Η Ιωάννα ανοίγει την πλαϊνή θήκη του σακίδιου και τραβάει το πορτοφόλι της. Δεν είναι ακριβώς πορτοφόλι, είναι μια μαύρη δερμάτινη καπνοσακούλα που περιέχει ό,τι πολυτιμότερο διαθέτει σήμερα. Ένα εισιτήριο για τη Λισαβόνα, 150 ευρώ, την ταυτότητα και το διαβατήριό της, μια φωτογραφία ενός χαμογελαστού νέου και μια χαρτοπετσέτα στολισμένη με λέξεις: Ας φύγουμε μ’ ένα φιλί για έναν άγνωστο κόσμο. Τις διαβάζει για χιλιοστή φορά, χαϊδεύει τη φωτογραφία και τοποθετεί το θησαυρό στην κρύπτη του. Ο πενηντάρης που λαγοκοιμάται απέναντι χάνει για πάντα την ευκαιρία να απολαύσει το χαμόγελό της. Σε λίγο το μετρό φτάνει στο αεροδρόμιο. Είναι δώδεκα παρά τέταρτο, η πτήση για τη Λισαβόνα μέσω Βρυξελών είναι προγραμματισμένη για τις δυόμιση αλλά το δεκαεννιάχρονο κορίτσι με το πορτοκαλί σακίδιο στον ώμο, το στενό μαύρο τζιν και το κασκέτο των Σικάγο Μπουλς, που κρύβει τα ξανθά μαλλιά της, έχει αγωνία. Σε εννιά ώρες θα αντικρύσει τα έκπληκτα μάτια του Μανουέλ που σήμερα, κλείνει τα εικοσιπέντε, τα μεγάλα μαύρα μάτια που θα γίνουν ακόμα μεγαλύτερα μόλις την δει να ανοίγει την πόρτα του παλιότερου μπαρ της Αλφάμα, της συνοικίας που από θαύμα δεν ισοπεδώθηκε από τον μεγάλο σεισμό, που θα την δει να διασχίζει τους πυκνούς καπνούς, τα βραχνά στιχάκια και την ευλάβεια των ακροατών και να στέκεται μπροστά του φορώντας ένα μαύρο μαντήλι στο λαιμό για να τιμήσει την ιέρεια των φάντο Μαρία Σεβέρα που πέθανε νέα. Η Ιωάννα αναρωτιέται πώς θα καταφέρει ν’ αντέξει τις ώρες που την χωρίζουν από τη μεγάλη γιορτή.

 

* * *

 

Γνωρίστηκαν το καλοκαίρι στο κάμπινγκ που δούλευε προσπαθώντας να μαζέψει τα απαραίτητα χρήματα για να περάσει τη δεύτερη χρονιά της στην Αθήνα. Φοιτήτρια στη Φιλολογία, ο πατέρας εργάτης στο Μαντούδι, με το φόβο της απόλυσης διαρκώς πάνω απ’ το κεφάλι του, η μάνα κρατάει μια ηλικιωμένη στη Χαλκίδα, η αδελφή στο Λύκειο. Μοιράζεται ένα φτηνό δυάρι στους Αμπελοκήπους με μια συμφοιτήτριά της, η σπαρτιάτικη ζωή δεν την ενοχλεί, ένα κουτάκι μπίρα σ’ ένα παγκάκι της αρκεί για να δει όμορφα όνειρα.

Στο κάμπινγκ ήταν το κορίτσι για όλες τις δουλειές· το πρωί φρόντιζε την καθαριότητα, το μεσημέρι έπλενε τα πιάτα στην ταβερνούλα και το βράδυ σέρβιρε στο μπαρ που ο ιδιοκτήτης είχε στήσει δίπλα στη θάλασσα.

Πότε τον ερωτεύτηκε; Το πρωινό που την ικέτευσε γονατιστός να του δώσει σιτρονέλα γιατί τον είχαν κατασπαράξει τα κουνούπια; Τη νύχτα που της χάρισε μια χειροποίητη κλεψύδρα φτιαγμένη από ένα πλαστικό μπουκάλι, σπάγκο και κοχύλια; Ή το απόγευμα που μόλις την είδε να βγαίνει απ’ τη θάλασσα, την ανάγκασε ν’ ακούσει από τα ακουστικά του CD ένα θρηνητικό φάντο,

«η θάλασσα μπορεί να στεγνώσει, τα δάκρυά μου ποτέ»;

Την τελευταία τους νύχτα στη σκηνή ορκίστηκαν πως θα υποδέχονταν μαζί την καινούργια χρονιά ακούγοντας φάντο στη Λισαβόνα. Η Ιωάννα δεν άντεξε. Αποφάσισε να ξοδέψει τις οικονομίες της για να βοηθήσει τον Μανουέλ να σβήσει τα κεριά της τούρτας του αυτόν τον ζεστό Σεπτέμβρη. Δεν του έχει πει ότι θα πάει, της αρέσουν οι αιφνιδιασμοί.

Ακουμπάει σε μια κολώνα και ρουφάει τη φαντασμαγορία της αίθουσας αναχωρήσεων. Παιδιά μεταμορφώνουν τα καρότσια για τις αποσκευές σε αγωνιστικά αυτοκίνητα, κατηφείς Σκανδιναβοί προετοιμάζονται για τον ατέλειωτο χειμώνα της πατρίδας τους, απελπισμένοι καπνιστές μασάνε λυσσασμένα τσίχλες και φέρονται βίαια στα κομπολόγια τους, καλλονές συνοδεύουν υπέρβαρους εραστές - πελάτες, γκρουπ μεσήλικων τιτιβίζουν τις αναμνήσεις τους στον γαλάζιο παράδεισο, φρικιά εξαντλημένα από μια διανυκτέρευση κατάχαμα, τύποι με ακριβά κοστούμια, άδεια βλέμματα και σαμσονάιτ γεμάτες άυλο πλούτο. Η Ιωάννα θέλει να τους φιλήσει όλους, να φωνάξει πως πρώτη φορά θα διασχίσει τους αιθέρες και πως στην άγνωστη γη που θα βρεθεί θα συναντήσει το ομορφότερο πλάσμα του κόσμου. Περιπλανιέται στο πολύχρωμο λούνα παρκ και σκέφτεται αν έχει ξεχάσει κάτι. Καπνό έχει, δώρα για τον Μανουέλ πήρε, ένα βαθυπράσινο γιλέκο κι ένα μπουκάλι ούζο. Κάθεται σε μια καρέκλα και παρατηρεί ένα πιτσιρικά να κάνει ζογκλερικά με μια μπάλα. Πλησιάζει και του ζητάει να παίξει μαζί του. Ο μικρός συγκατανεύει δήθεν απρόθυμα. Η μητέρα του κάτι του λέει αυστηρά· η Ιωάννα αναγνωρίζει αμέσως τη γλώσσα. Πορτογαλέζικα. Ενθουσιάζεται απ’ το σημάδι, αφήνει το σακίδιο στην καρέκλα, σκάει ένα καθησυχαστικό χαμόγελο στη μητέρα κι αρχίζει να παίζει με τον εκκολαπτόμενο Πελέ. Μετά από λίγο ένας σεκιουριτάς την πληροφορεί ότι ο αερολιμένας διαθέτει φιλόξενους χώρους για τη δημιουργική απασχόληση των παιδιών. Η Ιωάννα ζητάει συγγνώμη και χαϊδεύει τα μαλλιά του μουτρωμένου συμπαίκτη της. Της λέει σε αστεία αγγλικά και με ακόμα πιο αστείο καμάρι ότι είναι Βραζιλιάνος και πως θα γίνει οδηγός μοτοσυκλέτας και θα φοράει κόκκινα γάντια. Το κορίτσι σωριάζεται λαχανιασμένο στην καρέκλα, κλείνει τα μάτια και αποκοιμιέται. Την ξυπνάει η φωνή από τα μεγάφωνα. Το τσεκ ιν για τους επιβάτες της πτήσης 707 αρχίζει.

 

* * *

 

Είναι ένατη στην ουρά. Μπροστά της ένας αθλητικός τύπος με λαχανί φόρμα, πλατύγυρο καπέλο που σκορπίζει ένα δολοφονικό άρωμα. Εύχεται να μην είναι κοντά οι θέσεις τους. Οι δυο χαμογελαστές κοπέλες στο γκισέ είναι γρήγορες· σε δέκα λεπτά βρίσκεται μπροστά τους, βάζει το χέρι της στην πλαϊνή θήκη του σακίδιου και καταλαβαίνει ότι το φερμουάρ είναι ανοιχτό. Το ακουμπάει έντρομη στη γυαλιστερή επιφάνεια και διαπιστώνει πως η δερμάτινη καπνοθήκη λείπει. Της χρειάζονται ελάχιστα δευτερόλεπτα για να το αδειάσει χωρίς να την νοιάζει που μπλούζες, βρακιά, καλλυντικά, τα δώρα του Μανουέλ, σκορπίζονται παντού. Οι μελλοντικοί συνεπιβάτες της την κοιτάζουν συμπονετικά. Προσπαθεί να εξηγήσει ότι έχει εισιτήριο αλλά η φωνή της την έχει εγκαταλείψει. Ένα χέρι την πιάνει απ’ τη μέση λίγο πριν σωριαστεί. Την οδηγούν σ’ ένα μικρό δωμάτιο. Τα δάκρυά της δεν σταματάνε, δεν μπορεί να πιει το νερό που της προσφέρει μια κυρία με θαλασσί κασκέτο, όχι, ούτε πορτοκαλάδα θέλει ούτε αυτό το σιχαμερό πανί στο μέτωπο θέλει. Προσπαθεί να σηκωθεί ψελλίζοντας «αφήστε με, θα το βρω μόνη μου, εγώ το έχασα κι εγώ θα το βρω», αλλά δυο χέρια την αναγκάζουν να μείνει καθισμένη. Ακούει φωνές που λένε για κάποιο γιατρό, την πόρτα ν’ ανοίγει και να κλείνει, τηλέφωνα να κουδουνίζουν. Καταρρέει και απαντάει σιγανά και άτονα στην κυρία με το κασκέτο που της κρατάει απαλά το χέρι.

«Ιωάννα Δανέζη… φοιτήτρια… δεκαεννιά… ναι, Λισαβόνα… την άφησα δυο λεπτά στην καρέκλα, έπαιζα με τον μικρό… εισιτήριο, διαβατήριο, ταυτότητα, 150 ευρώ, μια χαρτοπετσέτα με…»

Αναφιλητά. Κρύβει το πρόσωπό της και καταφέρνει να ψιθυρίσει «σας παρακαλώ, πρέπει να πετάξω».

Βυθίζεται κι ακούει τη φωνή που έρχεται από μακριά, τη φωνή που την βασανίζει πάντα όταν τολμάει να σκεφτεί πως υπάρχει κάτι μπροστά της που λάμπει…

Εσύ φταις, φαντάστηκες πως όλα είναι εύκολα, τίποτα δεν είναι εύκολο αν δεν προσέχεις τα σημάδια, εσύ ποτέ δεν τα πρόσεχες, από μικρή πάντα επιπόλαιη, βιαστική, ένα ηλίθιο αγοροκόριτσο, ένα εγωιστικό πλάσμα. Νόμιζες ότι θα τα καταφέρεις μόνη σου, τό ’σκασες από το κωλοχώρι, τον μπεκρή πατέρα και την άβουλη μάνα και πίστεψες πως οι δρόμοι άνοιξαν, γνώρισες ένα χαμογελαστό τύπο και ονειρεύτηκες ευτυχία, δεν υπάρχει ευτυχία, δες τα σημάδια, είσαι πιο φαντασμένη κι απ’ τον Ίκαρο, η θέση σου είναι χαμηλά, όχι ψηλά, ένα άχαρο κοριτσάκι που δεν θα κατακτήσει ποτέ τον κόσμο, καθηγητριούλα θα γίνεις, θα ζητιανεύεις ιδιαίτερα μαθήματα και στα τριανταπέντε θα παντρευτείς έναν κακομοίρη λογιστή ή μανάβη και θα ξεσκατίζεις μωρά, κανείς δεν γλυτώνει απ’ το κισμέτ, αλλοπαρμένη.

Νοιώθει ένα χέρι στα μαλλιά της. Σηκώνει το κεφάλι. Ο μικρός Βραζιλιάνος της προσφέρει μια δαγκωμένη σοκολάτα. Το ύφος του είναι σοβαρό.

«Voce e o meu novo amigo» της λέει.

«Είστε η καινούργια του φίλη» μεταφράζει η μητέρα του σε σπασμένα αγγλικά. Η Ιωάννα παίρνει τη σοκολάτα και την ακουμπάει στο μέρος της καρδιάς. Ο πιτσιρικάς μιμείται την κίνηση, κάνει μεταβολή και φεύγει. Στο δωμάτιο μπαίνει η κυρία με το κασκέτο και την πληροφορεί ότι οι υπάλληλοι του αεροδρομίου ψάχνουν παντού για το πορτοφόλι, ίσως ο κλέφτης να κράτησε τα χρήματα και να το πέταξε κάπου, αν βρισκόταν η ταυτότητα θα μπορούσε να ταξιδέψει.

Λίγο πριν την απογείωση η Ιωάννα τό ’χει πάρει απόφαση. Δεν μπορείς να αγνοείς τα σημάδια, ο Μανουέλ αργά ή γρήγορα θα χανόταν, καλύτερα μια ώρα αρχύτερα. Όσο λιγότερα έχεις να θυμάσαι, τόσο λιγότερο θα πονέσεις όταν φτάσει η στιγμή. «Καλό στιχάκι για φάντο» ψιθυρίζει, αλλά ο κόμπος στο λαιμό της είναι ακόμα εκεί και διαλύει τον ψευτοκυνισμό της. Βουτάει το σακίδιο και βγάζει τα δώρα που δεν θα πάρει ποτέ ο Μανουέλ. Φοράει το γιλέκο. Της πέφτει φαρδύ. Ανοίγει το ούζο, πετάει ένα δακρυσμένο «εβίβα» και πίνει μια γουλιά.

 

* * *

 

«Στην υγειά σας δεσποινίς».

Ο σεκιουριτάς της χαμογελάει και με μια θεαματική κίνηση πετάει την καπνοσακούλα στο τραπέζι. Η Ιωάννα την παίρνει στα χέρια της λες και φοβάται ότι μπορεί να διαλυθεί ή να εξαφανιστεί, την ανοίγει, ακουμπάει στο τραπέζι το εισιτήριο, την ταυτότητα, το διαβατήριο, τη φωτογραφία του Μανουέλ, δυο χαρτονομίσματα των 50 ευρώ και τη χαρτοπετσέτα με τις πέντε πολύτιμες λέξεις. Όμως, υπάρχει κι άλλο ένα χαρτί, διπλωμένο στα τέσσερα. Το ξεδιπλώνει και το διαβάζει:

Κράτησα 50 ευρώ, έχω μεγάλη ανάγκη. Συγγνώμη. Αποφάσισα να παραδώσω το πορτοφόλι μόλις διάβασα αυτά που είναι γραμμένα στη χαρτοπετσέτα. Καλή τύχη.

«Μια γυναίκα το παρέδωσε στις Πληροφορίες. Έφυγε αμέσως» λέει ο σεκιουριτάς. Η Ιωάννα δεν τον ακούει. Κλαίει και της αρέσει αυτό το κλάμα. Ξέρει ότι θα περάσει την υπόλοιπη ζωή της στην αγκαλιά του Μανουέλ.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet