Φρανσουά Ρικάρ «Η λυρική γενιά. Δοκίμιο για τη ζωή και το έργο των πρώτων baby boomers», μετάφραση: Γιώργος Καράμπελας, επίμετρο: Λάκης Προγκίδης, εκδόσεις Μάγμα, 2020

 

Καθηγητής λογοτεχνίας και επιφανής δοκιμιογράφος, ο Καναδός φιλόσοφος Φρανσουά Ρικάρ έγραψε στα 1992 το εν λόγω δοκίμιο, το οποίο άργησε δέκα ολόκληρα χρόνια να εκδοθεί –με επιμονή του Λάκη Προγκίδη– στην Ευρώπη και συγκεκριμένα στη Γαλλία. Αλλά και η τωρινή, μετά τριάντα χρόνια στα καθ’ ημάς εμφάνισή του καθόλου δεν αφαιρεί την επικαιρότητα των αιχμηρών αναλύσεών του. Παρόλο, δε, που αναφέρεται στην ιδιαίτερη περίπτωση της πατρίδας του, του Κεμπέκ, οι διαπιστώσεις του αφορούν όλη τη γενιά των 60’s.

Αλλά και το ύφος του Ρικάρ αποκαλύπτει ένα δοκίμιο βιωματικό καθώς και ο ίδιος αποτελεί μέλος της «λυρικής γενιάς», όπως αποκαλεί τα παιδιά του ’60. Γιατί λυρική; Διότι όλοι αυτοί οι νέοι κατέχονταν από το αίσθημα ελαφρότητας του κόσμου· χαλαρές υπάρξεις που αμφισβητούσαν τα πάντα και ήθελαν τα πάντα. Αυτό, όμως, που πραγματικά ποθούσαν ήταν να περάσουν στην πρώτη γραμμή της εξουσίας. Ούτως ή άλλως ήταν ήδη νικητές από τα γεννοφάσκια τους. Ο Ρικάρ υπογραμμίζει πως η γενιά των baby boomers ορίζεται ανθρωπολογικά απ’ την εικοσαετία 1937-1957, με ένταση γεννήσεων μετά το τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου. Και είναι οι πρωτότοκοι που απετέλεσαν την πρωτοπορία, που άνοιξαν τον δρόμο για να ακολουθήσουν οι μικρότεροι. Σε μεγάλους αριθμούς, μιας και μετά την καταστροφή κατάφθανε η ανοικοδόμηση με υψηλές ταχύτητες. Εκατομμύρια έφηβοι ζούσαν την εφηβεία τους χωρίς εργασιακούς καταναγκασμούς – κατανάλωναν, φλέρταραν, διεκδικούσαν. Από την άλλη, οι γονείς με νωπές μνήμες πολέμου, παράλληλα με την απουσία –στα μικρά τους– κάθε ανεξαρτησίας λόγω σκληρής δουλειάς και άκαμπτων κανόνων οικογενειακής συμπεριφοράς, άνοιξαν οικειοθελώς τον δρόμο στα νεαρά βλαστάρια καθώς συναινούσαν στις απαιτήσεις τους. Πίστευαν πως οι γιοί και οι κόρες τους θα μπορούσαν να διαμορφώσουν μια κοινωνία καλύτερη απ’ τη δική τους. Αν δεν ήταν αλληλέγγυοι απέναντί τους, δεν ήταν κατ’ ανάγκη ανταγωνιστές τους: «Αμφισβήτηση θα πει ακριβώς επανάσταση στην πράξη, καθημερινή, γειωμένη, στραμμένη ενάντια σε στόχους μεταβαλλόμενους και πάντα καινούργιους. Είναι το λυρικό αντάρτικο: για να μη "βαλτώσεις", δηλαδή για να τροφοδοτείς την ανυπομονησία, για να κρατάς ζωντανό το συναίσθημα της δύναμής σου και ατελείωτη τη γιορτή, ψάχνεις παντού θύλακες αντίστασης, ξεριζώνεις από παντού το σταθερό και το επαχθές, και πυροβολείς ό,τι κινείται – εν προκειμένω, ό,τι δεν κινείται. Καθηγητές, γονείς, εργοδότες, πολιτικοί ιθύνοντες, διανοούμενοι, θεσμοί, παραδόσεις, καθετί που αντιπροσωπεύει την τάξη ή τη σταθερότητα θεωρείται καταπιεστικό, σφετεριστικό και πληκτικό, και ως τέτοιο αξίζει να επικρίνεται, αν όχι να πατάσσεται. Όχι κατ’ ανάγκην για να προκύψει κάτι καλύτερο, αλλά για να ανοίξει απλώς χώρος, να αλλάξει ο κόσμος, να ελαφρύνουν όλα και να μη σταματήσει πουθενά η ξέφρενη αυτή διαλεκτική, αυτό το μεθυστικό "μπιτ" που πρέπει να είναι ο ρυθμός της ίδιας της ιστορίας».

Οι ενήλικες διανοούμενοι του ’60 έγιναν οι μέντορές τους , η φωνή της λυρικής γενιάς, μπροστάρηδες στην «επανάσταση» των νέων. Όταν, όμως, λίγα χρόνια αργότερα, οι τελευταίοι κατέκτησαν πόστα εξουσίας παρέδωσαν γρήγορα στη λήθη το ανατρεπτικό παρελθόν, καθώς επεδίωκαν πλέον να διατηρήσουν το προσωπικό τους status quo. Όταν, στη δεκαετία του ’80 οι επελαύνοντες -ισμοί του νεοφιλελευθερισμού κατέστρεφαν κάθε προσπάθεια κοινωνικής αλλαγής, η άρχουσα πια λυρική γενιά άλλαξε άρδην ρότα, άφησε στην άκρη τις όποιες ριζοσπαστικές ιδεολογίες και με απίστευτο κυνισμό βούτηξε στα σκοτεινά νερά του ατομισμού και της πλήρους ιδιώτευσης με αποτέλεσμα την κοινωνική ζούγκλα που ζούμε σήμερα.

Αντώνης Ν. Φράγκος Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet