Ποιος θα μπορούσε να το φανταστεί; Ότι ένας άνθρωπος με αυτή την αγγελική μορφή, θα έφτανε στο σημείο να διαπράξει τέτοιο φριχτό έγκλημα; Δεν δικάστηκε και φυσικά ούτε καταδικάστηκε ενώπιων των πολλών. Σιγή επικράτησε και τα κρίματα του έμειναν να βαραίνουν μόνο τις συνειδήσεις των εμπλεκόμενων στο φονικό. Το πτώμα δεν βρέθηκε ποτέ γιατί δεν υπήρξε ποτέ. Ούτε μαχαίρι ούτε τσεκούρι ούτε μπιστόλι δεν άγγιξαν τα χέρια του. Το μυαλό του δεν μπήκε στον πειρασμό να στάξει δύο-τρεις σταγόνες δηλητήριο στο ποτό της, μήτε το χέρι του ένιωσε την παρόρμηση να σφίξει το μαξιλάρι πάνω στα χείλη της καθώς εκείνη μετρούσε του ύπνου της τις αναπνοές.

Και όμως μια γυναίκα πέθανε, με τρόπο φριχτό και βάναυσο. Το κορμί της δεν έσβησε στην αρρωστημένα αποστειρωμένη ατμόσφαιρα ενός νοσοκομείου. Μήτε λαχτάρησε τις ψιχάλες να το λυτρώσουν από το μαρτύριο της φωτιάς. Ο δολοφόνος δεν την έδεσε, δεν την κακοποίησε, το σώμα της έμεινε ανέπαφο, καθαρό χωρίς καμία αλλαγή, χωρίς τίποτα να φανερώνει το θανατικό που ζούσε μέσα του.

Υπάρχουν χιλιάδες τρόποι για να σκοτώσει κανείς. Άλλοι συνηθισμένοι, άλλοι πιο ευφάνταστοι. Όλοι υπόκεινται στη μανία και την ψυχοσύνθεση του δολοφόνου. Ο δικός μας εγκληματίας όμως προτίμησε κάτι πιο σκοτεινό, κάτι πιο σίγουρο από μια απλή δολοφονία. Γιατί τα λάθη πληρώνονται και πρέπει να είσαι διατεθειμένος να πληρώσεις το τίμημα των λαθών σου. Εκείνη δεν ήταν.

Ο δολοφόνος ήθελε να πάρει εκδίκηση, για πράγματα που είχαν ειπωθεί στο παρελθόν, μακρινό ή κοντινό, ελάχιστη σημασία έχει και για εκείνον και για εμάς. Ό,τι μας πληγώνει μένει στη μνήμη μας και είναι σαν να το βιώσαμε χτες, σήμερα, τώρα. Με μαεστρία έστησε τον ιστό του γύρω από το θύμα και μετά το χτύπησε με το μοναδικό όπλο που ήξερε να χρησιμοποιεί, τις λέξεις. Μη νομίζεις φίλε αναγνώστη ότι το όπλο του ήταν αδύναμο και ότι αδυνατούσε να κάνει την δουλειά. Όχι, κάνεις μεγάλο λάθος. Γιατί ο δολοφόνος με το αγγελικό πρόσωπο ήθελε να πετύχει το ακατόρθωτο, να νικήσει τον χρόνο, να τα βάλει με τον ίδιο τον Θεό. Και φυσικά τα κατάφερε. Ουδέποτε κάποιος από τους περήφανους δολοφόνους κατά συρροή είχε ποτέ του τέτοια έμπνευση. Ένα ολοζώντανο πτώμα!

 

***

 

Υπάρχουν χιλιάδες τρόποι για να σκοτώσει κανείς.
Ο δικός μας εγκληματίας όμως προτίμησε κάτι πιο σκοτεινό,
κάτι πιο σίγουρο από μια απλή δολοφονία.

 

***

 

Αυτό ακριβώς δημιούργησε ο δολοφόνος μας. Έναν άνθρωπο, μια γυναίκα, χωρίς ίχνος ελπίδας, αισθήματος, ζεστασιάς μέσα της, ούτε για εκείνον ούτε για κανέναν άλλον, μια για πάντα. Τα κίνητρα του ίσως αμφισβητηθούν ίσως παρεξηγηθούν ίσως να μη γίνουν δεκτά ίσως όμως και να γίνουν. Ελάχιστη σημασία έχει τώρα πια. Όταν παίρνεις την ελπίδα από έναν άνθρωπο, όταν του στερήσεις και το τελευταίο πράγμα στο οποίο πιστεύει, τότε πώς θα τον κρατήσεις στη ζωή και πώς μετά θα τον αναστήσεις; Όχι, αυτό είναι ένα ταξίδι χωρίς γυρισμό, ένα σχέδιο τελειωτικό.

Το να θέλει κανείς να βλέπει τα αποτελέσματα του καταστροφικού του έργου, σίγουρα είναι προϊόν απόλυτης παράνοιας και μίσους. Οι δολοφόνοι σκοτώνουν τα θύματα τους για χιλιάδες λόγους, αλλά μετά τα εγκαταλείπουν ή τα θάβουν, για να μην τα βλέπουν, για να μην τους πιάσουν, για να μη γεμίσουν τύψεις σε μια αναλαμπή λογικής και διαυγείας του μυαλού τους. Ο δολοφόνος μας όμως επέλεξε να βλέπει κάθε μέρα το πτώμα της γυναίκας που σκότωσε.

Κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε στιγμή που περνούσε, εκείνη βρισκόταν πλάι του, ανασαίνοντας χωρίς και η ίδια να το γνωρίζει πως δεν ζούσε. Μόνο μια μικρή φωνή μέσα της προσπαθούσε να την προειδοποιήσει πως κάτι δεν πήγαινε καλά, πως κάτι δεν ήταν σωστό. Μα εκείνη, πλανεμένη από της καρδιάς τους χτύπους –τους ίδιους χτύπους που εκείνος τόσο βίαια είχε αποφασίσει να διακόψει– ζούσε και ανέπνεε μονάχα για εκείνον. Αυτή έτσι πίστευε χαμένη μέσα στου ρομαντισμού τη δίνη, αυτός πλέον το γνώριζε, αισθανόμενος την πιο ψυχρή λογική του εαυτού του.

Το έργο ήταν δύσκολο, φίλε αναγνώστη. Πώς θα μπορούσε να μην είναι; Αλλά ο δολοφόνος ήταν μεθοδικός και υπομονετικός, όπως κάθε επαγγελματίας δολοφόνος οφείλει να είναι. Ξεκίνησε από απλά πράγματα, καθημερινά. Από εκείνα που δεν κάνουν εντύπωση, που είναι τόσο συνηθισμένα ώστε να περνάν απαρατήρητα. Έκτισε έτσι σιγα σιγά τα θεμέλια πάνω στα οποία θα ύψωνε τον σταυρό για να κρεμάσει το θύμα του. Λέξεις και εκφράσεις ανούσιες έβγαιναν από τα χείλη του, σε άσχετες στιγμές, μεταμφιεσμένες αθώες, πλανεμένα καλοπροαίρετες, σε φαινομενικά χρόνους ακατάλληλους. Ένα σχόλιο για τα μαλλιά, τα ρούχα, τον τρόπο που κρατούσε το πιρούνι, κρυμμένα πίσω από το συνοδευτικό ψεύτικο χαμόγελο και η ζημιά δεν άργησε να γίνει.

Η γυναίκα άρχισε να αμφισβητεί τον εαυτό της. Πώς στέκεται, πώς μιλάει, πώς κινείται. Αμφιβολίες τρύπωσαν στο μυαλό της και αργά αλλά μεθοδικά, ο δολοφόνος τις ανάγκασε να βγάλουν ρίζες και να πολλαπλασιαστούν. Έχασε την εκτίμηση στον εαυτό της, τη θηλυκότητα της, και στο τέλος και τον ίδιο της τον εαυτό. Τα σχόλιά του πλήθαιναν με τον καιρό και γινόντουσαν πιο επικριτικά, πιο καυστικά, πιο σαρκαστικά. Όταν τελείωσε αυτό το στάδιο η γυναίκα δεν είχε καμία εμπιστοσύνη στον εαυτό της και ήταν απόλυτα εξαρτημένη από αυτόν. Δεν μπορούσε πλέον να σκεφτεί και όσα πίστευε πως ήταν σωστά τώρα τα μετρούσε για λάθη. Ο δολοφόνος χαμογελούσε αυτάρεσκα στον εαυτό του. Το πρώτο καρφί είχε καρφωθεί με επιτυχία και ήδη οι παλάμες της γυναίκας αιμορραγούσαν πάνω στο ξύλο.

 

***

 

Το πρώτο καρφί είχε καρφωθεί με επιτυχία
και ήδη οι παλάμες της γυναίκας
αιμορραγούσαν πάνω στο ξύλο.

 

***

 

Ο άντρας με το αγγελικό πρόσωπο θεώρησε πως είχε έρθει η ώρα να περάσει στο δεύτερο στάδιο του σχεδίου του. Ειδήσεις τρομαχτικές άρχισαν να βγαίνουν από τα χείλη του. Ειδήσεις για ληστές που έκλεβαν μικρά παιδιά στον δρόμο και βιαστές που τρομοκρατούσαν ανυπεράσπιστές γυναίκες. Ειδήσεις που προμήνυαν το τέλος του κόσμου που έφτανε, που μάντευαν την επιστροφή των αρχαίων θεών και την εκδίκηση που θα έπαιρναν από τους άπιστους. Ειδήσεις για μια οικονομία που όλο χειροτέρευε και μαζί της και οι άνθρωποι βυθιζόντουσαν, έτοιμοι να χαθούν στην άβυσσο της ακολασίας.

Μαζί ερχόντουσαν και τα παρηγορητικά λόγια… Σε μια ατελείωτη εναλλαγή. Οι κλέφτες θα σκοτωνόντουσαν από το δικό του το σπαθί, οι βιαστές δεν θα πείραζαν ποτέ την γυναίκα την δικιά του. Το τέλος του κόσμου θα έφτανε αλλά όχι για εκείνον και την γυναίκα που θα είχε δίπλα του. Οι θεοί θα επέστρεφαν και θα τον δεχόντουσαν σαν όμοιο τους χαρίζοντας του μια θέση στον ουρανό πλάι τους. Και η οικονομία μπορεί να κατέρρεε αλλά εκείνος θα στεκόταν βράχος που δεν θα τον έπαιρνε καμιά θάλασσα, και εκείνη γαντζωμένη πάνω σε αυτόν τον βράχο θα μπορούσε να βλέπει αμέριμνη, δίχως έγνοιες τους άλλους να βουλιάζουν.

Το δεύτερο καρφί καρφώθηκε τόσο δυνατά πάνω στο ξύλο, που κόντεψε να το σπάσει. Ο δολοφόνος της ψυχής ένιωσε τεράστια ευτυχία όταν διαπίστωσε πως η γυναίκα όλο και πιο σπάνια έβγαινε από το σπίτι της, όλο και πιο συχνά κοιτούσε στον δρόμο μήπως την ακολουθεί κανείς, όλο και πιο πολλές φορές βασιζόταν πάνω του για τα οικονομικά και ήθελε να ακούει την άποψη του.

«Καιρός για το τελευταίο χτύπημα», σκέφτηκε ο δολοφόνος με το αγγελικό πρόσωπο και έτσι ένα πρωί την εγκατέλειψε. Εκείνη στην αρχή δεν το κατάλαβε, νόμιζε ότι οι ώρες θα περνούσαν και εκείνος θα επέστρεφε κοντά της. Έπρεπε να επιστρέψει κοντά της γιατί μόνη της δεν μπορούσε να κάνει τίποτα σωστά. Μόνη της δεν μπορούσε να ντυθεί, δεν μπορούσε να φάει, δεν μπορούσε να σκεφτεί. Ούτε έξω από το σπίτι της δεν μπορούσε να βγει γιατί φοβόταν. Έκατσε λοιπόν δίπλα από το παράθυρο και περίμενε εκείνον να γυρίσει. Ο ήλιος σηκώθηκε ψηλά και έπειτα κατέβηκε πάλι αλλά εκείνος δεν φάνηκε. Μόνο τότε το μυαλό της άρχισε να της ψιθυρίζει ότι εκείνος είχε φύγει για πάντα και δάκρυα κύλησαν στα μάγουλα της προσπαθώντας να ξεπλύνουν αυτές τις σκέψεις.

Αλλά οι σκέψεις δυνάμωναν, κάθε λεπτό που περνούσε γινόντουσαν όλο και πιο έντονες, σαν ουρλιαχτά. Και τότε η πόρτα άνοιξε και εκείνος μπήκε μέσα. Η γυναίκα έτρεξε ανακουφισμένη και έπεσε στην αγκαλιά του κλαίγοντας. Ο δολοφόνος όμως την έσπρωξε ψυχρά.

 

***

 

Οι βελόνες της στεναχώριας
είχαν ράψει το στόμα της τόσο δυνατά
που τα χείλη της μάτωναν. 

 

***

 

«Δεν είμαι ευτυχισμένος μαζί σου», της είπε. «Δεν μπορείς να σκεφτείς, δεν μπορείς να κάνεις τίποτα χωρίς εμένα και εγώ δεν αντέχω άλλο».

Η γυναίκα τον κοίταξε αμίλητη. Οι βελόνες της στεναχώριας είχαν ράψει το στόμα της τόσο δυνατά που τα χείλη της μάτωναν. Ο δολοφόνος φίλησε αυτό το αίμα και με αυτό το κόκκινο φιλί την αποχαιρέτησε.

Η γυναίκα δεν μπόρεσε να συνέλθει ποτέ και δεν ξαναβρήκε τον εαυτό της. Έμεινε κρεμασμένη στον σταυρό που της είχε φτιάξει ο δολοφόνος και κυκλοφορούσε ανάμεσα στους ζωντανούς χωρίς να έχει το δικαίωμα να είναι ανάμεσα τους. Γιατί πλέον δεν είχε ψυχή, ήταν απλά ένα σώμα που κινιόταν και μόνο ο δολοφόνος της ήξερε πως την ψυχή της την κρατούσε εκείνος φυλαγμένη και κρυμμένη σε κάποιο σκοτεινό μέρος για πάντα.

 

Ναταλία Δεδουσοπούλου Η Ναταλία Δεδουσοπούλου είναι συγγραφέας. Το πρώτο της βιβλίο «Ο Αρλεκίνος και άλλες ιστορίες» κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Εύμαρος. Στις ίδιες εκδόσεις συμμετέχει με ένα παραμύθι της στο βιβλίο «42 κείμενα καραντίνας». Το δεύτερο της βιβλίο «Πριν γίνουμε πουλιά» κυκλοφορεί από τις Μικρές εκδόσεις. Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet