Είχα διαβάσει μια είδηση στον Τύπο για ένα φονικό κοντά στην 8η Οδό. «Με φόβιζε ο άντρας αυτός με το παιδικό πρόσωπο», δήλωσε ο μάρτυρας για τον πιθανό ένοχο που τριγύριζε στη συνοικία· ένα νεαρό αγόρι με πρόσωπο μεταξύ Λι Όσγουολντ και Μοντγκόμερι Κλιφτ. Οι περιγραφές της συνοικίας μού τράβηξαν το ενδιαφέρον, όπως και ο δρόμος που έγινε το φονικό. Ήταν μια πυκνοκατοικημένη περιοχή δίχως νόμο όπου όλα μπορούσαν να συμβούν. Πήγα να τραβήξω πλάνα του δρόμου με μια 16αρα Arriflex.

Φθάνοντας δεν άργησα ν’ αντιληφθώ ότι η κατάσταση μύριζε μπαρούτι. Μιλάμε για τη Νέα Υόρκη των 80’s. Ετοιμάζονταν να βγούνε όπλα από παντού, από τους νεαρούς μπάτσους του NYPD, που είχαν ξεκουμπώσει τις θήκες των βαριών εξάσφαιρων, τους καταληψίες, τους έμπορους ναρκωτικών, τους εναλλακτικούς, τους νταβατζήδες, τις πουτάνες, τους πελάτες, τους τοπικούς γενειοφόρους ποιητές, τους πάντες.

Μετά από τρία πλάνα υποχώρησα άτακτα. Μυριζόμουν βία. Μυριζόμουν αίμα. Κατέληξα σε ένα μπαρ λιτό, το πιο λιτό που έχω δει στη ζωή μου. Υπήρχαν μέσα δύο μικρά τραπέζια με καρέκλες, τέσσερα σκαμπό και τρία άτομα˙ ο μπάρμαν και δύο θαμώνες όρθιοι στην μπάρα.

Προστέθηκα κι εγώ δίπλα τους. Άφησα στα πόδια μου τη μηχανή και παράγγειλα Jack Daniels για να τονωθώ.

Λίγο πιο κάτω, έμαθα και το διαπίστωσα μετά κι ο ίδιος, τα κτίρια άνοιγαν, οι κάτοικοι αραίωναν, ξεκινούσε ένας δρόμος που περνούσε από ανισόπεδη γέφυρα, ένα άδειο οικόπεδο και εν συνεχεία υπήρχε μια αποθήκη ψυγείο για κρέατα. Από αυτές τις παλιές που τα ψυγεία τους είχαν βαριές πόρτες με τον κάθετο μεγάλο μοχλό που τον τραβούσες κάτω και αποσφραγίζονταν. Μέσα στον Ψυχρό Πόλεμο γνώρισε πιένες. Ύστερα υπολειτούργησε, δεν έκλεισε όμως ποτέ. Την είχε την αποθήκη για έκτακτη χρήση η ιρλανδική μαφία της περιοχής. Εξαφάνιζε λαθραία.

«Σε ένα ψυγείο στο βάθος», συζητούσαν όρθιοι οι δύο θαμώνες του μπαρ που τους έκοψα για καλλιτέχνες κάποιου είδους και «σε μια κρυφή εσοχή του, να δεις», έλεγε ο ένας, «βρέθηκε ένα πτώμα. Ο γιός παλιού Ιρλανδού της περιοχής εισχώρησε τυχαία στα ενδότερα του ψυγείου και αντίκρισε ένα παγωμένο σώμα˙ ήταν πτώμα ανθρώπου τελείως άθικτο, λες και ζούσε. Ο νεαρός έσκυψε και κοίταξε το πρόσωπο. Τα νύχια του πτώματος είχαν μεγαλώσει και στο πρόσωπο είχε αποκτήσει λίγα γένια, σαν να ήταν αξύριστος – συμβαίνει αυτό. Όμως σε μια πιο προσεκτική εξέταση των χαρακτηριστικών του προσώπου του είχε τη σαφή και τρομακτική εντύπωση πως κοιτούσε τον εαυτό του. Ανακάλυψε πως έβλεπε τον εξαφανισμένο εδώ και μια εικοσαετία πατέρα του».

Ο μπάρμαν που είχε στήσει αυτί, όπως κι εγώ, σέρβιρε ποτά.

«Όταν εξαφανίστηκε, ο πατέρας ήταν είκοσι οκτώ ετών και ο μικρός δέκα. Ο πατέρας είχε αφήσει έγκυο μια κοπελίτσα σε άδειά του πριν σταλεί στον 38ο παράλληλο. Κορέα· επέστρεψε ύστερα από την Ανακωχή. Εδώ δούλεψε στην κρεαταγορά και στο λαθρεμπόριο. Ήταν παράτολμος στις συναλλαγές του με τον υπόκοσμο, είχε επιβιώσει της εαρινής επίθεσης των ορδών του Κόκκινου Στρατού, θεωρούσε τον εαυτό του άτρωτο. Είχε παρακολουθήσει τη συναυλία της Μέριλιν. Ανήκε στη διμοιρία υπό τον θρυλικό διοικητή Φούλερ, που έμοιαζε με τον Λι Μάρβιν. Οι Ιρλανδοί του Μακ Ντέρμοτ, τον έχεις ακουστά, δεν αστειεύονταν, προέρχονταν από το Μποξ Σάιντ του Μπέλφαστ. Ετοίμαζαν ένα φορτίο με όπλα. Ο D (παρατσούκλι από παράφραση της D-Day με αναφορά στην Κορεατική απόβαση προς τον 38ο), έτσι λεγόταν ο νεκρός, τους είδε να φορτώνουν τα όπλα στην κρεαταποθήκη και ο απεσταλμένος του IRA δεν δίστασε να τον εκτελέσει επιτόπου δίχως δεύτερη σκέψη. Οι άλλοι, που ήξεραν τον D του 38ου, έκρυψαν το πτώμα του στα βάθη του ψυγείου. Θα τον κήδευαν κάποια στιγμή, ήταν ήρωας του πολέμου και αυτό τους μετρούσε. Από τους τριάντα της διμοιρίας του ήταν ο μόνος επιζών. Και ήταν εκεί, όπως σου είπα, όταν η Μέριλιν τραγούδησε στην Κορέα. 38ος παράλληλος και η Μ.Μ. ήταν κάτι. Κρίμα που χρειάστηκε να εκτελεστεί. Κατανοούσαν όμως και τον Μακ Ντέρμοτ, δύσκολο να είσαι επικεφαλής μιας επιχείρησης καθοριστικής για τη μάχη του Μπέλφαστ με όλες τις ευθύνες που συνεπάγεται αυτό. Δεν μπορούσε να το ρισκάρει. Ο D ήταν ατίθασος».

1972. Οι Άγγλοι ετοιμάζονταν να μπούνε στο Μποξ Σάιντ. Και το θυμόμουν πράγματι το γεγονός. Βρισκόμουν, νεαρός πολύ, εκείνο τον καιρό στο Λονδίνο. Ένας ξεδοντιασμένος από το ξύλο Ιρλανδός ζητούσε οικονομική ενίσχυση. Τι θράσος! Στο Speakers Corner με δύο τρεις Bobbys να πλησιάζουν απειλητικά –στην πόλη έσκαγαν σύννεφο οι βόμβες του IRA. Έδωσα στα γρήγορα μια ελάχιστη οικονομική ενίσχυση ως συμπαράσταση και πήρα ένα σηματάκι Support the IRA. To κόλλησα στο εσώφυλλο ενός μικρού βιβλίου που μόλις είχα κλέψει από τους Foylles (Elements of Semiology – Ρολάν Μπαρτ).

Ήταν μετά από δεκαπέντε χρόνια που βρέθηκα με την Arriflex στο Lower East Side. Και στο μοναχικό μπαρ. Και άκουσα την ιστορία του D του 38ου. Ο μπάρμαν θυμάμαι λεγόταν…

«Και η αποθήκη έμεινε αλώβητη αφότου αποχώρησε όλη η ομάδα Μακ Ντέρμοτ επειγόντως για το Μπέλφαστ. Οι Άγγλοι πεζοναύτες είχαν μπει στο Μποξ Σάιντ και η μάχη είχε φουντώσει. Όμως έμεινε πίσω εδώ ένας μικρός αντιστασιακός θύλακας που διατήρησε την αποθήκη και ένα τμήμα της με τα ψυγεία σε λειτουργία. Δεν άφηναν κανένα να πλησιάσει. Κι ο εκτελεσμένος παρέμεινε έτσι για χρόνια άθαφτος. Ο D junior, όταν εξαφανίστηκε ο πατέρας τους, έφυγε με τη μάνα του από εδώ και έζησε στο Μπρούκλιν. Επανήλθε πρόσφατα και έπιασε δουλειά στην κρεαταγορά. Το πτώμα που ανακάλυψε, ναι, εντελώς τυχαία, ήταν του πατέρα του. Ο νεκρός ήταν ακόμα νέος, παρά τα γένια που είχαν φυτρώσει, νεότερος από το γιό του και υπήρχε κάτι το τρομακτικό σε αυτό».

«Το ποιητικό, θα έλεγα», είπε ο δεύτερος.

«Το τραγικό», συμπλήρωσε ο πρώτος.

«Το αποκαλυπτικό», κατέληξε ο συνομιλητής του.

Σε αυτό το μικροσκοπικό μπαρ των καλλιτεχνών και συγγραφέων ένιωσα μια ανακούφιση και ασφάλεια και μετά από μερικά ακόμα ποτηράκια πήρα θάρρος και διέσχισα την κακόφημη συνοικία που τη δεκαετία του 1980 δεν ήταν παίξε γέλασε. Την Arriflex την είχα τυλιγμένη πλέον με μια μεγάλη πετσέτα που μου έδωσε ο μπάρμαν. Και είδα πράγματι από μακριά την αποθήκη εκεί στο άνοιγμα με την ανισόπεδη γέφυρα και το άδειο οικόπεδο. Ένα αεράκι πού και πού σήκωνε σκόνη, ενώ από το ποτάμι η ομίχλη σερνόταν αργά προς το μέρος μας.

Πριν φύγω άκουσα μια ακόμα ιστορία:

«Η Οντίλ, του D (ποια ήταν ακριβώς η Οντίλ δεν έχω ιδέα), είχε πλαγιάσει και με τους έξι της ιρλανδικής συμμορίας σε διαφορετικές εποχές του χρόνου. Της άρεσε ο ήχος του οργασμού τους, το ίδιο εκείνο μελαγχολικό βογκητό. Οι άλλοι φίλοι της δεν τέλειωναν έτσι˙ οι δυνατές ή χαμηλές φωνές τους δεν την συνέπαιρναν. Μόνο ένας ακόμα άντρας είχε κάνει τα δόντια της να χτυπάνε στα μαξιλάρια».

Δεν έμαθα ποιος ήταν αυτός. Είχε περάσει η ώρα και έπρεπε να φύγω, φοβόμουν να διασχίσω τη συνοικία μετά τις οκτώ το βράδυ. Υπέθεσα, όμως, πως επρόκειτο για τον πρώτο αφηγητή της ιστορίας ή κάποιο φίλο του που θαύμαζε ή ζήλευε ο ίδιος.

Ανδρέας Αποστολίδης Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet