Μεταφέροντας τη συζήτηση για τη «μεταρρύθμιση» του ασφαλιστικού για τον Σεπτέμβριο η κυβέρνηση επιχείρησε να «αγοράσει» πολιτικό χρόνο και ίσως να «στρογγυλέψει» κάποια από τα στοιχεία της πρότασής της για την επικουρική ασφάλιση. Η «μεταρρύθμιση» όμως, σε κάθε περίπτωση, παραμένει αντιδραστική και αναποτελεσματική όπως εξηγεί στην «Εποχή» ο δρ Κοινωνικής Πολιτικής Μενέλαος Θεοδωρουλάκης, εθνικός εμπειρογνώμονας για τις συντάξεις.

 

 

Αληθεύει ο ισχυρισμός της κυβέρνησης ότι οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες έχουν εμπιστευτεί το κεφαλαιοποιητικό σύστημα και ότι αυτή η επιλογή έχει αποδώσει καρπούς; 

Ο ισχυρισμός αυτός διαστρεβλώνει την αλήθεια. Η αλήθεια είναι ότι οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες έχουν έναν αναπτυγμένο δεύτερο πυλώνα επαγγελματικής ασφάλισης κεφαλαιοποιητικού χαρακτήρα (Γερμανία, Ιταλία, Γαλλία, Πορτογαλία, Βέλγιο, Αυστρία, Λουξεμβούργο, Ισπανία με προαιρετική συμμετοχή και Φινλανδία, Ολλανδία, Νορβηγία και Ελβετία με υποχρεωτική συμμετοχή). Συστήματα που διαφέρουν καθοριστικά από το προτεινόμενο: είναι μη δημόσια, στην πλειονότητά τους, δεν προβλέπουν υποχρεωτική εκ του νόμου συμμετοχή και συνακόλουθα οι παροχές τους δεν έχουν την εγγύηση του κράτους. Ενώ κατά την ίδρυσή τους δεν είχε προκύψει κόστος μετάβασης και αντίστοιχα κανένα δημοσιονομικό κόστος γιατί δεν υπήρχε προηγούμενο σύστημα. Το μόνο δημόσιο κεφαλαιοποιητικό σύστημα προσδιορισμένης εισφοράς με συνακόλουθη υποχρεωτική συμμετοχή για το σύνολο των συνταξιοδοτικών παροχών, δηλαδή του πρώτου πυλώνα όπως προτείνεται για την Ελλάδα, το έχει η Δανία. Ενώ η Σουηδία έχει το αντίστοιχο αλλά για να αποφύγει τα ρίσκα των κεφαλαιοποιητικών συστημάτων επέλεξε ένα μεικτό σχήμα το οποίο βάσει της αναλογίας των καταβαλλόμενων υποχρεωτικών εισφορών είναι κατά 86,5% νοητής κεφαλαιοποίησης και κατά 13,5% καθαρής κεφαλαιοποίησης.

 

Ποια είναι τα πιο «αδύνατα» κομμάτια στην κυβερνητική πρόταση για τις επικουρικές και γιατί κατά τη γνώμη σας υπάρχει αυτή η επιμονή για τις συγκεκριμένες ρυθμίσεις; 

Τα κύρια «αδύνατα» κομμάτια είναι: Πρώτον, το ιδιαίτερα υψηλό κόστος της μετάβασης για τα δημοσιονομικά δεδομένα της χώρας που ανάλογα το σενάριο για τις αποδόσεις των κεφαλαίων θα κυμαίνεται για την περίοδο έως το 2070 από 46 έως και 78 δισ. ευρώ. Κόστος που σχεδόν σε όλες τις αντίστοιχες μεταρρυθμίσεις υποεκτιμήθηκε δραματικά και συνέβαλε έτσι στην αποτυχία τους. Δεύτερον, η ιδιαίτερα υψηλή επισφάλεια των αποδόσεων που μπορεί να επιτύχει το σύστημα υπό τις παρούσες χρηματοοικονομικές συνθήκες αλλά και οι προβλεπόμενες ως το 2070 με δεδομένη την προβλεπόμενη ανάπτυξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση πέριξ του 2%. Χαμηλές αποδόσεις που βάση της εμπειρίας αντίστοιχων συστημάτων μετά το 2008 θα οδηγήσουν σε χαμηλότερες συντάξεις από τις σημερινές. Τρίτον, το υψηλό κόστος που αναλαμβάνει η κυβέρνηση για τον κρατικό προϋπολογισμό σε περίπτωση χαμηλών ή αρνητικών αποδόσεων, δεδομένου ότι το κράτος θα εγγυάται ένα ελάχιστο ύψος σύνταξης που θα προκύπτει από τις καταβληθείσες εισφορές συν τον πληθωρισμό. Ένα κόστος που είναι κρυφό και που δεν μπορεί με ακρίβεια να προσδιοριστεί σήμερα. Τέταρτον, η εξατομίκευση των παροχών με την παράλληλη εξατομίκευση του ρίσκου των αποδόσεων αλλά και της προστασίας έναντι των κοινωνικών κινδύνων που θα αντιμετωπίσει ο ασφαλισμένος, αλλαγές που έρχονται σε αντίθεση με την έννοια και τις αρχές της κοινωνικής ασφάλισης και με ερωτηματικά για την επάρκεια των συντάξεων. Πέμπτο, οι ανισότητες των παροχών που θα προκαλέσει το ίδιο το σύστημα μεταξύ των ασφαλισμένων με επιλεγμένα διαφορετικά επίπεδα ρίσκου των επενδύσεων με το παράδοξο ταυτόχρονα όλοι να έχουν την ίδια εγγυημένη παροχή από το σύστημα. Τέλος, η μη αναγκαιότητα της μεταρρύθμισης δεδομένου ότι μετά την μεταρρύθμιση του 2016 αλλά και τις περικοπές των μνημονίων το δημόσιο διανεμητικό σύστημα των συντάξεων στην Ελλάδα είναι οικονομικά βιώσιμο, αντιμετωπίζοντας στο μέγιστο βαθμό τη δημογραφική γήρανση που επέρχεται στην Ελλάδα, και καταβάλει σχετικά επαρκείς συντάξεις.

                                                  

Θα θέλατε να μας μιλήσετε λίγο περισσότερο για το περιβόητο κόστος μετάβασης στο νέο σύστημα; Πόσο υπολογίζεται και πόσο αναμένεται να επηρεάσει το δημόσιο χρέος σε βάθος χρόνου;

Το κόστος μετάβασης είναι το χρηματοδοτικό κενό για την καταβολή των συντάξεων του παλαιού συστήματος εξαιτίας της σταδιακής συρρίκνωσης των καταβαλλόμενων εισφορών λόγω της μεταφοράς των νέων ασφαλισμένων στο νέο σύστημα. Κόστος που δεν είναι σταθερό γιατί εξαρτάται από το επιτόκιο προεξόφλησης που θα ισχύσει για τις συσσωρευμένες εισφορές τους και σύμφωνα με την αναλογιστική μελέτη κυμαίνεται από 46 έως 78 δισ. ευρώ. Κόστος μη συμβατό με τις δημοσιονομικές δεσμεύσεις της Ελλάδας που θα διευρυνθεί επιπλέον στην περίπτωση μιας νέας μακροχρόνιας ύφεσης κατά την οποία το κράτος θα κληθεί να καλύψει και «ζημιά»: τη διαφορά μεταξύ των εγγυημένων επικουρικών συντάξεων του νέου συστήματος και αυτών που θα προκύπτουν από το χαμηλό επίπεδο των αποδόσεων ή τις τυχόν απώλειες. Σε ό,τι αφορά το δημόσιο χρέος, αυτό επηρεάζεται σταδιακά με την κορύφωση της επιβάρυνσης να έρχεται μετά το 2050. Από το 2050 και μετά το χρηματοδοτικό κενό που θα προκαλείται θα είναι ίσο με το 1% του ΑΕΠ ετησίως έως και το 2070, περίοδος που σχεδόν το σύνολο των ασφαλισμένων του παλαιού συστήματος θα έχει συνταξιοδοτηθεί.

 

Σε περίπτωση εφαρμογής της μεταρρύθμισης τι θα πρέπει να περιμένουν για την επικουρική τους σύνταξη οι σημερινοί 50άρηδες και 40άρηδες;

Οι σημερινοί 50άρηδες και 40άρηδες, εφόσον υπάρξει τήρηση της εγγύησης της κυβέρνησης για μηδενική επίδραση στις συντάξεις του παλαιού συστήματος, δεν θα έχουν καμία επίδραση στο ύψος των συντάξεών τους σε σχέση με το παλαιό σύστημα, γιατί προβλέπει το νομοσχέδιο να υπάρξουν σχετικοί πόροι και προχωρά και στην αλλαγή της συνάρτησης υπολογισμού των συντάξεων τους. Πολιτικό και δημοσιονομικό ρίσκο μόνο υπάρχει. Οι συνταξιούχοι του νέου συστήματος όμως θα έχουν το ρίσκο των αγορών και επισφαλείς συντάξεις.

 

Ποια πρέπει να είναι η πρόταση της Αριστεράς για ένα δίκαιο και βιώσιμο ασφαλιστικό σύστημα για την Ελλάδα του 21ου αιώνα; Είχατε μιλήσει σχετικά και στο σεμινάριο του Ινστιτούτου Ενα πριν από δύο χρόνια.

Το ασφαλιστικό σύστημα στην Ελλάδα μετά τη μεταρρύθμιση του 2016 είχε διατηρήσει τον δημόσιο και κοινωνικό του χαρακτήρα, είχε εξασφαλίσει τη βιωσιμότητα του αντιμετωπίζοντας επιτυχώς τις επιπτώσεις της επερχόμενης δημογραφικής γήρανσης και είχε αναδιοργανώσει τη διακυβέρνηση του. Ζητήματα που απαιτούν βελτίωση παρέμειναν όμως ως προς: την επάρκεια των συντάξεων, την πλήρη ασφαλιστική και συνακόλουθα συνταξιοδοτική κάλυψη όλων των εργαζομένων στις άτυπες μορφές απασχόλησης, την εξάλειψη της ανασφάλιστης εργασίας καθώς βέβαια και τη βελτίωση της διοικητικής του αποτελεσματικότητα. Στο πλαίσιο αυτό πιστεύω ότι μια πρόταση της Αριστεράς θα πρέπει να περιλαμβάνει, σε σχέση με την επάρκεια των συντάξεων, τη θέσπιση κατώτατου συνταξιοδοτικού εισοδήματος (άθροισμα εισοδήματος από κάθε είδους σύνταξη) ίσου με τον εκάστοτε κατώτατο μισθό και τον ορισμό για τον υπολογισμό της σύνταξης κατώτατου ετήσιου ασφαλιστέου εισοδήματος για όλους τους εργαζόμενους στις άτυπες μορφές απασχόλησης ίσου με το δεκατετραπλάσιο του κατώτατου μισθού, ανεξάρτητα των πραγματικών αμοιβών τους. Σε σχέση με την ασφαλιστική και συνταξιοδοτική κάλυψη, θα πρέπει να περιλαμβάνει τη θέσπιση αναγνώρισης δύο πλασματικών ετών ασφάλισης σε κάθε γονέα για κάθε παιδί με πρόβλεψη για διπλάσιο πλασματικό χρόνο αν κάποιο παιδί έχει κάποια αναπηρία, αναγνώρισης όλων των περιόδων μη τακτικής ανεργίας ως πλασματικών χρόνων, ενώ παράλληλα όλοι οι πλασματικοί χρόνοι θα υπολογίζονται και για τη θεμελίωση και για τον υπολογισμό της σύνταξης. Ακόμα, σε σχέση με την ανασφάλιστη εργασία, πρέπει να θεσπιστεί αυστηρότερο πλαίσιο, να διευρυνθούν οι έλεγχοι, να στελεχωθούν επαρκώς και να εκσυγχρονιστούν οι ελεγκτικοί μηχανισμοί και τέλος, σε σχέση με τη διοικητική αποτελεσματικότητα, να ψηφιοποιηθούν όλες οι υπηρεσίες.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet