεραν να αποτελέσουν μια συλλογικότητα και να διατηρήσουν ανοικτό το ζήτημα της άμεσης δημοκρατίας στον δημόσιο χώρο, εμπλουτίζοντάς το με θεωρητικές και πολιτικές αναπτύξεις, καθώς επίσης με εκδηλώσεις και δράσεις, εξηγώντας και διαδίδοντας τις δημοκρατικές ιδέες.

Ένας τρίτος παράγοντας για την αποδυνάμωση του ριζοσπαστικού κινήματος που δημιουργήθηκε στις πλατείες έγκειται στο ότι, έπειτα από την εμφάνιση του ρεύματος της άμεσης δημοκρατίας και ως άμεσο επακόλουθο, παρουσιάσθηκαν διάφορες καινοφανείς ιδέες και νέα εγχειρήματα όπως: κοινωνική αλληλέγγυα οικονομία, αυτοδιαχείριση, ομότιμη παραγωγή, απομεγέθυνση, κοινά, «κοινότητες», ελεύθερη ενημέρωση – μετά το μαύρο στην ΕΡΤ το 2013. Αυτά αντικατέστησαν τα παλαιότερα δοκιμασμένα και αποτυχημένα εγχειρήματα του σοσιαλισμού, του κομμουνισμού, της οικολογίας και των ιδεολογημάτων της Αριστεράς, απορροφώντας κόσμο, ενέργεια και δυναμική από τις πλατείες και δίνοντας την αίσθηση της συνέχειας. Αυτά τα νέα αξιόλογα εγχειρήματα, αναζητώντας νέες εκφράσεις και νέα πεδία δραστηριοτήτων, αναφέρονται και στην άμεση δημοκρατία· τις περισσότερες όμως φορές το κάνουν συγκεχυμένα, χρησιμοποιώντας τη με διαδικαστικό και εργαλειακό τρόπο, χωρίς να εξηγούν τις αρχές, τους θεσμούς, τη μορφή του πολιτεύματος και της διακυβέρνησης που αντιστοιχούν σε αυτήν, χωρίς να ενδιαφέρονται να την αναδείξουν ως σκοπό της πολιτικής δράσης. Ζουν έτσι και καλλιεργούν την ψευδαίσθηση της άμεσης δημοκρατίας.1

 

Τάση τοπικής και περιθωριακής δραστηριότητας

 

Τα εγχειρήματα αυτά λειτουργούν εξ αντικειμένου στο περιθώριο της κοινωνικής και πολιτικής ζωής, ασχολούμενα με ακτιβισμούς, με ειδικά και περιφερειακά ζητήματα, μακριά από τις ανάγκες για μια κεντρική και σαφή πολιτική κίνηση. Απουσιάζουν από τον κεντρικό πολιτικό χώρο, από την αντιπαράθεση με τις δομές της εξουσίας και την επιδίωξη θεσμικών αλλαγών, χωρίς ένα κεντρικό πολιτικό όραμα. Δεν επεκτείνονται έξω από τα στενά τους όρια ώστε να παραγάγουν μια πολιτική μετασχηματισμού. Παραμένουν τοπικά και αμυντικά εγχειρήματα, δεν μπορούν να συγκροτήσουν μια εναλλακτική, μια σοβαρή αντίπαλη κατάσταση στην πολιτική σκηνή, παραμελούν τη σφαιρική αντίληψη για την κοινωνία και το σύστημα, δεν μπορούν να δημιουργήσουν πολιτική –ίσως να λειτουργούν ως υποκατάστατο της πολιτικής. Ο ακτιβισμός και ο φετιχισμός των γεγονότων αποκρύπτουν τη γενική ουσία· τα επιμέρους κάνουν να ξεχνιέται το όλον. Λέγονται πολλά για το σύστημα, εκτός από αυτό που πραγματικά είναι: ετερόνομο και ολιγαρχικό· και εκτός από αυτό που πραγματικά χρειάζεται να συμβεί: αλλαγή θεσμών.

Οι λόγοι γι’ αυτή την τάση τοπικής και περιθωριακής δραστηριότητας, εκτός από αυτούς που ήδη ανέφερα, μπορούν να αναζητηθούν και στη μεταμοντέρνα Αριστερά, που επηρεάζεται από τους Φουκώ, Μπαντιού, Χαρντ-Νέγκρι, Μουφ, Χολογουέι και Αγκάμπεν. Οι διανοούμενοι αυτοί υποστηρίζουν πως μία νέα πολιτική πρέπει να διακόψει με τον φετιχισμό της κεντρικής εξουσίας, να σταματήσει να έχει ως στόχο τη σύγκρουση μαζί της και να ασχοληθεί με πιο «μοριακά» ζητήματα καθημερινού ενδιαφέροντος και άμεσης αποτελεσματικότητας. Αυτή όμως η μεταστροφή και η αποφυγή της κεντρικής πολιτικής δεν είναι μία άλλη πολιτική, αλλά ένα σύμπτωμα της γενικευμένης κρίσης που διέρχεται τις τελευταίες δεκαετίες η Αριστερά και οι διανοούμενοί της. Είναι επί πλέον και μία ένδειξη ότι οι τελευταίοι δεν μπορούν να συλλάβουν τα μεγάλα διακυβεύματα που θέτει αμείλικτα η πραγματικότητα, και κυρίως την αμφισβήτηση της κεντρικής ολιγαρχικής εξουσίας.

Συνεπώς, οι εναλλακτικές που επελέγησαν μετά τις Πλατείες οδήγησαν σε αδιέξοδο· ούτε η δημιουργία νέου «ελπιδοφόρου» κόμματος στην Ισπανία ούτε η ανάθεση σε κόμμα της Αριστεράς στην Ελλάδα ούτε τα κατά τόπους οικονομικά, κοινωνικά, οικολογικά εγχειρήματα ούτε οι ομιχλώδεις θεωρίες των μεταμαρξιστών οδήγησαν σε πολιτικό διέξοδο. Επιπλέον, συνέτειναν στην αποχώρηση της πολιτικής από τον δημόσιο χώρο.

Η σύγχυση της άμεσης δημοκρατίας με τις διαδικασίες, και της πολιτικής με τον ακτιβισμό, έχει ως άμεση συνέπεια την απουσία πολιτικής. Μένει, έτσι, ελεύθερο το πεδίο στις παραδοσιακές κομματικές και ιδεολογικές δυνάμεις, οι οποίες ανασυντάσσονται ελεύθερα, διαμορφώνοντας την ολιγαρχική κυριαρχία τους, την αυταρχική εξουσία τους και τη συνολική επιθετική συμπεριφορά τους. Μένει επίσης ελεύθερο το πεδίο στην Αριστερά, που παραμένει ο μόνος φανταστικός «αντίπαλος» στο σύστημα, και έτσι λυμαίνεται και λεηλατεί ποικιλοτρόπως τον ευρύ δημοκρατικό χώρο, συντελώντας στην ιδεολογική και πολιτική του αποψίλωση. Υπάρχει συνεπώς ανάγκη για κάτι νέο στο πολιτικό πεδίο, για μία νέα πολιτική κίνηση.

 

Σημείωση

 

1. Ίσως χρειάζεται να διευκρινίσω ότι η κριτική μου δεν αναφέρεται σε αυτά καθ’ εαυτά τα εγχειρήματα, τα οποία καλώς κάνουν και υπάρχουν, αλλά στις απόψεις ορισμένων συμμετεχόντων, οι οποίοι θεωρούν ότι αυτά κάνουν πολιτική, ότι έχουν σχέση με την άμεση δημοκρατία και άλλες συγχύσεις.

 

Το κείμενο είναι προδημοσίευση από το βιβλίο του Γ. Ν. Οικονόμου «Δημιουργώντας ξανά την πολιτική», που θα κυκλοφορήσει το φθινόπωρο του 2021 από τις νέες εκδόσεις Athens School.

Γιώργος Ν. Οικονόμου Ο Γιώργος Οικονόμου είναι διδάκτωρ Φιλοσοφίας και δοκιμιογράφος. Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet