Η πρόσφατα εκλεχθείσα κοσμητόρισσα της Σχολής Κοινωνικών Επιστημών στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, Αθηνά Αθανασίου, αναλύει τις σύγχρονες εκδηλώσεις της πατριαρχίας και του σεξισμού, τονίζοντας την ελπίδα που δίνουν τα φεμινιστικά κινήματα και τα «αναχώματα χειραφέτησης που χτίζουν τα συλλογικά πολιτικά υποκείμενα μέσα από την πολιτική της στ-οργής».

 

 

Στα δύο χρόνια διακυβέρνησης της ΝΔ έχουν παρατηρηθεί πολλά πισωγυρίσματα σε σχέση με την ισότητα των φύλων, όπως για παράδειγμα η αλλαγή της ονομασίας, και του σκοπού, της Γενικής Γραμματείας Ισότητας, κατάργηση της θεματικής εβδομάδας στα σχολεία για την έμφυλη ισότητα, δικαίωμα του κακοποιητή γονιού στη συνεπιμέλεια, συμμετοχή στελεχών της στο συνέδριο για τη γονιμότητα κ.ά. Τι δείχνει αυτό κατά τη γνώμη σας;

Η διακυβέρνηση της ΝΔ επιζητεί να σφυρηλατήσει μια νεοσυντηρητική ηγεμονία του «μεσαίου χώρου», πότε απευθυνόμενη ευθέως και πότε κλείνοντας το μάτι στο ακροδεξιό της ακροατήριο και το διογκούμενο κύμα της alt right. Το σεξιστικό συνέδριο για τη γονιμότητα επιχείρησε να καταπατήσει το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση, που είναι κεκτημένο μακροχρόνιων αγώνων. Η επανενεργοποίηση του λόγου για το «δημογραφικό πρόβλημα» απηχεί τον εθνικιστικό λόγο της δεκαετίας του 1990 για τη δήθεν υπογεννητικότητα των Ελλήνων, που, σε συνδυασμό με τη δήθεν υπερ-γεννητικότητα των «άλλων», απειλεί την καθαρότητα της «ελληνικής φυλής». Η μετονομασία της Γενικής Γραμματείας Ισότητας των Φύλων σε Γενική Γραμματεία Δημογραφικής και Οικογενειακής Πολιτικής και Ισότητας των Φύλων ήταν αποκαλυπτική της θεσμικής υποβάθμισης της έμφυλης ισότητας –καθόλου περίεργο βέβαια για έναν πολιτικό χώρο που θεωρεί την ανισότητα «φυσική». Η προώθηση της υποχρεωτικής συνεπιμέλειας χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι δομικές διακρίσεις σε βάρος των γυναικών και χωρίς να αντιμετωπίζεται η ενδοοικογενειακή βία, στερεώνει τα «φυσικά» πατριαρχικά προνόμια σε βάρος των γυναικών και μετατρέπει την επιμέλεια σε πεδίο άνισης κατανομής ισχύος με έμφυλους και ταξικούς όρους. Σ’ αυτό το πλαίσιο εντάσσεται η υποστήριξη των ευρωβουλευτών/τριών της ΝΔ σε υπερσυντηρητικά ψηφίσματα που υποσκάπτουν το δικαίωμα στην έκτρωση, παραμένοντας άλλωστε στη γραμμή της καταψήφισης της νομικής αναγνώρισης ταυτότητας φύλου και της γενικά αρνητικής στάσης στο νομοσχέδιο για το σύμφωνο συμβίωσης. Πηγή ελπίδας είναι τα αναχώματα χειραφέτησης που χτίζουν τα συλλογικά πολιτικά υποκείμενα μέσα από την πολιτική της στ-οργής (να μια λέξη ενσώματης κριτικής θεωρίας, που αναδύθηκε από το κίνημα για τον Ζακ Κωστόπουλο / τη Zackie Oh), δηλαδή της καταπολέμησης της βίας και συντροφικής επούλωσης των συλλογικών τραυμάτων, πέρα από τα κανονιστικά στεγανά της πατριαρχικής και πατριωτικής οικογένειας. Η ελπίδα είναι η ανανεωτική ριζοσπαστική Αριστερά όχι μόνο να μην αναμένει υποστυλώματα από τον καθιερωμένο συντηρητισμό, αλλά να τα αποφυσικοποιεί και να τα τσακίζει καθημερινά.

 

Ταυτόχρονα, γίνονται συνεχώς γνωστά περιστατικά έμφυλης βίας. Θεωρείτε ότι πρόκειται για αύξηση του φαινομένου ή για μεγαλύτερη δημοσιότητα και ευαισθητοποίηση σχετικά με αυτό;

Ο αγώνας είναι διαρκής για να πάψει να προσπερνιέται η έμφυλη βαναυσότητα καταχωνιασμένη στην πατριαρχική κανονικότητα. «Ούτε μια λιγότερη»: είναι πια η φράση–ορόσημο μιας παγκόσμιας κινητοποίησης για να πάψουν οι γυναίκες και οι θηλυκότητες να είναι αναλώσιμες. Με συνθήματα όπως «Ακόμη κι αν φορέσω τη φούστα μου καπέλο, όταν λέω όχι σημαίνει πως δεν θέλω», και «Από την Αθήνα μέχρι τη Χιλή, φεμινισμοί ταράζουνε ολόκληρη τη γη», αυτή η παγκόσμια αγωνιστική ποιητική αντιστέκεται στην ιδιωτικοποίηση της οδύνης του σεξισμού, με μια ενδυναμωτική και επουλωτική συντροφικότητα, απαραίτητη στον αγώνα για έναν κόσμο όπου οι ευαλωτότητές μας δεν θα παραβιάζονται. Η αντίσταση στην κοινοτοπία της έμφυλης βίας δεν ανάγεται στη δημοφιλή σαγήνη του σκανδάλου. Χρειάζεται συστηματική παρέμβαση στις σχέσεις εξουσίας που αναπαράγουν τη σιωπηρή νομιμοποίηση της έμφυλης βίας, μέσα σε «αθώα» σεξιστικά στερεότυπα για το τι σημαίνει να είσαι «μάγκας», να «φοράς παντελόνια», «να λες και μια κουβέντα παραπάνω», κτλ. Χρειάζονται δομές – αναχώματα στο εδραιωμένο καθεστώς που καθιστά την καταγγελία επώδυνη, μάταιη, στιγματιστική ή απειλητική για τις καταγγέλλουσες και επιζώσες. Όπως το έχει θέσει μια φεμινίστρια φιλόσοφος: δεν είναι ότι τα υπεξούσια υποκείμενα δεν μιλούν, αλλά ότι δεν υπάρχουν όροι και συνθήκες που εξασφαλίζουν ότι θα (εισ)ακουστούν. Πόσο ασφαλείς μπορούμε να νιώσουμε καταγγέλλοντας ενδοοικογενειακή βία σε ένα αστυνομικό τμήμα; Από πού άντλησε την άνεση αντροπαρέας ο νεοδημοκράτης συνδικαλιστής της αστυνομίας για να δώσει οδηγίες συγκάλυψης σε επίδοξους γυναικοκτόνους; Όπως λέει το σύνθημα: «Πες το με το όνομά του: γυναικοκτονία». Ο όρος feminicídio (γυναικοκτονία), που υποδηλώνει το μισογυνικό έγκλημα, είναι ένας πολιτικός νεολογισμός που ξενίζει ακριβώς επειδή αναταράσσει την πατριαρχική γραμματική για να πει και να ακουστεί: όχι πια έμφυλη κυριαρχία.

 

Πώς εκδηλώνεται στη σύγχρονη κοινωνία ο σεξισμός και πώς συνδέεται με μια γενικότερη επιστροφή του συντηρητισμού στη Δύση;

Πρέπει, νομίζω, να τοποθετούμε τον σεξισμό στα ευρύτερα πολιτικά του συμφραζόμενα: την ολοένα και περισσότερο οργανωμένη αποστροφή για την αγωνιστική και ριζοσπαστική δυναμική της δημοκρατίας εκ μέρους των κυρίαρχων κέντρων εξουσίας. Ο σεξισμός κατέχει στρατηγική θέση σ’ αυτό το αυταρχικό νεοσυντηρητικό κύμα. Αντίστοιχα, είναι κομβική η συμβολή του φεμινισμού στην κριτική ανάλυση και αναχαίτιση του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού και των σύγχρονων φασισμών. Ταυτόχρονα, ο φεμινισμός αποδεικνύει καθημερινά ότι δεν είναι ένα κίνημα λευκών μεσοαστών γυναικών (αν και υπάρχει και αυτός ο mainstream φεμινισμός, που αφομοιώνεται από τη νεοσυντηρητική ατζέντα). Δείτε πώς οι συγκλονιστικές φεμινιστικές διαμαρτυρίες στην Πολωνία το 2016 συνέδεσαν την υπεράσπιση των αναπαραγωγικών δικαιωμάτων και του δικαιώματος στην έκτρωση με την υπεράσπιση εργασιακών και πολιτικών δικαιωμάτων από τη νεοφιλελεύθερη και νεοσυντηρητική επίθεση. Ή πώς το νέο Σύνταγμα της Χιλής είναι νίκη μιας κοινωνικής εξέγερσης που είχε στην καρδιά της το αγωνιστικό πένθος ενάντια στην έμφυλη βία με το σύνθημα «No estamos todas» (Δεν είμαστε όλες εδώ), μαζί με αιτήματα για την πρόσβαση στη δημόσια υγεία και εκπαίδευση. Το σύνθημα «Η επανάσταση θα είναι φεμινιστική –ή δεν θα είναι επανάσταση», που αντηχεί στη Λατινική Αμερική, είναι η απάντηση στη νεοφιλελεύθερη και νεοσυντηρητική πατριαρχία. Αυτές οι νίκες είναι πολύτιμες ανάσες από τον ακροδεξιό ζόφο που δεν μας αφήνει να αναπνεύσουμε. Ανάσα είναι η καταγγελία που υπέβαλε ο μαθητής Α.Τ. στη Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης σχετικά με το θέμα των Πανελλήνιων Εξετάσεων στα Επαγγελματικά Λύκεια, που «έδειχνε» τη «διάδοση της ομοφυλοφιλίας» ως παράγοντα εμφάνισης σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων. Ανάσα είναι η αλληλεγγύη της εργαζόμενης και της φεμινιστικής ομάδας στην Ηλιούπολη που «ήταν εκεί» και έσωσαν μια γυναίκα από τα φρικτά βασανιστήρια του βιαστή και του διακινητή.

 

Στη χώρα μας φέτος είχαμε έντονη δραστηριοποίηση του κινήματος #MeToo. Μπορούμε να μιλήσουμε για αναζωπύρωση του φεμινιστικού κινήματος; Για χρόνια είχε εξασθενήσει. Ποιοι ήταν οι λόγοι και σήμερα ποια θα μπορούσαν να είναι τα επίδικά του, που θα ξανασυσπείρωναν τον κόσμο; 

Στον απόηχο της γυναικοκτονίας της Ελένης Τοπαλούδη το 2018, ανασυντάχτηκε ένα φεμινιστικό κίνημα που έρχεται από παλιά, δείχνοντας ότι η έμφυλη βία δεν αφορά απλώς «μεμονωμένα» περιστατικά, ούτε την «κακιά στιγμή», ούτε «οικογενειακή τραγωδία», ούτε τη «φάση που χάλασε», αλλά μια πατριαρχική τάξη πραγμάτων που έχει γίνει θανάσιμη ρουτίνα, μετατρέποντας τα σώματά μας σε πεδία μάχης. Ο αγώνας ενάντια στη σεξιστική κακοποίηση δεν ξεκινά με το #MeToo, ούτε τελειώνει σ’ αυτό. Είναι σημαντικό να ξαναπιάσουμε το νήμα των συλλογικών πόρων αντίστασης και αγώνων για αυτοδιάθεση. Αναμφίβολα το #MeToo έχει προκαλέσει δημόσιο διάλογο σχετικά με τη σεξιστική παρενόχληση και χειραγώγηση στον χώρο εργασίας. Σε αυτή την αγωνιστική παρακαταθήκη δημόσιας δια-μαρτυρίας ανήκει και το «Μανιφέστο των 343» που έγραψε και συνυπέγραψε η Σιμόν ντε Μποβουάρ στη Γαλλία το 1971, όπου γυναίκες δήλωναν «ένοχες» ότι είχαν κάνει έκτρωση (ανεξάρτητα από το αν είχαν κάνει). Τα «διάσημα» ονόματα των Μαργκερίτ Ντιράς, Ανιές Βαρντά, Κατρίν Ντενέβ, Αριάν Μνουσκίν και Φρανσουάζ Σαγκάν δίπλα στις υπογραφές λιγότερο «επώνυμων» γυναικών προστάτευσαν την ομάδα από ποινικές διώξεις, σε μια εποχή που οι γυναίκες κινδύνευαν να καταδικαστούν επειδή έκαναν έκτρωση. Ανάλογη κινητοποίηση έγινε και στην Ελλάδα το 1985, όταν 500 γυναίκες υπέγραψαν κείμενο «ομολογίας» όταν ακόμη η έκτρωση ήταν παράνομη. Κάποιες κλήθηκαν από τον εισαγγελέα και σε απάντηση οργανώθηκε συγκέντρωση, με κεντρικό σύνθημα «Είμαστε όλες παράνομες». Ταυτόχρονα πρέπει να ρωτάμε: ποια υποκείμενα παίρνουν τον λόγο και ποια ακούγονται στον δημόσιο λόγο; Ποιων η αυτοδιάθεση μετράει στα μιντιακά ακροατήρια; Χρειάζεται απάντηση η εργαλειοποίηση της έμφυλης βίας από τη ρατσιστική ατζέντα, όπως έδειξε ο λόγος για «σεσημασμένους αλλοδαπούς» στον απόηχο της γυναικοκτονίας της Καρολάιν. Σε διάφορες ιστορικές στιγμές οικιακές φροντίστριες κατηγορήθηκαν για κακοποίηση παιδιών στο πλαίσιο μιας κατακραυγής με ταξικό και φυλετικό πρόσημο, ενώ κανονιστικές εννοιολογήσεις της τρωτότητας εξυπηρέτησαν τις βιοπολιτικές επιδιώξεις της «προστασίας» των γυναικών από φυλετικούς «άλλους». Είναι σημαντικό, νομίζω, να αναρωτηθούμε κατά πόσο το #MeToo, καθώς ταξιδεύει διαμέσου ετερόκλητων τόπων και χρόνων, μπορεί να υπερβαίνει την εμβέλεια του λευκού αμερικανικού φιλελεύθερου φεμινισμού. Η φράση #MeToo είχε πρωτοχρησιμοποιηθεί από την αφροαμερικανή ακτιβίστρια Tarana Burke, το 2006, ως πολιτικός όρος που απαιτούσε την αντιμετώπιση των συνυφασμένων επιπτώσεων του ρατσισμού και του σεξισμού στη ζωή των μαύρων γυναικών. Κι επειδή η αμέριμνη κοινοτοπία του σεξισμού συγκροτείται πάνω στην απώθηση ονομάτων, σωμάτων, αισθημάτων, και μαρτυριών, «Say her name!» (Πες το όνομά της) ονομάστηκε το κίνημα που ξεκίνησε τον Φεβρουάριο του 2015, ως διαθεματικός φεμινιστικός κόμβος του Black Lives Matter (που ξεκίνησε από τρεις νέες μαύρες φεμινίστριες), για να φωτίσει την έμφυλη διάσταση της φυλετικής αδικίας και ρατσιστικής βαναυσότητας στις ΗΠΑ.

 

Ποια τα χαρακτηριστικά του φεμινισμού ως θεωρητικού ρεύματος σήμερα; Κάποιες φορές παρατηρούνται αντιπαραθέσεις μέσα στους κόλπους του κινήματος, πού εδράζονται αυτές;

Οι φεμινισμοί των τελευταίων χρόνων διαπερνούν γενιές και κύματα, διασχίζοντας εθνικά σύνορα και τα συμβατικά όρια μεταξύ προσωπικού και πολιτικού, θεωρίας και πράξης, μαρτυρίας και διαμαρτυρίας. Φέρουν ίχνη από συλλογικότητες αντιρατσιστικής μνήμης, από τις διαμαρτυρίες της ACT UP τη δεκαετία του ‘80 μέχρι το Black Lives Matter και από το Ni Una Menos και τις εξεγερμένες γειτονιές του Σαντιάγκο έως το κύμα κουίρ διαδηλώσεων, που πυροδοτήθηκε με «οργή και θλίψη» από το λιντσάρισμα του Ζακ. Αυτοί οι φεμινισμοί παράγουν, εμπλουτίζουν και ανασυνθέτουν μια βιωμένη και ενσώματη κριτική θεωρία που μας εμπνέει να ιστορικοποιούμε, να σκεφτόμαστε, να συναισθανόμαστε και να οργανωνόμαστε μέσα και ενάντια στην ασφυχτική ατμόσφαιρα που παράγουν τα αλληλένδετα καθεστώτα της έμφυλης βίας, της ομοφοβίας και τρανσφοβίας, του μισαναπηρισμού, του ρατσισμού και της εκμετάλλευσης. Δεν υπάρχει τίποτα το σταθερό και ενιαίο στη σύνθεση ενός φεμινιστικού «εμείς». Αντίθετα, είναι έκκεντρο, διαθεματικό και διατοπικό. Οι σύγχρονοι φεμινισμοί, στις συμμαχίες τους με άλλες «τοποθετημένες γνώσεις», αποτελούν πεδία συντροφικών επιτελέσεων και αγωνιστικών εντάσεων, που αναδύονται μέσα από τα συντρίμμια και τις ρωγμές βαθιά θεμελιωμένων σχέσεων εξουσίας, με απροσδόκητες μετασχηματιστικές πολιτικές δυνατότητες. Οι «κληρονομιές» των φεμινισμών αναδιατυπώνονται υπό το πρίσμα των προκλήσεων του παρόντος. Σοσιαλιστικοί φεμινισμοί συναντιούνται με τους μετααποικιακούς και κουίρ μεταδομιστικούς φεμινισμούς, καθώς αναμετριόμαστε με την έμφυλη οικονομία του νοικοκυριού και της εργασίας, ή την ανισομερή παραγωγή της επισφάλειας και της φτώχειας. Ολοένα και περισσότερο αναδύονται εγκάρσιες αναλυτικές κατηγορίες, που ξεφεύγουν ταυτόχρονα από τον οικονομισμό κάποιων μαρξιστικών θεωρήσεων και την ουσιοκρατία κάποιων προσεγγίσεων του φύλου. Η θεωρητικοποίηση της επισφαλειοποίησης και της τρωτότητας εμπεριέχει και ταυτόχρονα αναζωογονεί τις γενεαλογίες των φεμινιστικών αγώνων για αυτοδιάθεση, αποδομώντας τις φυσικοποιημένες μυθοπλασίες της «γυναικείας παθητικότητας» και τις υπόρρητες προδιαγραφές της ετεροκανονικότητας.

 

Στο εξωτερικό είναι πολύ έντονες οι συζητήσεις όσον αφορά την έμφυλη ταυτότητα, προσπαθώντας να αποτινάξουν τις στερεοτυπικές νόρμες του δίπολου άντρας – γυναίκα, όπως και της ετεροφυλοφιλίας. Στη δική μας κοινωνία προσεγγίζεται αυτό το ζήτημα; Υπάρχει σύνδεση του φεμινιστικού κινήματος με το κίνημα των ΛΟΑΤΚΙ;

Όταν ο υπουργός που είναι αρμόδιος για θέματα Δικαιοσύνης και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων επικαλείται με ανυπόστατο τρόπο την επιστημονική γνώση για να νομιμοποιήσει επικίνδυνα στερεότυπα κατά των ΛΟΑΤΚΙ+ οικογενειών, πρέπει να ανησυχούμε και να επαγρυπνούμε. Η τρέχουσα συγκυρία προσφέρει έδαφος για την ενίσχυση εμπεδωμένων στην ελληνική κοινωνία διακρίσεων που αφορούν το φύλο, τη σεξουαλικότητα, την οικογένεια. Πρόκειται για μια συνθήκη που μπορεί να νοήσει και να διανοηθεί τη μη πατριαρχική και μη ετεροκανονιστική οικογένεια, οικειότητα και οικιακότητα μέσα από το σχήμα του αδιανόητου, αδύνατου και επικίνδυνου. Είναι σημαντικό να αναγνωρίζουμε, όμως, ότι αυτά που είναι σήμερα κεκτημένα δικαιώματα, ήταν κάποτε αδιανόητα και αδύνατα –που έγιναν δυνατά. Η σύνδεση φεμινισμού και ΛΟΑΤΚΙ+, τόσο σε επίπεδο θεωρίας όσο και σε επίπεδο πολιτικής πράξης, έχει συμβάλει καθοριστικά στην αποδόμηση των βιολογικών θεμελιώσεων των έμφυλων σχέσεων κυριαρχίας. Έχει αναλύσει πώς το έμφυλο σώμα αποτελεί πεδίο αγωνιώδους και αγωνιστικής επιτελεστικότητας. Και ανοίγει τον ορίζοντα για ένα σύγχρονο, ανήσυχο, συμπεριληπτικό και μετασχηματιστικό πεδίο αριστερής πολιτικής, που ξεβολεύει την κεκτημένη ταχύτητα του σεξισμού και της ομοφοβίας.

 

Οι Σπουδές Φύλου στη χώρα μας είναι περιορισμένες. Εσείς είστε στη Συντονιστική Επιτροπή του μεταπτυχιακού προγράμματος του Παντείου «Φύλο, Κοινωνία, Πολιτική», από αυτή την εμπειρία σας τι βλέπετε για το ενδιαφέρον των νέων για το ζήτημα και πώς μπορούν να συμβάλλουν τέτοιου είδους σπουδές στον αγώνα για την απελευθέρωση και την ισότητα;

Η απήχηση του προγράμματος μεταπτυχιακών σπουδών «Φύλο, Κοινωνία, Πολιτική» του Παντείου Πανεπιστημίου είναι πόρος συλλογικής επί-γνωσης και ενδυνάμωσης. Ακριβώς εξαιτίας αυτής της δυναμικής τους, οι Σπουδές Φύλου, μαζί με άλλα πεδία κριτικών κοινωνικών σπουδών, βρίσκονται υπό διωγμό ή σε κατάσταση θεσμικής επισφάλειας σε πολλές περιοχές του κόσμου σήμερα. Η επιχείρηση απο-δημοκρατικοποίησης περνάει μέσα από το Πανεπιστήμιο. Στη δέσμευσή μας για ένα Πανεπιστήμιο δημοκρατικό άσυλο ακαδημαϊκής ελευθερίας, κριτικής σκέψης και δίκαιων εργασιακών σχέσεων, ενώνουμε τη φωνή μας με φοιτητές/φοιτήτριες, καθηγητές/καθηγήτριες και επισφαλείς πανεπιστημιακούς σε όλο τον κόσμο που καλούν τις κυβερνήσεις να απο-χρηματοδοτήσουν την αστυνόμευση των πανεπιστημίων και να διοχετεύσουν τους πόρους σε υποδομές, ερευνητική υποστήριξη, υγειονομική περίθαλψη, φοιτητική στέγαση και αντιμετώπιση της εργασιακής επισφάλειας των ερευνητών/ερευνητριών. Καθώς οι νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις απο-χρηματοδοτούν και πειθαρχούν τα πανεπιστήμια, και ειδικότερα τις κοινωνικές επιστήμες, συγκλίνουν με τον αντι-διανοητικό λόγο της ακροδεξιάς, που βάζει στο στόχαστρο την κριτική θεωρία, τον φεμινισμό, τη μετανάστευση, τον διεθνισμό και τα ίσα δικαιώματα. Χρησιμοποιώντας τη διαδικτυακή κουλτούρα του μίσους, η alt right παρουσιάζει τις φιλοσοφικές και κοινωνικές ιδέες για τη δικαιοσύνη και την ισότητα ως υπαρξιακές απειλές για τη χριστιανική ηθική, τις οικογενειακές αξίες, την εθνική ανωτερότητα και τον λευκό δυτικό πολιτισμό. Πεδία κριτικής γνώσης, όπως οι σπουδές φύλου και οι απο-αποικιακές σπουδές, αποκηρύσσονται και απειλούνται σήμερα από τις κρατικές αρχές στη Γαλλία, στις Ηνωμένες Πολιτείες, στην Ουγγαρία, την Πολωνία, την Τουρκία και αλλού. Η γαλλική κυβέρνηση εκτόξευσε κατηγορίες για «ισλαμο–αριστερές» ιδέες που επωάζονται στα πανεπιστήμια. Στα πανεπιστήμια της νεοφιλελεύθερης λογιστικής δεν είναι ευπρόσδεκτη η κριτική σκέψη. Είναι κρίσιμο να οικοδομούμε εναλλακτικά κοινά, για να υπερασπιζόμαστε το παρόν και το μέλλον του αυτοδιοίκητου δημόσιου Πανεπιστημίου, ενώ ταυτόχρονα αγωνιζόμαστε ενάντια στα έμφυλα, εθνικά, ταξικά και ετεροκανονικά προνόμια που επιμένουν σ’ αυτό. Οι σπουδές φύλου αναστατώνουν τις φιλήσυχες περιχαρακώσεις ανάμεσα στους θεσμούς, τις συλλογικότητες, τον δρόμο, τη δουλειά ή την εργασιακή επισφάλεια. Βρίσκονται σε αμοιβαία τροφοδότηση με αυτόνομες συλλογικότητες έρευνας, ομάδες συλλογικής ανάγνωσης, δημόσιες συναθροίσεις αλληλομόρφωσης και νομαδικές κοινότητες φροντίδας. Η πολιτική και ποιητική μιας αναστοχαστικής και μη κυριαρχικής σκέψης, έρευνας, γνώσης και δράσης είναι διαρκής άσκηση μέσα και έξω από το Πανεπιστήμιο.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet