Στα φαντάσματα πιστεύω από τότε που ήμουν παιδάκι. Μου τα σύστησε η κυρία Τερόν.

Η κυρία Τερόν ζούσε στο σπίτι μου από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Υποθέτω πως είχε κάποιο όνομα, αλλά η μητέρα μου την φώναζε Κυρία κι εμείς την λέγαμε Τερόν πίσω από την πλάτη της, γιατί έμοιαζε σαν νά ’ναι φτιαγμένη από χώμα, έτσι γριά που ήτανε [1]. Παρόλο που ήταν πολύ μεγάλη σε ηλικία, έκανε τα πάντα με μεγάλη ενεργητικότητα: καθάριζε, μαγείρευε, πρόσεχε εμένα και τον αδελφό μου και επιπλέον, τα βράδια, μας έλεγε ιστορίες.

Δεν θυμάμαι οι γονείς μου να μας διάβασαν ποτέ παραμύθια για να κοιμηθούμε. Μόνο αυτήν θυμάμαι, που δεν διάβαζε, αλλά μιλούσε από στήθους. Μερικές φορές μάς έλεγε τα κλασικά παραμύθια με νεράιδες: τη Σταχτοπούτα και τέτοια πράγματα. Άλλες φορές προτιμούσε λαϊκούς περουβιάνικους μύθους από τον τόπο της, το Άνκας. Και κάπου κάπου ερχόταν η σειρά και μιας ιστορίας τρόμου. Μόνο που αυτές οι ιστορίες δεν έμοιαζαν με παραμύθια. Μιλούσαν πάντα για αληθινούς ανθρώπους:

«Θυμάστε τον Μαριάνο, το μωρό των γειτόνων;» προανάγγελλε, για παράδειγμα.

«Αυτό που πέθανε από ουλίτιδα;» ρωτούσε ο Τόνιο, ο μικρός μου αδελφός.

«Βλάκα, μηνιγγίτιδα λέγεται», επιβαλλόμουν εγώ.

«Δεν πέθανε απ’ αυτό», διευκρίνιζε η κυρία Τερόν. «Τον έφαγε ο μπαμπούλας».

«Ο ποιος;» ρωτούσε ο Τόνιο.

«Κανένας δεν τον έφαγε», διέψευδα εγώ. «Όταν τον έθαψαν ήταν ολόκληρος. Η μαμά μού το είπε. Τον έβαλαν σε ένα φέρετρο μικρούλι, σαν κουτί από παπούτσια, αλλά η μαμά δεν είπε ότι του έλειπαν κομμάτια».

Η κυρία Τερόν με κοιτούσε με απροσμέτρητη περιφρόνηση και διευκρίνιζε:

«Ο μπαμπούλας δεν τρώει ολόκληρο το σώμα. Παίρνει μόνο το λίπος και τα εσωτερικά όργανα. Και λίγο λίγο. Τη μια νύχτα μετά την άλλη. Γι’ αυτό και το σώμα λιώνει σαν να είναι άρρωστο. Και, όταν πεθάνει, απ’ έξω φαίνεται φυσιολογικό. Φυσιολογικό για πεθαμένο, εννοώ».

Κάποια άλλη φορά, ο γάτος μας ο Τιχέρας, εξαφανίστηκε στις στέγες της γειτονιάς. Για να μας «καθησυχάσει», η Κυρία μάς είπε πως δεν μας είχε εγκαταλείψει. Απλώς τον είχε κλέψει μια μάγισσα που ήθελε να τον χρησιμοποιήσει για να φτιάξει μαντζούνια για έρωτα και για θάνατο.

Οι ιστορίες της κυρίας Τερόν μάς έκαναν να ανατριχιάζουμε. Όποτε μας έλεγε κάποια, περνούσαμε τη νύχτα ακούγοντας τριξίματα και πεταγόμασταν έντρομοι σε κάθε θόρυβο απ’ έξω. Και παρ’ όλα αυτά, εκείνη δεν τις θεωρούσε τρομακτικές. Κατ’ αυτήν, αντίθετα, τα φαντάσματα ήταν καλά:

«Τα φαντάσματα γυρίζουν για να τρομάξουν μόνον εκείνους που τα έβλαψαν όταν ήταν ζωντανά», έλεγε. «Εσείς είστε καλά παιδιά; Φέρεστε καλά;»

Ο αδελφός μου κι εγώ κατανεύαμε φοβισμένοι. Κι εκείνη σήκωνε τους ώμους:

«Τότε δεν έχετε να ανησυχείτε για τίποτα».

«Και τι συνέβη με τον Μαριάνο, τον γείτονα; Αυτός ήταν μωρό».

«Ναι, αλλά είχε κακή ψυχή. Αυτό φαίνεται απ’ όταν είναι κανείς πολύ μικρός».

Για την Κυρία, αυτή ήταν μια πολύ λογική απάντηση.

Βέβαια, όταν μεγάλωσα λίγο, σταμάτησα να πιστεύω τις ιστορίες της. Ένα βράδυ, όταν ήμουν οκτώ χρονών, άρχισε να διηγείται μια τέτοια ιστορία. Ήταν μια εποχή με πλημμύρες λόγω του ρεύματος Ελ Νίνιο. Σύμφωνα όμως με την αφήγησή της, όλα αυτά για το Ελ Νίνιο ήταν μια απάτη. Αυτό που συνέβαινε ήταν ότι τα πνεύματα ήταν οργισμένα με τους Περουβιανούς επειδή ήταν όλοι τους μεθύστακες και, για τιμωρία, μας έστελναν φυσικές καταστροφές. Την διέκοψα:

«Αυτό δεν είναι αλήθεια! Τα φαντάσματα δεν υπάρχουν. Μου το είπαν στο σχολείο».

Εκείνη με κοίταξε πάλι με ένα από εκείνα τα βλέμματά της τα γεμάτα οίκτο:

«Και τα μικρόβια; Υπάρχουν;»

«Βεβαίως και υπάρχουν!» υποστήριξα με περήφανο ορθολογισμό.

«Και τα έχεις δει;»

«Εεεε… όχι».

«Βλέπεις; Δεν υπάρχουν μόνο τα πράγματα που μπορείς να δεις».

«Γιατί, μήπως εσύ έχεις μιλήσει ποτέ με φάντασμα;» αποπειράθηκα να επιχειρηματολογήσω.

«Κάθε βράδυ», απάντησε εκείνη με φυσικότητα. «Το λένε Ρομπέρτο».

Δεν ήξερα τι να απαντήσω. Εκείνη συνέχισε την ιστορία της, κοιμηθήκαμε, και ποτέ δεν κατάφερα να την ρωτήσω γι’ αυτόν τον Ρομπέρτο.

Η κυρία Τερόν πέθανε πολύ σύντομα μετά απ’ αυτό το γεγονός, έναν μήνα ή δύο. Ήρθαν από το γραφείο κηδειών να πάρουν τη νεκρή. Ο πατέρας μου ήταν στη δουλειά και η μαμά έκλαιγε πολύ, κι έτσι κανένας δεν ασχολιόταν μ’ εμάς. Και εκμεταλλευτήκαμε την ευκαιρία για να χωθούμε στο δωμάτιο της Kυρίας.

Κανένας δεν είχε μπει σ’ εκείνο το δωμάτιο για χρόνια, μιας και τo καθάριζε η ίδια η κυρία Τερόν και τo άφηνε κλειδωμένο όλη τη μέρα. Στο δωμάτιο, βρήκαμε ένα μπαούλο που είχε μέσα τα προικιά μιας νύφης, σχεδόν τόσο γερασμένα όσο και η εκλιπούσα, κιτρινισμένα πια από τα χρόνια και γεμάτα σκόνη. Και φωτογραφίες ενός ζευγαριού νέων. Η κοπέλα ήταν, προφανώς, η Κυρία μας. Και το αγόρι, ένας νεαρός στρατιωτικός. Μέσα στο μπαούλο υπήρχαν και γράμματα, που ο νέος έστελνε από το μέτωπο, στον πόλεμο με το Εκουαδόρ, το 1941. Και όλα είχαν τον ίδιο αποχαιρετισμό και την ίδια υπογραφή:

«Θα γυρίσω για να παντρευτούμε. Σ’ αγαπώ. Ρομπέρτο».

Σήμερα είμαι ένας πατέρας που τα βράδια λέει παραμύθια στα παιδιά του. Και ποτέ δεν επιλέγω να πω ιστορίες τρόμου. Η γυναίκα μου θα με σκότωνε αν μιλούσα στα μικρά για φαντάσματα, ζωντανούς-νεκρούς ή βαμπίρ.

Κάπου κάπου, όμως, όταν πέφτω να κοιμηθώ, με επισκέπτεται η φωνή της ηλικιωμένης κυρίας Τερόν, με τις παλιές της ιστορίες, κι εγώ την πιστεύω. Πιστεύω ότι τα φαντάσματα υπάρχουν και ότι, ίσως, είναι καλά.

 

Mετάφραση: Κώστας Αθανασίου

 

Σημείωση του μεταφραστή

1. Η λέξη terróσημαίνει, μεταξύ άλλων, χωμάτινος σβώλος.

 

Σαντιάγο Ρονκαλιόλο Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet