«Βρισκόμαστε σε μια περίοδο αύξησης των κρουσμάτων της μετάλλαξης Δ. Αύξηση εφάμιλλη με αυτή του κύματος του χειμώνα. Μέχρις στιγμής δεν έχουμε αντίστοιχη άνοδο των θανάτων και της βαριάς νόσησης, αν και τις τελευταίες μέρες βλέπουμε δυστυχώς να αυξάνονται και οι εισαγωγές στις ΜΕΘ», διαπιστώνει ο Αλέξης Μπένος, ομότιμος καθηγητής Κοινωνικής Ιατρικής στο ΑΠΘ, για το τέταρτο κύμα που είναι πια εδώ.

Το άμεσο μέλλον δε, προδιαγράφεται χειρότερο, αφού όσο προχωράει η εξάπλωση, θα αυξάνονται κι άλλο οι εισαγωγές στις εντατικές και οι θάνατοι, αφού ο λόγος που αυτό δεν έχει γίνει από τώρα, είναι ότι τα περισσότερα κρούσματα αφορούν νέες ηλικίες προς το παρόν. «Με δεδομένο, όμως, ότι το 1/3 των άνω των 60 ετών δεν έχει εμβολιαστεί, ο ιός θα μεταδοθεί και σε αυτούς και θα έρθουμε αντιμέτωποι και με μια νέα αύξηση των θανάτων από την COVID-19», εξηγεί στην «Εποχή» ο ίδιος.

Ταυτόχρονα, υπογραμμίζει πως το πιο ανησυχητικό στοιχείο και από τη μεγάλη μεταδοτικότητα της μετάλλαξης Δ, είναι το γεγονός ότι όπου παρατηρούνται πολλά κρούσματα, δημιουργείται εύφορο έδαφος να αναπτυχθούν νέες μεταλλάξεις. «Αυτές πιθανά να είναι και χειρότερες, να μην μπορούμε να τις ελέγξουμε και να χρειαστεί να αναπτύξουμε νέα εμβόλια για την αντιμετώπισή τους».

 

Τρίτη δόση

 

Προς το παρόν, βέβαια, και στην Ελλάδα, αλλά και διεθνώς, βρισκόμαστε ακόμα στο στάδιο αμφισβήτησης της αναγκαιότητας του εμβολιασμού με τα υπάρχοντα εμβόλια. Κατά την εξάπλωση του τέταρτου κύματος, αρχίζουν να διαπιστώνονται και περιπτώσεις εμβολιασμένων πολιτών που κόλλησαν τον ιό. Αυτό το δεδομένο μεταφράζεται από κάποιους πως είτε τα εμβόλια δεν είναι αρκετά καλά, είτε ότι είναι αχρείαστα τελικά. Αντιθέτως, όμως, δείχνει τη σπουδαιότητα του εμβολιασμού, αφού χάρη σε αυτόν η συντριπτική πλειοψηφία τους είχε πολύ ήπια συμπτώματα, ακόμα και αν ήταν μεγαλύτερης ηλικίας ή είχαν κάποιο υποκείμενο νόσημα. «Εξαρχής ήταν δεδομένο ότι το εμβόλιο δεν μας προστατεύει πλήρως από το να μην κολλήσουμε, αλλά μας προστατεύει από τη βαριά νόσο και τον θάνατο. Παρότι μικρότερη δε, είναι δυνατή και η μετάδοση του ιού από τους εμβολιασμένους και γι’ αυτό επιμένουμε ότι σε κάθε περίπτωση είναι απαραίτητη η χρήση μάσκας και οι αποστάσεις στους κλειστούς χώρους», τονίζει ο καθηγητής Κοινωνικής Ιατρικής.

Για το ζήτημα αυτό έχει τεθεί υπό συζήτηση και η περίπτωση εμβολιασμού και με τρίτη δόση, καθώς, όπως εξηγεί ο ίδιος, «η διάρκεια της ανοσίας είναι ένα θέμα ανοιχτό επιστημονικά, που τώρα θα αρχίσουμε να διαπιστώνουμε, αφού έχουν περάσει κάποιοι μήνες από τους πρώτους εμβολιασμούς του Δεκεμβρίου – Ιανουαρίου. Προφανώς υπάρχουν και τα συμφέροντα των φαρμακοβιομηχανιών, που πιέζουν ήδη προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά το στοιχείο αυτό δεν πρέπει να μας τυφλώνει επιστημονικά στο αν χρειάζεται ο εμβολιασμός και με τρίτη δόση ή όχι. Απαιτείται επιστημονική τεκμηρίωση».

 

Οι παλινωδίες άλλοθι για τους αντι-εμβολιαστές

 

Το μεγαλύτερο ζητούμενο, βέβαια, παραμένει ο εμβολιασμός όσων δεν έχουν κάνει καμία δόση και δεν προτίθενται προς το παρόν. Αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα το ποσοστό των πλήρως εμβολιασμένων είναι μόλις 49% περίπου, χωρίς να κλείνονται πολλά νέα ραντεβού. Και σε αυτό, μεγάλο μέρος ευθύνης φέρει η κυβέρνηση με τις απανωτές παλινωδίες στη διαχείριση της πανδημίας, όπως τονίζει ο Αλέξης Μπένος: «Στην κυβέρνηση επικρατεί διγλωσσία για την πανδημία και παίζουν πότε με το μαστίγιο και πότε με το καρότο: χυδαίο μοίρασμα των 150 ευρώ στους 20ρηδες για τον εμβολιασμό, παρότρυνση να βγάλει ο κόσμος τη μάσκα γιατί όλα υποτίθεται ότι έβαιναν καλώς, άνοιξε–κλείσε τη Μύκονο χωρίς κανένα σχέδιο και νόημα και πολλά ακόμα που λειτουργούν σαν μια πολύ καλά σχεδιασμένη διαφήμιση του αντιεμβολιαστικού κινήματος».

Ταυτόχρονα, προσθέτει, και η κυβερνητική απόφαση για υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού στο προσωπικό νοσοκομείων, κλινικών και οίκων ευγηρίας φέρει κίνδυνο να λειτουργήσει αντίστροφα και να προκαλέσει μεγαλύτερη αντίδραση κατά του εμβολιασμού, αυξάνοντας και τον φόβο των πολιτών ότι θα χρησιμοποιηθεί σαν άλλοθι για απολύσεις και σε άλλους τομείς εργασίας: «Από την πλευρά της δημόσιας υγείας είναι δεδομένο ότι ο πληθυσμός πρέπει να εμβολιαστεί όσο πιο γρήγορα και μαζικά γίνεται. Αυτό δεν μπορεί, όμως, να συμβεί με αυταρχισμό. Και δεν είναι θέμα ιδεοληψίας, αλλά κάτι που έχει διαπιστωθεί από αντίστοιχες πρακτικές σε παγκόσμιο επίπεδο. Στη Βρετανία, για παράδειγμα, όταν τέθηκε η υποχρεωτικότητα στους εργαζόμενους υπηρεσιών υγείας, αυξήθηκε κατά πολύ η άρνηση εμβολιασμού. Ταυτόχρονα, η υποχρεωτικότητα φαίνεται να τονώνει τον ανορθολογισμό ότι το εμβόλιο κάνει κάτι κακό και γι’ αυτό το επιβάλλουν».

Τίθεται, βέβαια, και το ζήτημα πώς προφυλάσσεις ως πολιτεία τη ζωή των ασθενών από τυχόν μη εμβολιασμένους γιατρούς και νοσηλευτές, αλλά σύμφωνα με τον ίδιο, στην προκειμένη περίπτωση το συγκεκριμένο θέμα είναι περισσότερο θεωρητικό, αφού «επί του πραγματικού έχουμε πολύ υψηλά ποσοστά εμβολιασμού σε γιατρούς (άνω του 90%) και στους νοσηλευτές (άνω 75%) συν αυτών που έχουν φυσική ανοσία. Θεωρητικά και ανεκδοτολογικά υπάρχει τέτοιο ζήτημα, αλλά πρακτικά είναι πολύ πιο μικρό απ’ ό,τι προβάλλεται».

Ακόμα μία παλινωδία της κυβέρνησης στο ζήτημα της πανδημίας και του εμβολιασμού αφορά τη διαχείριση στα σχολεία. Ενώ αρχικά ο ίδιος ο πρωθυπουργός είχε δηλώσει πως δεν θα τεθεί υποχρεωτικός ο εμβολιασμός για τους εκπαιδευτικούς, τελικά την Τετάρτη πέρασε τροπολογία που προβλέπει απαγόρευση εισόδου στα σχολεία, αναστολή καθηκόντων, περικοπή μισθού και μη προσμέτρηση υπηρεσίας για όσους δεν παρουσιάσουν πιστοποιητικό εμβολιασμού ή νόσησης ή αρνητικού μοριακού/rapid test, χωρίς να διευκρινίζεται αν αυτά θα παρέχονται δωρεάν. «Οι εκπαιδευτικοί παρουσιάζουν επίσης καλά ποσοστά εμβολιασμού, ζητούμενο είναι να προσεγγιστούν τα παιδιά άνω των 12 ετών για να εμβολιαστούν. Πρέπει να τονιστεί, όμως, ότι δεν αρκεί ο εμβολιασμός για την προφύλαξη της υγείας στα σχολεία, αν συνεχίσουν να είναι πάνω από 20 παιδιά ανά τάξη. Το υπουργείο έπρεπε από τώρα να λαμβάνει μέτρα για την επόμενη χρονιά, ενοικιάζοντας αίθουσες, ώστε να μην υπάρχει συνωστισμός», σημειώνει ο καθηγητής.

 

Ο ρόλος της Αριστεράς

 

Τονίζει δε πως για να εμβολιαστεί κι άλλος κόσμος «πρώτο εργαλείο είναι η πειθώς. Όχι, όμως, με σαχλά βιντεάκια που δεν έχουν καμία σχέση με την υγεία ή μοίρασμα 150 ευρώ κτλ, αλλά με μηνύματα επιστημονικών δεδομένων, με προσέγγιση των ανθρώπων στις γειτονιές από την υγειονομική κοινότητα και όλα αυτά με συνέχεια και συνέπεια για να μην χάνεται η αξιοπιστία. Δεν γίνεται να πηγαίνεις από τον καθησυχασμό στον αυταρχισμό και τούμπαλιν».

Σε αυτό το πεδίο, σημαντικός είναι και ο ρόλος της Αριστεράς να υψώσει μια εναλλακτική φωνή μπροστά στον αυξανόμενο ανορθολογισμό, που προϋπήρχε παγκοσμίως, όσον αφορά τους εμβολιασμούς και όχι μόνο. «Ο εμβολιασμός είναι μια πράξη κοινωνικής αλληλεγγύης. Δεν το κάνουμε μόνο για να σώσει ο καθένας τον εαυτό του, αλλά και για να μην αρρωστήσει εξαιτίας μας και ο διπλανός μας και να σταματήσουμε σιγά σιγά την εξάπλωση. Και γι’ αυτό πρέπει να υλοποιείται σε πλαίσιο συνεργασίας και κοινωνικής συνύπαρξης. Η Αριστερά, αν εξαιρέσουμε λίγες ακραίες φωνές στους κόλπους της κατά του εμβολιασμού, από την αρχή στάθηκε στο ύψος της όσον αφορά τις πρακτικές προστασίας, αλλά πρέπει να συνεχίσει. Μπροστά στο “κίνημα” των ακροδεξιών αντιεμβολιαστών, θα έπρεπε τόσο καιρό να έχει δημιουργηθεί ένα αριστερό κίνημα που να διεκδικεί γρηγορότερο και καλύτερο εμβολιασμό όλου του πληθυσμού, στήριξη της δημόσιας υγείας, ενημέρωση κτλ», τονίζει ο Αλέξης Μπένος.

Όταν υπάρχει ένα ρεύμα που νοεί σαν «αντίσταση» στον αυταρχισμό, στις ελλείψεις της κυβέρνησης, στην κερδοσκοπία των φαρμακοβιομηχανιών και εν γένει στο υπάρχον σύστημα τον μη εμβολιασμό, επαφίεται στην Αριστερά να διατυπώσει ένα διαφορετικό αφήγημα για την αντιμετώπιση αυτών, πάνω στις αξίες της αλληλεγγύης και της δημόσιας υγείας, αντί του ατομικισμού και του ανορθολογισμού. Δεν εμβολιαζόμαστε για να πάμε απλά διακοπές, όπως προβάλλει η κυβέρνηση, αλλά για να προφυλάξουμε τους βαριά άρρωστους που δεν μπορούν να εμβολιαστούν τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, για να μην κρατιέται το σύστημα υγείας σε κατάσταση πανδημίας με τους χρόνια πάσχοντες ή ασθενείς άλλων νοσημάτων να μην έχουν επαρκή πρόσβαση σε αυτό, για να ξαναξεκινήσουν οι πειραματικές θεραπείες για άλλες ασθένειες που μπορεί να σώσουν τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων, αλλά που όσο διαρκεί η πανδημία, έχουν παγώσει. Η κερδοσκοπία των φαρμακοβιομηχανιών και το σύστημα δεν χτυπιέται με το να νοσήσουμε ή και να πεθάνουμε εκατομμύρια, αλλά διεκδικώντας το σπάσιμο των πατεντών, τη δωρεάν χορήγηση των εμβολίων στις πιο φτωχές χώρες, που έχουν αφεθεί στην τύχη τους, και ένα διαφορετικό σύστημα παραγωγής, ώστε να αποφύγουμε τις μελλοντικές πανδημίες.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet