Η ΕΙΔΗΣΗ

Την περασμένη Κυριακή, 21 Οκτωβρίου, στις 4 και 23 το απόγευμα, ο Ραϊμούνδο Μανσανέρο, 46 ετών, παντρεμένος, εν ενεργεία οικονομικός υποδιευθυντής της Εθνικής Διεύθυνσης της Ε.Π.Β. (Εθνικής Πτηνοτροφικής Βιομηχανίας) και κάτοικος της οδού Χοσεφίνα αρ. 146, στην περιοχή Σεβιγιάνο, εδώ στην πρωτεύουσα, απαγχονίστηκε στην κατοικία του, χωρίς να διευκρινίσει προφορικώς ή γραπτώς την αιτία αυτού του θλιβερού γεγονότος. Σύμφωνα με τους πραγματογνώμονες, οι προετοιμασίες για τον απαγχονισμό έγιναν με πολλή προσοχή, σαν ο Ραϊμούνδο Μανσανέρο να είχε προηγούμενη εμπειρία σε τέτοιες ενέργειες αυτοκτονίας. Το σκοινί, δεμένο σε ένα δοκάρι του ταβανιού –που είχε αποκαλυφθεί όταν έπεσε το στρώμα σοβά και τσιμέντου που το κάλυπτε– βρισκόταν στο απαραίτητο ύψος ώστε ο κόμπος να φτάνει ακριβώς στον λαιμό ενός άνδρα πέντε ποδιών και έξι ιντσών [1] που στέκεται όρθιος πάνω σε μια καρέκλα (στάνταρ μεγέθους, 42 εκατοστών), ενώ ο κινητός κόμπος είχε αλειφτεί προηγουμένως με λίπος για να γλιστράει ευκολότερα. Στο μεταξύ, οι ιατροδικαστές που πραγματοποίησαν τη νεκροτομή, όταν παρέδωσαν το πιστοποιητικό θανάτου, προσδιόρισαν ότι ο θάνατος είχε επέλθει από ασφυξία και όχι από ρήξη της σπονδυλικής στήλης, αφού στον εκλιπόντα είχαν διατηρηθεί εντελώς ανέπαφοι όλοι οι σπόνδυλοι της αυχενικής μοίρας, ενώ αντίθετα υπογράμμισαν ότι ο στόμαχος του αποθανόντος παρουσίαζε τις χαρακτηριστικές βλάβες ενός έλκους αρχόμενου μεν, το οποίο όμως βρισκόταν ήδη σε σημείο να είναι επώδυνο. Οι ερευνητές της αστυνομίας, από την πλευρά τους, στην αναφορά τους για την υπόθεση, αποδέχτηκαν την αυτοκτονία ως αιτία θανάτου, αν και διευκρίνισαν πως ακόμη δεν είχαν εντοπίσει τη σκάλα που ήταν απαραίτητη για να δέσει κάποιος το σκοινί σε ένα δοκάρι στο ταβάνι, σε ύψος 4,2 μέτρα, και ότι επιπλέον τους φαινόταν ιδιαιτέρως ύποπτη η απουσία κάποιου σημειώματος στη σκηνή του συμβάντος, αφού οι στατιστικές δείχνουν ότι πάνω από το 99% των αυτοχείρων δι’ απαγχονισμού εξηγούν γραπτώς την αιτία της μοιραίας τους απόφασης.

Παρόλο που η είδηση της αυτοκτονίας του συντρόφου Ραϊμούνδο Μανσανέρο δεν δημοσιεύθηκε σε καμία εφημερίδα πανεθνικής ή περιφερειακής κυκλοφορίας –καθώς, επιπλέον, δεν είθισται να δημοσιεύονται οι αυτοκτονίες που, με ρυθμό αυξανόμενο, καταγράφονται καθημερινά στη χώρα–, το σίγουρο είναι ότι, με αυτή την προσβολή κατά της ζωής του, ο Ραϊμούνδο Μανσανέρο πρόδωσε όλα τα πιστεύω που πιθανώς είχε: την πολιτική του στράτευση (ήταν μέλος του Κόμματος από το 1978), τη θρησκευτική δέσμευση της παιδικής του ηλικίας (μεταξύ των ετών 1952 και 1957 ήταν παπαδάκι και επιμελητής στο κατηχητικό της εκκλησίας του Αγίου Ιωάννη Μπόσκο, στη συνοικία Σάντος Σουάρες της Αβάνας) και την οικογενειακή του ευθύνη, αφού ήταν πατέρας τεσσάρων παιδιών (από τρεις γάμους), το μικρότερο εκ των οποίων είναι ηλικίας μόλις τριών ετών.

Μεταθανατίως, η περίπτωση του Ραϊμούνδο Μανσανέρο αναλύθηκε από τον κομματικό του πυρήνα, εξαιτίας της ασυνεπούς στάσης του μπροστά στις δυσκολίες, ενώ ο ιερέας στο παρεκκλήσι του Κοιμητηρίου Κολόν, εδώ στην πρωτεύουσα, αρνήθηκε να τελέσει την εξόδιο ακολουθία, όπως αιτήθηκε η μητέρα του εκλιπόντος, επίσης λόγω της πράξης του που είναι ασύμβατη με τις χριστιανικές εντολές. Τέλος, η νεαρή χήρα του, Ελοΐσα Εσπινέλ, ταραγμένη ακόμα από τη χωρίς επιστροφή απόφαση εκείνου που υπήρξε ο σύζυγός της, σχολίασε ενώπιον των τεθλιμμένων και των συγγενών που βρέθηκαν γύρω της στην αγρύπνια ότι ο εκλιπών σύζυγός της δεν άξιζε τη συγγνώμη ούτε του Θεού ούτε των ανθρώπων, πολύ δε λιγότερο τη δική της, που είχε χαρίσει το καλύτερο κομμάτι από τα νιάτα της σ’ εκείνον τον «αδιάφορο και αναίσθητο» άνδρα, σύμφωνα με τα δικά της λόγια.

Η κηδεία πραγματοποιήθηκε τη Δευτέρα 22 Οκτωβρίου, στις 3 και 55 το απόγευμα, με την πενιχρή προσφορά ανθέων που απαντάται σε τέτοιες περιπτώσεις, και σε αυτήν καταγράφηκε η παρουσία λίγων συγγενών και φίλων και μόνον ενός συναδέλφου από τη δουλειά του, μιας νεαρής γραμματέως, σε παράδοξο βαθμό θλιμμένης από το γεγονός. Ας αναπαυθεί εν ειρήνη.

 

ΟΙ ΚΑΤΑΘΕΣΕΙΣ

«Μα τον Θεό, δεν μπορώ να το εξηγήσω. Βεβαίως και γνώριζα τον Μουνδίτο, από τότε που ήταν παιδάκι. Η μαμά του τον έγραψε στο κατηχητικό όταν έκλεισε τα έξι και πάντα σκεφτόμουν πως ήταν λίγο μυστικιστής, τόσο μεγάλη ήταν η πίστη του. Μερικές φορές έβλεπε όνειρα που έμοιαζαν με αποκαλύψεις, και όλα αυτά σίγουρα δεν τα επινοούσε, για όνομα του Θεού, όχι. Γι’ αυτό τον κάναμε παπαδάκι και υπεύθυνο σε μια ομάδα του κατηχητικού. Φαινόταν πάντα ένα παιδί πολύ θεοφοβούμενο αλλά αυτό ποτέ δεν τον εμπόδισε να είναι η καλύτερη Δεύτερη Βάση [2] που είχε ποτέ η ομάδα της εκκλησίας, η μοναδική ομάδα που ήταν ικανή να κερδίσει τα αστέρια των Μαριανών και του σχολείου του Μπελέν. Και βέβαια, ήταν και ο αρχηγός της ομάδας. Ύστερα, οι αντιξοότητες της ζωής τον απομάκρυναν από τη θρησκεία του: η δουλειά, οι φιλενάδες, τα βραδινά μαθήματα, όμως κάπου κάπου περνούσε από την εκκλησία και μου ζητούσε να εξομολογηθεί και μετά κοινωνούσε, μέχρι που γύρω στο ’62 σταμάτησε να έρχεται. Μ’ αυτά και μ’ αυτά κατάλαβα πως μετά από χρόνια θα ασπαζόταν το κομμουνιστικό δόγμα και μάλιστα μπορεί να γινόταν ακόμα και μέλος του Κόμματος: ήταν ένας πιστός που είχε ανάγκη να εκφράζει την πίστη του. Είναι κρίμα, γιατί τον θυμάμαι πάντα έναν νεαρό ζωηρό και με φαντασία, μάλιστα έγραφε και στίχους και τέτοια. Είναι όμως θλιβερό ότι έπεσε σε ένα από τα πιο απεχθή θανάσιμα αμαρτήματα, αφού μόνον ο Κύριος είναι εξουσιοδοτημένος να αποφασίζει την τελική μοίρα των ανθρώπων. Αυτός μάς δίνει τη ζωή και μόνον Αυτός μπορεί να μας την πάρει όποτε το αποφασίσει. Μου φαίνεται πως εμένα ο Κύριος με έχει ξεχάσει, γιατί τον Ιανουάριο κλείνω τα 92» (Πατήρ Σεραφίν Αρνάς, βοηθός εφημέριος στην εκκλησία του Αγίου Ιωάννη Μπόσκο).

 

«Η αλήθεια είναι πως εδώ υπάρχει κάτι που βρομάει. Δεν είμαι για πλάκα χωμένος είκοσι χρόνια σ’ αυτά τα πράγματα, έχουν δει εμένα τα μάτια μου… Βέβαια, η υπόθεση έχει κλείσει πια και μπορεί να είναι προτιμότερο να μείνει έτσι και να μην αρχίσουμε να ανακατεύουμε την κοπριά. Αυτό όμως με τη σκάλα είναι πάρα πολύ παράξενο, για πολλούς και διάφορους λόγους: πρέπει να ήταν μια σκάλα αναδιπλούμενη, που να ανοιγοκλείνει, γιατί το δοκάρι είναι στη μέση του δωματίου και δεν θα μπορούσε κανείς να ακουμπήσει τη σκάλα στον τοίχο, και δεν είναι εύκολο να βρει κανείς αναδιπλούμενη σκάλα τρία μέτρα. Και το θέμα δεν είναι μόνο ότι δεν βρέθηκε η ευλογημένη η σκάλα, αλλά και ότι κανένας δεν την έχει δει: ούτε η χήρα ούτε ο πρόεδρος της CDR [3] ούτε ο μαραγκός που μένει στη μέση του οικοδομικού τετραγώνου, στο 136, και κάνει όλες τις δουλειές στη γειτονιά. Είναι παράξενο ή δεν είναι παράξενο; Μην το ζαλίζουμε πολύ, ε; Κι αυτό με το σημείωμα… ο πρώτος απαγχονισμένος που βλέπω χωρίς σημείωμα! Πάντα γράφουν, γιατί φαίνεται πως αυτό τους δίνει το κουράγιο για να κρεμαστούν. Είναι, όπως λέει το εγχειρίδιο, “τυπικό”. Αυτοί που αυτοπυρπολούνται (αυτές, πρέπει να πω, γιατί η φωτιά είναι γυναικείο πράγμα) δεν γράφουν ποτέ τίποτα, ούτε εκείνοι που πηδάνε από το μπαλκόνι, ούτε εκείνοι που πάνε και πνίγονται στην παραλία. Αυτοί που αυτοπυροβολούνται ή αυτές που παίρνουν χάπια, σχεδόν πάντα αφήνουν σημείωμα, το θέμα όμως είναι ότι όσοι κρεμιούνται όντως αφήνουν, πάντα-πάντα. Από όσους έχω δει, είναι ο πρώτος κρεμασμένος χωρίς σημείωμα. Επομένως; Δεν είναι πολύ πολύ παράξενη η υπόθεση;» (Υπολοχαγός Κριστόμπαλ Κάρδενας, Μονάδα Περιοχής Λα Βίμπορα, Πόλη της Αβάνας).

 

«Όχι, όχι, σας ορκίζομαι πως όχι: δεν είχα τίποτα μαζί του… Το θέμα όμως είναι ότι με πόνεσε τόσο πολύ. Στην Εταιρεία υπήρχαν άνθρωποι που έλεγαν πως ήταν αγύριστο κεφάλι, ένας δογματικός, άλλοι έλεγαν πως ήταν οπορτουνιστής, υπήρχαν μέχρι και κάποιοι που έλεγαν πως ήταν, και συγγνώμη για την έκφραση, ένας φοβερός καργιόλης… Όμως κανένας απ’ αυτούς τους ανθρώπους δεν τον γνώρισε στ’ αλήθεια. Ήταν ένας άνθρωπος ευαίσθητος στον οποίο είχε συμβεί κάτι πολύ σημαντικό. Το λέω γιατί δούλεψα πολύ καιρό μαζί του κι εγώ είμαι πολύ παρατηρητική, η αλήθεια είναι πως αυτή είναι μια ικανότητα που την έχω, έτσι δεν είναι; Υπήρχαν φορές που καθόταν στο γραφείο του και έμενε να κοιτάζει έτσι από το παράθυρο που βλέπει στον δρόμο, εκεί που είναι κάτι γηραλέες χαρουπιές, και το βλέμμα του χανόταν, σαν να έβλεπε κάτι που κανένας άλλος δεν μπορούσε να δει. Μια μέρα που ήταν σε τέτοια κατάσταση μου ήρθε και τον ρώτησα τι του συνέβαινε και ξέρετε τι μου είπε; Ε λοιπόν μου είπε ότι σκεφτόταν τον στίχο του Μαρτί που λέει “βρίσκομαι στον παράξενο χορό”. Φανταστείτε πόση εντύπωση μου έκανε που δεν το έχω ξεχάσει ποτέ. “Βρίσκομαι στον παράξενο χορό”, τι θλιμμένο και φοβερό, έτσι δεν είναι;» (Αλέιδα Αλόου, Γραμματέας Α’, Υποδιεύθυνση Οικονομικών, Ε.Π.Β.).

 

«Προφανώς όχι, προφανώς δεν το καταλαβαίνω. Ένας σύντροφος σαν τον σύντροφο Μούνδο, εννοώ τον σύντροφο Ραϊμούνδο, να λυγίσει έτσι; Δεν μπορώ να το καταλάβω. Εγώ πιστεύω πως τον ήξερα καλά, γιατί δουλέψαμε μαζί πολύ καιρό και ήμασταν μαζί στο κόμμα από το 1978, εγώ ο ίδιος ήμουν ο ένας από τους δύο που τον πρότειναν για να μπει στο κόμμα, μέχρι κι αυτό, και δεν καταλαβαίνω. Πόσο αδύναμος μπορεί να ήταν ένας άνθρωπος σαν αυτόν ώστε να μην τολμάει να αντιμετωπίσει ό,τι κι αν ήταν αυτό, όσο δύσκολο κι αν ήταν; Η αυτοκτονία είναι απαράδεκτη, σύντροφε, α-πα-ρά-δε-κτη. Και μάλιστα ένα στέλεχος τόσο υπεύθυνο και συνεπές… Τίποτα, δεν το καταλαβαίνω» (Χοακίν Σανάμπρια, Γεν. Γραμ., Πυρήνας αρ. 1, Κ.Κ.Κ., Ε.Π.Β.).

 

Σημείωση: Δεν στάθηκε εφικτό να ληφθούν καταθέσεις από την Ελοΐσα Εσπινέλ, χήρα του Μανσανέρο, και από τον Άλδο Ερνάντες, παιδικό φίλο του εκλιπόντος. Η χήρα είπε ότι γνωρίζαμε ήδη την άποψή της για την υπόθεση (παρέπεμψε στις δηλώσεις που είχε κάνει κατά τη διάρκεια της αγρύπνιας) και ο Άλδο Ερνάντες αρνήθηκε ζητώντας συγγνώμη και ισχυριζόμενος πως πολλοί άνθρωποι είχαν ευθύνη γι’ αυτό που είχε συμβεί, αν και ο βασικός υπεύθυνος ήταν ο ίδιος ο Μανσανέρο, κι αυτός δεν ένιωθε πως ήταν σε θέση να τον κρίνει.

 

ΤΑ ΕΓΓΡΑΦΑ

Όπως είναι καταγεγραμμένο στον Εργασιακό Φάκελο του Ραϊμούνδο Μανσανέρο Ορτίς (αρ. 44120300242, Εθνική Διεύθυνση της Εθνικής Πτηνοτροφικής Βιομηχανίας), προσελήφθη σε αυτή την επιχείρηση το 1970, αφού ολοκλήρωσε ικανοποιητικά την εργασία του ως επικεφαλής στο στρατόπεδο καλλιέργειας ζαχαροκάλαμου «Η ελπίδα» (Υπουργείο Επικοινωνιών), κατά τη διάρκεια της Συγκομιδής των Δέκα Εκατομμυρίων [4]. Τοποθετήθηκε στη Διεύθυνση Στελεχών και το 1976 έγινε επικεφαλής της υπηρεσίας, στην οποία παρέμεινε μέχρι το 1984, οπότε προήχθη σε Οικονομικό Υποδιευθυντή της Εταιρείας. Δεν έχουν καταγραφεί εργασιακές κυρώσεις οποιασδήποτε φύσης. Παίρνει σταθερά εργασιακούς επαίνους για (γ) εθελοντική εργασία, (δ) συμμετοχή σε επιφυλακές και άλλες δραστηριότητες του κέντρου, (β) εργασιακή πειθαρχία και εκπλήρωση των καθηκόντων του, και επιπλέον (α) επειδή εξελέγη Διακεκριμένος Εργαζόμενος, ενώ επιπλέον σε άλλες περιπτώσεις τού απονεμήθηκαν έπαινοι για (ζ) εκπαιδευτική βελτίωση, (στ) μόνιμη κινητοποίηση στη γεωργία ή στις κατασκευές και (η) εξαιρετική συνεισφορά στο κέντρο εργασίας του, στο πεδίο των ερευνών, του ελέγχου της ποιότητας, καθώς και βραβεία, ειδικές αναγνωρίσεις κ.λπ. Στις περιοδικές αξιολογήσεις του φακέλου του ως στελέχους, η διοίκηση της Εταιρείας αξιολογούσε πάντα ως Ικανοποιητική ή Πολύ Διακεκριμένη την εργασία του και πρότεινε στο υπουργείο την προαγωγή του σε επίπεδο διεύθυνσης. Το 1976 του παραχωρήθηκε ιδιωτικό αυτοκίνητο (ένα Πεζό), εκτός από το υπηρεσιακό που του αντιστοιχούσε λόγω της θέσης ευθύνης που κατείχε, και το 1982 του το αντικατέστησαν με καινούργιο (Λάντα 1200). Το 1980 του παραχωρήθηκε σπίτι στην περιοχή Αλαμάρ. Το 1984 του παραχωρήθηκε άλλο σπίτι, στην περιοχή Σεβιγιάνο, αφού, όταν πήρε διαζύγιο από τη δεύτερη σύζυγό του, μητέρα δύο παιδιών, είχε αναγκαστεί να πάει να μείνει στο σπίτι των γονιών του. Σε αρκετές περιπτώσεις ταξίδεψε στο εξωτερικό (ΕΣΣΔ, Βουλγαρία, ΓΛΔ, Βενεζουέλα, Βραζιλία και αλλού), σε αποστολές εργασίας, τις οποίες επίσης έφερε εις πέρας ικανοποιητικά, ενώ σε μια περίπτωση μετέβη στην Τσεχοσλοβακία, σε ένα ταξίδι ενθάρρυνσης και ανταλλαγής που χορήγησε το υπουργείο.

 

Σημείωμα που βρέθηκε σε ατζέντα του Ραϊμούνδο Μανσανέρο με ημερομηνία 1982:

 

22 Απριλίου – Ημερήσιο πρόγραμμα

 

9:00 π.μ. Σύσκεψη στη Διεύθυνση. Θέμα: Καθαίρεση του Αλκάνταρα για τα 325 κοτόπουλα που χάθηκαν στο σφαγείο του Σαντιάγο δε λας Βέγας.

 

11:00 π.μ. Συνάντηση με την Μίρτα και τον Ερνέστο για την αναθεώρηση του οργανογράμματος.

 

1:00 μ.μ. Σύσκεψη στη Διεύθυνση. Αναθεώρηση των συμβάσεων με το Συμβούλιο Οικονομικής Αλληλοβοήθειας.

 

4:00 μ.μ. Συγκέντρωση του Τμήματος. Ενημέρωση για τα αποτελέσματα της υπόθεσης Αλκάνταρα, για την αναθεώρηση του οργανογράμματος, για τις νέες συμβάσεις με το Συμβούλιο Οικονομικής Αλληλοβοήθειας, αξιολόγηση της Αλέιδα και του Φιγκερέδο, γνώμες για το αίτημα για καινούργιο εξοπλισμό για τα γραφεία και, τέλος, γενικά θέματα.

 

«Όμορφη μέρα, όπως όλες μου οι μέρες. Κάθε μέρα που περνάει νιώθω όλο και πιο πολύ πως βρίσκομαι σε έναν χορό πολύ παράξενο, πολύ γρήγορο, πάντα κυκλικό, από τον οποίο δεν μπορώ να ξεφύγω. Ο Σίσυφος και ο βράχος. Ο Προμηθέας και ο αετός. Έξω, ο ουρανός είναι γαλανός, όπως μπορεί να είναι μόνο τον Απρίλιο, και στις χαρουπιές έχει σήμερα το πρωί πιο πολλά σπουργίτια από ποτέ. Επιβιώνω. Επιβιώνω».

 

Σημείωση στην τελευταία σελίδα του «Μια κινητή γιορτή» του Έρνεστ Χέμινγουεϊ (εκδ. Arte y Literatura, Σειρά Huracán, Πόλη της Αβάνας, 1988, σελ. 184), που βρέθηκε στη βιβλιοθήκη του Ραϊμούνδο Μανσανέρο:

«Διαβάζοντας αυτό το βιβλίο ένιωσα πόνο στην ψυχή. Στο κέντρο της ψυχής μου. Είναι συντριπτικό και ανελέητα οδυνηρό για έναν άνθρωπο σαν εμένα. Και ο συγγραφέας έχει δίκιο. Το Παρίσι δεν τελειώνει ποτέ [5], υπάρχουν όμως άνθρωποι για τους οποίους δεν αρχίζει και ποτέ. Και άνθρωποι για τους οποίους άρχισε και τελείωσε διαμιάς. Χρειάζεται γενναιότητα για να είναι κανείς πολύ φτωχός και πολύ ευτυχισμένος. Θα κλείσω τα 46».

 

ΚΟΥΤΣΟΜΠΟΛΙΑ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΑ ΤΩΝ ΔΙΑΔΡΟΜΩΝ

Ρομπέρτο Αλκάνταρα, διευθυντής του σφαγείου αρ. 1 «Κουβανοσοβιετική φιλία», Σαντιάγο δε λας Βέγας, Ε.Π.Β.: «Πάντα το έλεγα πως ήταν ένας καργιόλης και πως θα κατέληγε έτσι».

Λίδια Μεντόσα, γραμματέας της διεύθυνσης της Ε.Π.Β.: «Τελευταία ήταν κάπως σαν φευγάτος και ο διευθυντής τού είπε: Μούνδο, κοίτα να μαζέψεις το μυαλό σου και να μην ταξιδεύεις συνέχεια αλλού. Ο καημενούλης».

Ενρίκε Κοράλες, ξυλουργός, κάτοικος στην οδό Χοσεφίνα 136: «Σίγουρα πήρε χαμπάρι ότι η γυναίκα του τον κεράτωνε με τον ταχυδρόμο. Στο σπίτι του Μούνδο ο ταχυδρόμος χτυπούσε πάντα δύο φορές».

Μαγδαλένα Γκάου, πρώτη σύζυγος του Μανσανέρο: «Εγώ το είχα σκεφτεί ότι κάποια μέρα θα το έκανε αυτό. Δεν μπορεί να ζήσει κανείς με τη σκέψη πως μπορούσε να είναι διαφορετικός. Και ο γιος μου ο Μουνδίτο ίδιος θα γίνει, αχ Θεέ μου».

Κονσουέλο Αρμεντέρος, εργαζόμενη στην καθαριότητα, Διεύθυνση Στελεχών, Ε.Π.Β.: «Φαντάσου, την τελευταία φορά που μιλήσαμε λίγο με ρώτησε αν είχα σκοπό να καθαρίζω πατώματα όλη μου τη ζωή. Και ξέρεις τι του είπα, αχ, τι φρίκη, του είπα ότι φιλοδοξούσα να πάρω τη θέση του και να προσέχει».

Ρομπέρτο Ορτίς, θείος του Ραϊμούνδο Μανσανέρο από την πλευρά της μητέρας του: «Και στ’ αλήθεια εσύ πιστεύεις ότι σκοτώθηκε μόνος του; Σαχλαμάρες, εγώ θα ανακαλύψω τι συνέβη, γιατί ο Μουνδίτο δεν ήταν τέτοιος άνθρωπος».

Σέρχιο Φιγκερέδο, διευθυντής προσωπικού της Εθνικής Διεύθυνσης της Ε.Π.Β.: «Ρε γαμώτο, αυτή ήταν ζωή, αυτή που έκανε ο παλιοκερατάς. Σπίτι, αυτοκίνητο, ταξίδια, τα κοτοπουλάκια και τις γαλοπούλες του κάπου κάπου, καμιά μικρούλα γκομενίτσα… Τι σκατένιος τύπος. Τελικά, άμα υπήρχαν πέντε κοτόπουλα στο νησί αυτός θα έτρωγε το ένα. Τέλος πάντων, με γειά του με χαρά του…»

 

ΕΝΑ ΑΛΛΟ ΕΓΓΡΑΦΟ

Χειρόγραφη σελίδα (χαρτί bond 8,5 επί 11 ιντσών, λογότυπο της Εθνικής Διεύθυνσης της Εθνικής Πτηνοτροφικής Βιομηχανίας, Ε.Π.Β.), που εντοπίστηκε σε συρτάρι, ανάμεσα σε διπλώματα, επιστολές αναγνώρισης των υπηρεσιών του, κουπόνια εθελοντικής εργασίας, αξιολογήσεις κ.λπ., στην κατοικία του Ραϊμούνδο Μανσανέρο

«Σήμερα, στην παραλία, μιλώντας με τον Άλδο, ένιωσα μεγάλη λύπηση γι’ αυτόν. Θα ήθελα να μπορούσα να του το πω, αλλά ξέρω πως δεν θα το τολμήσω ποτέ, και γι’ αυτό το γράφω, για να το πω τουλάχιστον στον ίδιο μου τον εαυτό, που είμαι στο ίδιο τσουβάλι μ’ αυτόν. Ο Άλδο λέει πως είναι ευτυχισμένος, και αλήθεια είναι, μόνο και μόνο επειδή είναι ζωντανός, υγιής και μπορεί να πηγαίνει μια Κυριακή στην παραλία με τη γυναίκα του και τα αγόρια. Μπορεί αυτή να είναι η ουτοπία της ευτυχίας; Σίγουρα όχι. Ο Άλδο –όπως κι εγώ– μόλις και μετά βίας επιβιώνει. Και πώς θα επιβιώσουμε; Δεν είμαστε παρά ένα δοχείο που περιέχει ζωή, αυτή η ζωή όμως έχει στεγνώσει γιατί δεν διατηρούμε τη λογική του ρίσκου: συμμορφωνόμαστε, κι έτσι λίγο λίγο επιβιώνουμε. Πάντα θεωρούσα ότι η επιβίωση είναι κάτι που αφορά τα ζώα: τρώνε, κοιμούνται, αναπαράγονται. Η ζωή είναι κάτι άλλο, πιο δημιουργικό και, γι’ αυτό ακριβώς, ζωντανό. Όμως δεν υπάρχει ούτε ζωντάνια ούτε δημιουργικότητα σ’ αυτό που κάνουμε και είμαστε. Εκείνος δεν θέλει τη γυναίκα του και βολεύεται με το να την κερατώνει· δεν αντέχει την Ελοΐσα, αλλά γελάει από ευγένεια μ’ αυτά που λέει· δεν τόσα πράγματα, αλλά τα αποδέχεται. Κι εγώ; τελικά εγώ τι θέλω; Νομίζω πως απλώς και μόνο να είμαι ο εαυτός μου, και δεν το τολμάω. Έχω περάσει όλα αυτά τα χρόνια προδίδοντας τον εαυτό μου για να έχω αυτά που έχω, που δεν είναι αυτά που θα έπρεπε ή θα ήθελα να έχω. Πιστεύω πως κάποια μέρα…» (το χειρόγραφο διακόπτεται).

 

ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΜΙΑΣ ΜΕΤΕΩΡΗΣ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑΣ ΚΑΙ ΣΚΑΡΙΦΗΜΑ ΕΝΟΣ ΠΙΘΑΝΟΥ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΓΡΑΦΤΗΚΕ ΠΟΤΕ

Ποτέ δεν θα γίνει γνωστό, με την απαραίτητη αντικειμενικότητα, τι σκεφτόταν ο Ραϊμούνδο Μανσανέρο το απόγευμα της 21ης Οκτωβρίου, όταν –σύμφωνα με την επίσημη εκδοχή τουλάχιστον– αποφάσισε να αναζητήσει μια αναδιπλούμενη σκάλα τουλάχιστον τρία μέτρα ύψος [*], για να περάσει, από τον ελάχιστο χώρο που υπήρχε ανάμεσα στη χαλύβδινη δοκό και την πλάκα από μπετόν, το αλειμμένο με λίπος σκοινί από το οποίο θα κρεμιόταν από τις 4 και 23 και μετά. Ίσως ο Ραϊμούνδο δεν σκέφτηκε πως εκείνο ήταν ένα από τα πιο όμορφα απογεύματα του χρόνου: είχε ήλιο, ο ουρανός ήταν διάφανος και, παρ’ όλα αυτά, μια αύρα αμετάκλητα φθινοπωρινή δρόσιζε την πόλη και προμήνυε ένα βράδυ γλυκό και γαλήνιο. Μπορεί και να σκέφτηκε, πράγματι, πως μόλις με δύο σακιά τσιμέντο –πάντα μπορούσε κανείς να κονομήσει δύο σακιά τσιμέντο– μπορούσε να μερεμετίσει αυτή τη ρωγμή στο πανύψηλο δοκάρι της στέγης εκείνου του σπιτιού –του σπιτιού του– που είχε χτιστεί το 1938 από κάποιους άγνωστους ιδιοκτήτες που δεν το αγαπούσαν πια, το εγκατέλειψαν για πάντα το 1961, όταν έβαλαν πλώρη για το Μαϊάμι. Πιθανώς μπορεί ακόμα και να σκέφτηκε ότι πολλοί τον θεωρούσαν άνθρωπο τυχερό: είχε σπίτι, αυτοκίνητο –ιδιωτικό και κρατικό με ειδικό επίδομα για βενζίνη–, ταξίδευε στο εξωτερικό, ντυνόταν και έτρωγε καλά –κοτόπουλο δεν έτρωγε πλέον ποτέ, είχε καταφέρει να το μπουχτίσει– και στα 46 του χρόνια χαιρόταν μια σύζυγο είκοσι έξι χρόνων, σταρένια, καλοφτιαγμένη και πιστή μέχρις εκεί που οι πληροφορίες και οι βεβαιότητές του τού επέτρεπαν να πει με σιγουριά. Σκέφτηκε, είναι βέβαιο πως το σκέφτηκε, ότι το να κρεμιέται κανείς από τον λαιμό πονάει πάρα πολύ και ότι τα δευτερόλεπτα που αργεί να έρθει ο θάνατος είναι, κυριολεκτικά, γεμάτα επιθανάτια αγωνία και ότι μετά, και ενώ ακόμη ταλαντεύεται, ο κρεμασμένος βγάζει τη γλώσσα –και δεν μοιάζει ακριβώς σαν να κοροϊδεύει–, κατουριέται, ακόμα και χέζεται επάνω του. Και δεν σκέφτηκε, γιατί αν το είχε σκεφτεί θα το είχε κάνει, ότι στην περίπτωσή του και στον θάνατό του ήταν απαραίτητο και δείγμα πειθαρχίας να αφήσει κάποιο σημείωμα, ή τουλάχιστον ένα υπόμνημα, που να εξηγεί γιατί πήρε την απόφασή του.

Αν ο Ραϊμούνδο Μανσανέρο είχε γράψει το τελευταίο του σημείωμα ίσως να είχε κερδίσει την επιείκεια κάποιων από τους κατηγόρους του. Ή μπορεί και όχι: απλώς, μπορεί ούτε το σημείωμα να μην τον είχε δικαιολογήσει. Εάν όμως είχε πάρει τελικά την απόφαση να γράψει το απαραίτητο –για την περίπτωσή του– σημείωμα, είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα το είχε απευθύνει στον ίδιο του τον εαυτό, αφού δεν είχε κανέναν να κατηγορήσει και κανέναν να συγχωρήσει και, πολύ λιγότερο, κανέναν στον οποίο να εξηγήσει γιατί πήρε αυτή την απόφαση. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τι θα έγραφε σ’ εκείνη την επιστολή προς τον εαυτό του: αν και, μιας και απευθυνόταν σε έναν παραλήπτη τόσο κοντινό του, λίγες λέξεις θα έφθαναν. Ίσως μόνο μία.

Ωστόσο, αμετάκλητα και διαπιστωμένα, τέτοιο σημείωμα δεν υπήρξε ποτέ, και οι σκέψεις του εκείνο το απόγευμα όπως και το κίνητρο της απόφασής του παραμένουν στο πεδίο της πιο υποκειμενικής και αμφίσημης εικασίας. Αυτό για το οποίο δεν χωράει καμία αμφιβολία είναι ότι ο Ραϊμούνδο Μανσανέρο, τη στιγμή που πρόδιδε όλα τα πιθανά πιστεύω του ξεκινώντας εκείνον τον παράξενο και μετέωρο χορό, ταυτόχρονα προσπαθούσε να επανορθώσει την πιο ανυπόφορη προδοσία του.

 

[*] Σημείωση: Τελικά η σκάλα που φέρεται να χρησιμοποίησε ο Ραϊμούνδο Μανσανέρο –και που αποδείκνυε από αστυνομικής απόψεως την αυτοκτονία του– βρέθηκε στο σπίτι του θείου του, Ρομπέρτο Ορτίς, έξι τετράγωνα από τον τόπο του συμβάντος. Μοιάζει απίστευτο που ο θείος του δεν θυμόταν επί αρκετές μέρες ότι διέθετε μια τέτοιου είδους σκάλα και, ακόμη περισσότερο, ότι κανένας δεν είδε τον Ραϊμούνδο Μανσανέρο να μεταφέρει ένα αντικείμενο τόσο εμφανές –στην καρδιά ενός μεσημεριού Κυριακής– από το σπίτι του θείου του στο δικό του, περνώντας μπροστά από δύο μπακάλικα, ένα παράνομο μπαρ, τη γωνία όπου μαζεύονται οι ανθοπώλες, ακόμα και από μια ζώνη της CDR, και κατόπιν να την επιστρέψει –πάλι χωρίς να τον δει κανένας– στο σημείο απ’ όπου την είχε πάρει. Επιπλέον, το αλειμμένο με λίπος σκοινί που περίμενε τον λαιμό του αυτόχειρα πρέπει να βρισκόταν κρεμασμένο από το ταβάνι πάνω από δεκαπέντε λεπτά, ενόσω η Ελοΐσα Εσπινέλ και ο μικρός γιος της είχαν ξαπλώσει για την κυριακάτικη σιέστα τους, αφού, όπως η ίδια ανέφερε στη διάρκεια των ερευνών, «δεν ήθελε να δει την ταινία της Κυριακής, γιατί ήταν για ένα κοριτσάκι που τυφλώνεται κι αυτή έχει ήδη αρκετές συμφορές στη ζωή της για να βλέπει και ξένες συμφορές στην τηλεόραση».

 

Μετάφραση: Κώστας Αθανασίου

 

Σημειώσεις του μεταφραστή

1. Περίπου 1,70.

2. Όρος του μπέιζμπολ.

3. Comité de Defensa de la Revolución, Επιτροπή Υπεράσπισης της Επανάστασης, τοπική δομή οργάνωσης των πολιτών.

4. Σχέδιο που εφαρμόστηκε στην Κούβα το 1970 για εκτεταμένη καλλιέργεια ζαχαροκάλαμου, με στόχο τα δέκα εκατομμύρια τόνους ζάχαρη. Το σχέδιο θα βελτίωνε κατά πολύ την οικονομική κατάσταση της χώρας αλλά, παρά τη γενικευμένη κινητοποίηση, η παραγωγή περιορίστηκε στα 8 με 8,5 εκατομμύρια τόνους, ενώ εκ των πραγμάτων δημιουργήθηκαν άλλα, παράπλευρα προβλήματα, καθώς υποτιμήθηκαν και υποβαθμίστηκαν άλλα πεδία της οικονομίας της χώρας.

5. Ο τίτλος του τελευταίου κεφαλαίου του βιβλίου του Χέμινγουεϊ.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet