Mια διεπιστημονική προσέγγιση από
(με σειρά παρουσίασης στο κείμενο):
την Αγορίτσα Μπάκα, την Αναστασία Καφέ,

τον Θωμά Ψήμμα, την Μαριάννα Ψύλλα

 

Για να αντιμετωπιστεί το ζήτημα της διστακτικότητας των πολιτών στον εμβολιασμό ενάντια στον Covid-19 και να επιλεγούν ακολούθως τρόποι για την άρση της, καταρχήν απαιτείται ανίχνευση των ομάδων ηλικιακών, επαγγελματικών και άλλων που εμφανίζουν βραδύ ρυθμό εμβολιασμού. Επιπλέον απαιτείται η διερεύνηση των αιτιών και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της διστακτικότητάς τους. Καμία από τις δύο μελέτες δεν φαίνεται να έχει εκπονηθεί επισταμένα σε εθνικό ή ευρωπαϊκό επίπεδο. Για το ζήτημα αυτό συζητήσαμε με την Αγορίτσα Μπάκα, παιδίατρο, με ειδίκευση στην επείγουσα Παιδιατρική και τη Δημόσια Υγεία, η οποία υπήρξε επιστημονική συνεργάτιδα του ΚΕΕΛΠΝΟ, είναι Principal Expert in Preparedness and Response στο Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης & Ελέγχου Νόσων (ECDC) και μίλησε στην «Εποχή», όχι όμως εκπροσωπώντας το ECDC.

 

Υπάρχουν ομαδοποιήσεις όσον αφορά τις στάσεις των ανθρώπων απέναντι στα εμβόλια, που στοιχειοθετήθηκαν από ειδικούς συμπεριφοράς στο πλαίσιο μελετών, όταν το ζήτημα της διστακτικότητας απέναντι στο προτεινόμενο πρόγραμμα εμβολιασμού είχε αρχίσει να απασχολεί, ειδικά τους παιδιάτρους, μετά το 2000. Σε τέτοιες μελέτες εμφανίζονται «οι λεγόμενοι διστακτικοί, που είτε έχουν συλλέξει στοιχεία από το διαδίκτυο και περιμένουν να ακούσουν την άλλη άποψη είτε δεν γνωρίζουν τίποτα για τις ασθένειες απέναντι στις οποίες εμβολιαζόμαστε. Υπάρχουν οι πραγματικά αρνητές του εμβολιασμού, που είναι πολύ λίγοι και φανατικοί, αλλά μπορεί να επηρεάζουν αρκετό κόσμο ιδιαίτερα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Για αυτούς οι ειδικοί προκρίνουν να μην δαπανηθεί ενέργεια για να μεταπεισθούν. Tέλος, υπάρχουν και εκείνοι που δεν έχουν εμβολιαστεί είτε γιατί δεν έχουν χρόνο είτε γιατί είναι αποκλεισμένοι ή σε ευάλωτη κατάσταση, όπως για παράδειγμα μετανάστες ή Ρομά». Αναδεικνύεται πάντως ότι το έλλειμμα στη διερεύνηση και την αντιμετώπιση των αιτιών της αντιεμβολιαστικής τάσης που άρχισε να δημιουργείται τις δύο τελευταίες δεκαετίες, το βρίσκουμε μπροστά μας στην προσπάθεια να χτιστεί τείχος ανοσίας μέσω του εμβολιασμού ενάντια στον Covid-19.

Ειδικά για τον εμβολιασμό ενάντια στον Covid-19, δεν υπάρχουν μελέτες σε εθνικό ή ευρωπαϊκό επίπεδο που να διερευνούν την οδό μέσω της οποίας πολίτες καταλήγουν να μην εμβολιάζονται. «Υπήρξαν κάποια ερωτηματολόγια σε ευρωπαϊκό επίπεδο που ανιχνεύουν την πρόθεση των ερωτώμενων να εμβολιαστούν. Ωστόσο η διερεύνηση της διστακτικότητας αποτελεί πολύ μεγαλύτερο πεδίο. Αυτό δεν έχει γίνει και είναι, κατά τη γνώμη μου, κάτι που θα έπρεπε να έχει γίνει, ειδικότερα για τους επαγγελματίες υγείας διότι επηρεάζουν πολλούς ανθρώπους και με καίριο τρόπο. Αυτό είναι κάτι που θα μπορούσε και θα χρειαζόταν να γίνει ακόμα και τώρα με μελέτες και δράσεις πιο σύντομες και εστιασμένες», επισημαίνει η Α. Μπάκα θίγοντας το σημαντικό ζήτημα των πολλαπλασιαστών γνώμης που αποτελούν οι επαγγελματίες υγείας και τον καίριο ρόλο που έπαιξαν, καθώς και αυτόν που θα μπορούσαν να παίξουν αν είχε διερευνηθεί και αντιμετωπιστεί έγκαιρα τυχόν διστακτικότητα που μεταφέρουν.

Με βάση πάντως τις ήδη στοιχειοθετημένες ομαδοποιήσεις διστακτικών πολιτών απέναντι στον εμβολιασμό, μέτρα υποχρεωτικότητας, όπως αυτά τα οποία διερευνά η ελληνική κυβέρνηση, «μάλλον δημιουργούν πόλωση», σημειώνει η Α. Μπάκα. «Ωστόσο, σε επαγγελματικές ομάδες όπως οι επαγγελματίες υγείας ή οι εργαζόμενοι σε οίκους ευγηρίας θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί η υποχρεωτικότητα, αλλά ως ύστατο μέσο και εφόσον έχουμε εξαντλήσει άλλα προηγουμένως. Δεν μπορεί να αποτελεί την καταρχήν λύση, διότι αυτό θα σημάνει απώλεια εμπιστοσύνης. Δεν είναι τυχαίο ότι στις Σκανδιναβικές χώρες που η εμπιστοσύνη στους θεσμούς είναι αυξημένη, η αυθόρμητη προσέλευση για εμβολιασμό είναι πολύ μεγαλύτερη από άλλες χώρες  της Ευρώπης».

 

***

 

Το τρίπτυχο το οποίο εξ αρχής επέλεξε η κυβέρνηση για τη διαχείριση της πανδημίας περιλάμβανε την ατομική ευθύνη, την τιμωρία και την επιβράβευση. Η λογική που μεταφέρει αυτού του τύπου η διαχείριση είναι σε αντίθεση με την επίκληση χαρακτηριστικών που είναι χρήσιμο να καλλιεργηθούν για την προώθηση του εμβολιασμού, όπως το αίσθημα της συλλογικής προσπάθειας και της κοινωνικής αλυσίδας. Το επόμενο βήμα που συζητιέται από το κυβερνητικό επιτελείο δεν είναι ανακόλουθο: Η υποχρεωτικότητα, άμεσα ή έμμεσα, του εμβολιασμού. Συζητάμε με τον διδάκτορα Φιλοσοφίας του Δικαίου στη Νομική Σχολή ΑΠΘ, Θωμά Ψήμμα, για την πορεία που μας έφερε μπροστά σε αυτό το βήμα και τα τυχόν ζητήματα συνταγματικότητας που εγείρει.

 

«Ο εμβολιασμός προωθήθηκε ως ένας κρατικός σκοπός, ως ένα καθήκον απέναντι στο κράτος, αντί να του αποδοθεί ο ρόλος της προστασίας της δημόσιας υγείας ως συλλογικού δικαιώματος, μιας αλληλέγγυας διαχείρισης των κοινών μας υποθέσεων» επισημαίνει στην «Εποχή» ο Θ. Ψήμμας. «Από τη μία, η ατομική ευθύνη αποδείχθηκε και λίγο ψευδεπίγραφη, αφού πολύ γρήγορα έγιναν απλουστευτικοί διαχωρισμοί με συλλογικές ταμπέλες: οι υπεύθυνοι και οι ανεύθυνοι. Δεν αποδιδόταν η ευθύνη στο άτομο που δεν ανταποκρινόταν σε ένα μέτρο. Από την άλλη, το δίπολο τιμωρία-επιβράβευση αποτελεί τον πυρήνα της νεοφιλελεύθερης λογικής στην κοινωνική πολιτική και το εμβόλιο εμπίπτει σε αυτό το πεδίο. Είναι η έννοια της ανταπόδοσης, ότι θα συνεισφέρεις για να πάρεις, όποιος δεν έχει την ευκαιρία να το κάνει θεωρείται λαθρεπιβάτης του συστήματος. Η έννοια της αξίας παίρνει οικονομικά αποτιμητό μέγεθος. Η δωροκάρτα, για παράδειγμα, αξίζει σε αυτούς που εμβολιάζονται. Εκτός από το ζήτημα της εμπορευματοποίησης ενός υγειονομικού αγαθού που εγείρει, πρόκειται και για ένα μέτρο εντελώς αχρείαστο, διότι για την ηλικιακή ομάδα των νέων δεν υπάρχει κανένα στοιχείο ότι δεν προσέρχεται αυθόρμητα για εμβολιασμό», σημειώνει ο Θ. Ψήμμας.

Εν τω μεταξύ, πριν λίγες μέρες η κυβέρνηση πέρασε νόμο από τη Βουλή, σύμφωνα με τον οποίο ο υπουργός Υγείας μπορεί να παρακάμψει την Εθνική Επιτροπή Εμβολιασμών (απαιτείται η "γνώμη" και όχι η "σύμφωνη γνώμη" της) για να αποφασίσει ποιος είναι ο ενδεδειγμένος αριθμός δόσεων για τον πλήρη εμβολιασμό του πληθυσμού. «Αυτό καταρρίπτει μια λανθασμένη κριτική που γινόταν από την αρχή της πανδημίας ότι έχουμε μια "υγειονομική δικτατορία", ότι αποφασίζουν οι μη εκλεγμένοι. Κατά τη γνώμη μου, το μεγάλο πρόβλημα κατά τη διαχείριση της πανδημίας είναι ότι η δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση δεν λογοδοτεί στο κοινοβούλιο, δεν υπάρχει επαρκής δημοκρατικός έλεγχος. Σε μια κατάσταση αβεβαιότητας, το μεγαλύτερο όπλο που διαθέτουμε είναι η δημοκρατία, η συζήτηση για την εξεύρεση της βέλτιστης δυνατής λύσης. Αυτό δεν συνέβη ούτε σε επίπεδο Βουλής ούτε σε επίπεδο επιστημονικών επιτροπών, των οποίων οι συζητήσεις δεν δημοσιοποιήθηκαν. Η λογοδοσία και η διαφάνεια είναι σημαντικά εργαλεία για να αποτραπεί κρίση εμπιστοσύνης σε συνθήκη αβεβαιότητας».

«Μια βασική αρχή, που αναγνωρίζεται από το ελληνικό Σύνταγμα και αφορά την υγεία ως ατομικό δικαίωμα, είναι ότι δεν επιτρέπονται παρεμβάσεις στο σώμα κάποιου χωρίς τη συναίνεση ή τη συγκατάθεσή του. Όπως κάθε δικαίωμα δεν είναι ανεπιφύλακτο και απόλυτο. Εν προκειμένω έχουμε τη δημόσια υγεία ως σκοπό δημοσίου συμφέροντος που δικαιολογεί καταρχήν κάποιους περιορισμούς. Το κλειδί είναι μέχρι πού μπορούν να φτάσουν αυτοί. Πρέπει να κάθε φορά να εξετάζουμε την έκταση του περιορισμού, το πόσο συνάδει με το σκοπό δημοσίου συμφέροντος που εξυπηρετείται και εν τέλει πόσο δυσανάλογος είναι ο περιορισμός για να επιτευχθεί ο σκοπός που επιδιώκεται», υπογραμμίζει βάζοντας το γενικό πλαίσιο ο Θ. Ψήμμας. «Τέτοιοι περιορισμοί δεν μπορούν να έχουν καθολικότητα, αυτό θα ήταν αντισυνταγματικό. Προφανώς η φύση των επαγγελμάτων υγείας είναι τέτοια που ενδεχομένως δικαιολογεί πιο δραστικούς περιορισμούς».

«Όσον αφορά την πρόσβαση σε καταστήματα εστίασης ή ψυχαγωγίας, μπαίνει το ζήτημα της αρχής της ισότητας. Θα μπορούσαν να διευκολυνθούν οι εμβολιασμένοι ως προς την πρόσβασή τους, αλλά να μην χάνουν εντελώς το δικαίωμα πρόσβασης οι ανεμβολίαστοι, να συμμετέχουν με μια διαφορετική συνθήκη. Ένας τέτοιος χειρισμός δεν προάγεται μόνο για νομικούς λόγους, αλλά και διότι διαφορετικά θα επέλθουν αρνητικές συνέπειες που θα βρεθούν ακροδεξιοί λαϊκιστές να τις εκμεταλλευτούν», επισημαίνει ο διδάκτορας Φιλοσοφίας του Δικαίου. «Όσον αφορά τις ιδιωτικές εταιρείες, υπερισχύει το στοιχείο της οικονομικής ελευθερίας. Ο ιδιώτης μπορεί να βάλει τους δικούς του κανόνες, αρκεί να μη φτάσει στο σημείο να θίξει τον πυρήνα του δικαιώματος κάποιου άλλου».

 

***

 

Πρόσφατα σε συνέντευξή της στην «Εποχή» η πολιτική επιστημόνισσα και μεταδιδακτορική ερευνήτρια στο Πάντειο πανεπιστήμιο, Αναστασία Καφέ διαπίστωνε ότι «πολύ συχνά η πολιτική εμπιστοσύνη συσχετίζεται με την κοινωνική εμπιστοσύνη. Αυτό σημαίνει ότι η εμπιστοσύνη που έχουμε απέναντι στον άλλον, τον συνάδελφό μας, τον γείτονά μας, τον συμπολίτη μας, συσχετίζεται πολύ με την εμπιστοσύνη που θα δείξουμε αργότερα στους πολιτικούς θεσμούς. Θεωρώ ότι τεχνηέντως η κυβέρνηση έκανε επίκληση στην ατομική ευθύνη των πολιτών, γιατί έτσι δεν είχε απολύτως την ευθύνη για όσα συνέβαιναν, αλλά αυτή μετακυλιόταν στους πολίτες.» Με αφορμή αυτή την προσέγγιση συζητήσαμε μαζί της για αυτό το συσχετισμό και την αναφορά που τυχόν έχει στη διστακτικότητα εμβολιασμού.

 

«Εντοπίζεται τεράστιο έλλειμμα εμπιστοσύνης στους πολιτικούς θεσμούς στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. Αντίθετα, η εμπιστοσύνη στους επιστημονικούς θεσμούς εμφανίζεται αυξημένη, αλλά εδώ θα χρειαστεί να κάνουμε έναν διαχωρισμό χρονικών φάσεων της πανδημίας. Τους πρώτους μήνες της πανδημίας η εμπιστοσύνη αυτή όντως εμφανίστηκε με σαφήνεια. Στη συνέχεια, η εμπιστοσύνη προς τους ειδικούς άρχισε να διαρρηγνύεται, και λόγω της παρατεινόμενης καραντίνας αλλά και λόγω του ότι το έλλειμμα πολιτικής εμπιστοσύνης συμπαρέσυρε το έλλειμμα εμπιστοσύνης στους επιστήμονες. Κοιτάζοντας ευρήματα της τελευταίας έρευνας του Οργανισμού Έρευνας και Ανάλυσης ΔιαΝΕΟσις σχετικά με τον εμβολιασμό και την εμπιστοσύνη, αποτυπώνεται εμπιστοσύνη προς τον οικογενειακό γιατρό και φαρμακοποιό παρά προς την επιστημονική επιτροπή ή προς όποιο θεσμικό παράγοντα διαχειρίζεται αυτήν την υγειονομική κρίση. Είναι εν γένει παρατηρήσιμο σε έρευνες ότι όταν δημιουργείται μια επιστημονική επιτροπή που αναγκαστικά συνεργάζεται με κρατικούς θεσμούς, τότε το έλλειμμα εμπιστοσύνης στους πολιτικούς συμπαρασύρει την εμπιστοσύνη στους επιστημονικούς θεσμούς», επισημαίνει η Α. Καφέ.

Σε αυτό το δίπολο υπεισέρχεται και εν τέλει φιλτράρει την πραγματικότητα και διαμορφώνει την τελική εικόνα, η παρέμβαση των ΜΜΕ. «Χαρακτηριστικό παράδειγμα το πώς παρουσιάστηκε "το τέλος της μάσκας" για το οποίο ποτέ δεν γνωμοδότησε ούτε αποφάσισε κάποια επιτροπή ή θεσμός αντίστοιχα. Εκεί λοιπόν υπάρχει μια συνολικότερη ευθύνη και στον τρόπο που συλλήβδην το πολιτικό σύστημα μεταχειρίζεται τους ειδικούς και στον τρόπο που τα ΜΜΕ παρουσιάζουν τη διαχείριση της πανδημίας». Στο ζήτημα του εμβολιασμού αυτή η ευθύνη αποτυπώθηκε γλαφυρά. «Χρειάζεται να γίνει με ευθύνη και των πολιτικών κομμάτων εκστρατεία ενημέρωσης των πολιτών για τον εμβολιασμό σε όλα τα επίπεδα. Χρειάζεται και τα ΜΜΕ να πάψουν να στοχεύουν αποκλειστικά στην υψηλή τηλεθέαση και τα αυξημένα κλικ.

 

***

 

Όταν χρειάστηκε να «μείνουμε σπίτι» ή να «μείνουμε ασφαλείς», μεγάλα οικονομικά πακέτα κατευθύνθηκαν προς τα ΜΜΕ για να προωθηθεί το μήνυμα μιας σχεδιασμένης επικοινωνιακής εκστρατείας. Στην περίπτωση του εμβολιασμού, η επικοινωνιακή εκστρατεία ήταν δυσανάλογη του στόχου και η αυθόρμητη προσέλευση αντιμετωπίστηκε σχεδόν σαν αυτονόητη. Μόνο που η στρατηγική της αντιμετώπισης του πολίτη ως ατόμου και ως καταναλωτή, που χαρακτήρισε τη διαχείριση, και από επικοινωνιακής πλευράς, της πανδημίας, καθώς και το έλλειμμα ενημέρωσης, μαζί με την υπερπροβολή και δραματοποίηση μεμονωμένων και εντός του αναμενόμενου τραγικών περιστατικών παρενεργειών των εμβολίων από τα ΜΜΕ, είχαν ήδη υπονομεύσει την «αυτονόητη» επιτυχία του εμβολιασμού. Ανιχνεύουμε αυτήν την πτυχή της διαχείρισης της πανδημίας με την αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού, με αντικείμενο την Πολιτική Επικοινωνία και την Ανάλυση του Πολιτικού Λόγου, Μαριάννα Ψύλλα.

 

«Από τη σκοπιά της πολιτικής επικοινωνίας, είναι τελείως διαφορετική μια οργανωμένη απεύθυνση στο κοινό μέσω του ίδιου του Δημόσιου, με αίσθηση ευαισθητοποίησης και όχι με γνώμονα συμφέροντα ιδιωτικά ή για τη δημιουργία ενός θεάματος με τους όρους της αγοράς και της διαφήμισης, αλλά στο πλαίσιο μιας κοινωνικής πολιτικής, με την έννοια της απεύθυνσης στον πολίτη και όχι στο άτομο. Ιδιαίτερα σε θέματα δημόσιας υγείας χρειάζεται έμφαση στη λειτουργία της μονάδας μέσα σε ένα σύνολο. Γίνεται αισθητή από τον παραλήπτη του μηνύματος η επίκληση του ατόμου ως πολίτη του οποίου τη συνεργασία αποζητά το κράτος για να μπορέσει να επιτευχθεί η αρμονική συνύπαρξη με το σύνολο. Αντίθετα, η επίκληση της ατομικής ευθύνης χαρακτηρίζει τη νεοφιλελεύθερη λογική, παραμερίζει τη συλλογικότητα, μειώνει το ρόλο του κράτους, δεν προτάσσει την παραδοχή ότι μόνο ο καλά πληροφορημένος και ευαισθητοποιήμενος πολίτης μπορεί να πορευθεί σταθερά προς το στόχο. Στην ίδια λογική ανήκει η αντιμετώπιση του πολίτη ως καταναλωτή, η στόχευση στην ορατότητα των ατόμων-μελών της κυβέρνησης. Αυτή είναι η κατασκευή που οικοδομήθηκε καθόλη τη διάρκεια της πανδημίας, ακολουθήθηκαν συγκεκριμένα βήματα στο πεδίο της επικοινωνίας, επιλέχθηκε μια ολόκληρη στρατηγική στην επικοινωνιακή πολιτική που είναι δύσκολο να αναστραφεί σε μικρό χρονικό διάστημα», επισημαίνει η Μ. Ψύλλα.

«Στη θεωρία της επικοινωνίας, υπάρχουν δύο βασικά ρεύματα: το πιο συντηρητικό, η λεγόμενη μεταδοτική σχολή που λέει ότι ένας πολιτικός, εφόσον έχει τα μέσα στη διάθεσή του, μπορεί να επηρεάσει συνειδήσεις προς την κατεύθυνση που επιθυμεί. Υπάρχει και το ρεύμα που βλέπει την επικοινωνία με ένα πιο σφαιρικό τρόπο, που δεν εστιάζει στην αποτελεσματικότητα, αλλά στη συμμετοχή. Που θεωρεί ότι δεν είναι ένας που μεταδίδει, αλλά και ότι ο αποδέκτης του μηνύματος υπό συγκεκριμένες συνθήκες και περιβάλλοντα μπορεί να γίνει πομπός. Πιο συγκεκριμένα, δεν θεωρεί ότι υπάρχει μια δεδομένη πληροφορία που μεταδίδεται με αποτελεσματικό ή μη τρόπο, αλλά μια κατασκευή στην οποία ο πολίτης αποτελεί δυναμικό μέλος και φορέα διαφορετικών ιδεολογικο-πολιτικών απόψεων. Η κυβέρνηση με συνέπεια υπηρετεί πιστά τη δική της ιδεολογικο-πολιτική τοποθέτηση, που αντιμετωπίζει τον πολίτη ως παθητικό δέκτη και χρησιμοποιεί τα ΜΜΕ και τη διαφήμιση ως κυρίως κανάλια επικοινωνίας», σημειώνει η καθηγήτρια Επικοινωνίας. «Όμως ιδιαίτερα η δημόσια υγεία είναι ένα τομέας όπου για να είναι αποτελεσματική η επικοινωνία, δεν αρκεί να ανακοινώνεται ένα τελικό αποτέλεσμα στον πολίτη αλλά χρειάζεται να καθίσταται συμμέτοχος σε μια διαδικασία».

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet