Χρειαζόμαστε έναν συναινετικό ή έναν εξαγριωμένο ΣΥΡΙΖΑ και Τσίπρα; Το ερώτημα έχει γίνει ήδη αντικείμενο δημόσιας συζήτησης με αφορμή και τις πρόσφατες καταστροφικές πυρκαγιές, ιδίως μετά τη σχετική συνέντευξη τύπου του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης, και δελεάζει αρκετούς, όπως φαίνεται.

Επειδή η απάντηση, ακόμα κι αν θεωρήσουμε ορθό το ερώτημα, δεν μπορεί να είναι διαχρονική ή, σωστότερα, αχρονική, καλό είναι να αρχίσουμε την όποια συζήτηση από το ερώτημα «τι είναι αυτό που κρίνεται τη συγκεκριμένη στιγμή;» Αν αυτό που κρίνεται είναι το ποιος θα κερδίσει τις επόμενες εκλογές με κάθε τρόπο, τότε το ερώτημα έχει απαντηθεί πολλές φορές από την ίδια τη ζωή, και πολύ πρόσφατα μάλιστα. Αν το υπό κρίση ζήτημα είναι πώς θα κερδηθούν οι επόμενες ή όποιες άλλες εκλογές από ένα κόμμα της ριζοσπαστικής ανανεωτικής αριστεράς, τότε η απάντηση υποχρεωτικά είναι πιο σύνθετη από μια απλή άρση του διλημματικού χαρακτήρα του ερωτήματος.

 

Το πώς και το γιατί της αριστεράς

 

Ένα τέτοιο κόμμα γενικά, αλλά και ειδικά το συγκεκριμένο κόμμα, θα όφειλε να θεωρεί σαν υπό κρίση ζήτημα το πώς. Γιατί η έμπρακτη ιδιαίτερη απάντηση σε αυτό το πώς δεν το διαφοροποιεί μόνο στρατηγικά-ιδεολογικά από τα άλλα αντίπαλα κόμματα, αλλά του επιτρέπει να αντιμετωπίσει και τις πρόσθετες δυσκολίες που του παρεμβάλλουν και θα του παρεμβάλλουν οι αντίπαλες πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις σ’ αυτή του τη στόχευση. Δηλαδή, τα εμπόδια στην επικοινωνία με τις λαϊκές τάξεις, τη μεθοδευμένη παραπληροφόρηση και τους αναπτυγμένους μηχανισμούς προπαγάνδας.

Αν έπρεπε να το πούμε με λίγα λόγια, η στάση του στο συγκεκριμένο ζήτημα όφειλε να είναι νηφάλια (ώστε να μη μπορούν να την εκμεταλλευτούν οι αντίπαλοι ταυτίζοντάς τη με την τυμβωρυχική τακτική της ΝΔ το 2018), κριτική (ώστε να δηλώνει με σαφήνεια μια διαφορετική αντίληψη για την αντιμετώπιση του συγκεκριμένου προβλήματος), υπεύθυνη (με την έννοια ότι αντιλαμβάνεται ότι δεν πρόκειται για ένα πιασάρικο θέμα, αλλά για ένα θέμα κρίσιμο, που απαιτεί σταθερή πολιτική σε μακροπρόθεσμη βάση – και γι’ αυτό έχει ανάγκη και απαιτεί μια μίνιμουμ σύμπτωση σε βασικές επιλογές). Το θέμα, λοιπόν, δεν είναι ποιος προσφέρεται, προσφέρει ή ζητάει τη συναίνεση, αλλά ποιος διαθέτει τις επεξεργασμένες, πειστικές και διαφοροποιημένες πολιτικά προτάσεις, ώστε να διεκδικήσει και να καταφέρει η συναίνεση να πραγματοποιηθεί όσο γίνεται πιο κοντά στη δική του αντίληψη για την κλιματική κρίση, την αντιμετώπισή της και τη διατήρηση ενός βιώσιμου και διαρκώς βελτιούμενου φυσικού περιβάλλοντος. Γιατί μια τέτοια συναίνεση πραγματοποιείται σε μια διαφοροποιημένη κοινωνική βάση και με συσπείρωση και συνεργασία κοινωνικών, κινηματικών και πολιτικών δυνάμεων. Και αυτή είναι που, υπό προϋποθέσεις, μπορεί να αποτυπωθεί και στο εκλογικό αποτέλεσμα. Όταν διεκδικείς την πλειοψηφία, είσαι αναγκασμένος να διεκδικήσεις την κοινωνική συναίνεση στη βάση των συγγενικών με τη δική σου αντίληψη θέσεων. Αυτός είναι ο δρόμος της συγκεκριμένης αριστεράς.

 

Η αντίληψη περί «εχθρικής φύσης»…

 

Από αυτή την άποψη, μοιάζει τουλάχιστον άστοχο η συζήτηση να περιστρέφεται γύρω από το πολιτικό ύφος, τη στιγμή που οι πρόσφατες τοποθετήσεις του κ. Μητσοτάκη προσφέρουν τους ογκόλιθους, πάνω στην απόρριψη των οποίων μπορεί να οικοδομηθεί αυτή η νέα συναίνεση. Πρόκειται για ογκόλιθους της νεοφιλελεύθερης αντίληψης για την κλιματική κρίση, την αντιμετώπισή της και τη θέση των καθημερινών ανθρώπων σ’ αυτό το εγχείρημα.

Ο κ. Μητσοτάκης άρχισε την εισαγωγική ομιλία του στη συνέντευξη τύπου με μια χαρακτηριστική των νεοφιλελεύθερων αντιλήψεων διαπίστωση, ότι επί δέκα μέρες δεχόμαστε μια «πρωτοφανή επίθεση της φύσης»! Εμείς οι άνθρωποι είμαστε κάτι έξω από τη φύση και με αυτή την αντίληψη για οδηγό υποτίθεται ότι θα αντιμετωπίσουμε την κλιματική κρίση… Η προκαπιταλιστική αντίληψη της φύσης ως εχθρικού περιβάλλοντος που πρέπει να τιθασευτεί, βρήκε την τέλεια έκφρασή της στην καπιταλιστική εποχή με την αναγωγή της σε αντικείμενο ανελέητης εκμετάλλευσης με οδηγό το ιδιωτικό κέρδος και αποτέλεσμα την καταστροφή της, όπως διαπιστώνεται και με βάση τη μαρξική ανάλυση περί διπλής εκμετάλλευσης-καταλήστευσης.

Δεν πρόκειται για μια θεωρητική, ακαδημαϊκού τύπου διαφορά. Το αποτέλεσμα αυτής της αντίληψης αποτυπώνεται σχεδόν σε όλα τα σημεία του σχεδίου που προτίθεται να εφαρμόσει η κυβέρνηση της ΝΔ για την αντιμετώπιση των συνεπειών της κλιματικής κρίσης, μεταξύ αυτών και των δασικών πυρκαγιών.

 

και οι πρακτικές συνέπειές της

Είναι χαρακτηριστική η ιεράρχηση που επιθυμεί να επιβάλει, με πρόσχημα έναν ανθρωπισμό που δεν είναι παρά ένας αδιανόητος πια ανθρωποκεντρισμός. Πρώτα η προστασία της ανθρώπινης ζωής, μετά η διάσωση της περιουσίας και τέλος η διάσωση του δάσους. Η συνδυαστική ταυτόχρονη προστασία, σύμφωνα με τον κ. Μητσοτάκη, είναι «απλά ανέφικτη». Ετσι, η ανάγκη για προστασία τής ζωής στο πλαίσιο μιας καταστροφής οφειλόμενης στην καταλήστευση της φύσης, παρουσιάζεται σαν κάτι ανεξάρτητο και άσχετο με τις αιτίες και τις επιλογές που προκάλεσαν την καταστροφή. Και προβάλλεται ταυτόχρονα ο διαρκώς διαψευδόμενος ισχυρισμός ότι η προστασία της μπορεί να εξασφαλιστεί ακόμα και σε βάρος του περιβάλλοντος. Ο παραλογισμός αυτός είναι προφανής σε όσους έχουν άμεσα συνδεδεμένη την τύχη τους με το δάσος, για παράδειγμα, αλλά στα αφτιά της πλειονότητας του αστικού πληθυσμού που ενδιαφέρει τους εκλογολόγους, ακούγεται μάλλον ευχάριστα.

 

Η εκκένωση των διασωστών

 

Συνέπεια αυτής της διαιρετικής λογικής του διαχωρισμού ανθρώπου και φύσης, που στην πραγματικότητα συνιστούν αδιάσπαστο σύνολο, είναι και η απουσία οποιασδήποτε πρόβλεψης στον κυβερνητικό σχεδιασμό για αξιοποίηση του ντόπιου πληθυσμού ενός συγκεκριμένου ηλικιακού φάσματος στη διαδικασία της καταστολής των πυρκαγιών και της διάσωσης των περιουσιακών στοιχείων. Ο,τι σχετικό έγινε, έγινε παρά τις κυβερνητικές εντολές και σε πείσμα τους. Το ίδιο συμβαίνει και προβλέπεται να συμβαίνει και με την πρόληψη και την προετοιμασία. Αυτή η διάκριση, αυτός ο τεχνητός διαχωρισμός εκφράζεται και με τη διαιώνιση της εκκρεμότητας της χαρτογράφησης των δασών και με τη μόνιμη επιδίωξη της δεξιάς για ελαχιστοποίηση των δασικών εκτάσεων προς όφελος των εμπορεύσιμων εδαφών. Κάθε απομάκρυνση του συγκεκριμένου πληθυσμού από τους δημόσιους θεσμούς προστασίας, βελτίωσης, εκμετάλλευσης και ανάπτυξης του δασικού πλούτου, μας φέρνει πιο κοντά στην αντίληψη ότι το δάσος είναι, τελικά, μια απειλή για τον άνθρωπο.

Αυτό που επιδιώκεται στην πραγματικότητα, είναι να αποκτήσει η όλη διαδικασία πρόληψης, καταστολής των πυρκαγιών και αποκατάστασης του περιβάλλοντος ένα χαρακτήρα τεχνοκρατικό, με σύμβολο πίστης τις εξωτερικές κυρίως επεμβάσεις, και μάλιστα κεντρικού χαρακτήρα, όχι περιφερειακού. Στην καλύτερη περίπτωση – ή μήπως στη χειρότερη; - να διαμορφωθεί μια σχέση συνενοχής με τους πληθυσμούς αυτούς στη βάση της διάθεσης ενός μεριδίου από την ιδιωτικού χαρακτήρα «αξιοποίηση» ή και σφετερισμό του δασικού πλούτου και των δασικών εκτάσεων.

 

Δημόσιες δομές και ιδιώτες επενδυτές

 

Εδώ έρχεται και κουμπώνει η άλλη συνέπεια αυτής της αντίληψης: η υποβάθμιση ή και κατάργηση δημόσιων δομών στον κρίσιμο αυτό τομέα, όχι μόνο του κεντρικού κράτους αλλά και της αυτοδιοίκησης. Την κατάργηση της δασοπυρόσβεσης (τα αποτελέσματα της οποίας ποτέ δεν αξιολογήθηκαν εδώ και είκοσι χρόνια) διαδέχθηκε η υποβάθμιση της δασικής υπηρεσίας σε ένα γραφειοκρατικό θεσμό ξένο και σχεδόν μισητό σε όποιον αναζητά μια άκρη σε ένα καθεστώς μόνιμης εκκρεμότητας της δασικής χαρτογράφησης. Και ενώ η διάσημη πια έκθεση Γκολντάμερ συνιστούσε την αναβάθμιση των σχετικών υπηρεσιών και την ενοποίησή τους σε έναν ενιαίο δημόσιο οργανισμό ικανό να σχεδιάζει και να αξιολογεί σε μακροπρόθεσμη βάση με οδηγό τη συνέχεια και τη συνέπεια σε ορισμένες αρχές, η δασική υπηρεσία απλώς μεταφέρεται στο υπουργείο Περιβάλλοντος, η ιδέα της έκθεσης Γκολντάμερ απορρίπτεται ασυζητητί και η μόνη «καινοτομία» που προβλέπουν τα κυβερνητικά σχέδια, είναι η επίσημη είσοδος των ιδιωτών επενδυτών στο πεδίο της αποκατάστασης των κατεστραμμένων δασών, όχι μόνο με τη χορηγία για την κάλυψη των σχετικών δαπανών, αλλά επί του πεδίου, με την ανάληψη και εκτέλεση με δικά τους οικονομικά, τεχνικά και ανθρώπινα μέσα των σχετικών έργων. Ακόμα και την ώρα που όλοι κλαίνε πάνω στις στάχτες και τα ερείπια, οι νεοφιλελεύθεροι δεν μπορούν να ξεχάσουν τις αρχές τους. Ο χώρος δράσης του δημοσίου είναι ευκαιρία να αλωθεί από το ιδιωτικό κεφάλαιο, ακόμα και την ώρα που μπορεί να γίνεται εξόφθαλμη η ανάγκη ενίσχυσής του.

Με αυτή την πρώτη ύλη ενδεικτικά και με πολύ περισσότερη που προσφέρεται, μπορεί να διαμορφωθεί το έδαφος για τη διεκδίκηση μιας κοινωνικής συναίνεσης όπως την καταλαβαίνει ο κόσμος που δέχεται τα πλήγματα της νεοφιλελεύθερης πολιτικής και στο συγκεκριμένο πεδίο. Αν δεν συμβεί αυτό, κανείς δεν θα νοιαστεί για το αν συναινεί ή όχι η αριστερά στην επικρατούσα πολιτική. Μπορούν μια χαρά και μόνοι τους να κάνουν το δικό τους.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet