Ευτυχώς, το καλοκαίρι τελείωσε. Το καλοκαίρι είναι η χειρότερη εποχή του χρόνου. Όλα τα άσχημα γίνονται καλοκαίρι, αυτό με έχει μάθει η δική μου ζωή. Οι μεγάλοι θάνατοι, οι αρρώστιες, οι αποχωρισμοί, όλα έγιναν καλοκαίρι. Ευτυχώς, έφυγε. Μα αν φέτος δεν μετρήσαμε προσωπικές απώλειες δυνατότερες από τις συλλογικές, αυτό είναι ένα καλοκαίρι που δεν θα ξεχαστεί ποτέ. Μα ποτέ.

Και συλλογικά αν το δούμε, όμως, τα άσχημα πράγματα γίνονται καλοκαίρι και τα ωραία, όπως οι εξεγέρσεις, συμβαίνουν την υπόλοιπη χρονιά. Οι επαναστάσεις, ας πούμε. Ο Μάης του ‘68. Το Πολυτεχνείο. Οι Δεκέμβρηδες που χάραξαν μια ολόκληρη γενιά εκκολαπτόμενων “επαναστατών”, από το 2008 ως τα σήμερα. Κι ήταν κι άλλοι Δεκέμβρηδες, τα παλιά τα χρόνια, τα μακρινά από εμάς τους ζώντες τους σημερινούς, που έχτισαν αυτό που λέμε “συλλογική μνήμη”. Τα καλοκαίρια είχαν ραστώνες και κρύα, είχαν πάθος. Και πάθη.

 

Πληγή γεμάτη αλάτι

 

Το φετινό καλοκαίρι μας διέλυσε. Κάηκε η μισή χώρα. Όσοι γλιτώσαμε από τη φωτιά, παρακολουθούσαμε τον τόπο μας να λιώνει, να καρβουνιάζει. Αντιλαλούσαν οι κραυγές των πονεμένων ανθρώπων, των νεκρών ζώων και των νυμφών που κατοικούν στους κορμούς των δέντρων. Οι αρχαίοι μύθοι λένε πως σε κάθε δέντρο, κατοικεί μια νύμφη κι αν το κόψεις χωρίς να το έχεις ανάγκη, η νύμφη πεθαίνει βασανιστικά. Φανταστείτε τώρα πόσες νύμφες κάηκαν ζωντανές.

Τα δάση ξαναγίνονται, είπε ο πρωθυπουργός, οι ζωές δεν αναπληρώνονται. Κι όμως, τα νεκρά δάση, με τα νεκρά τους ζώα, φέρνουν και νεκρούς ανθρώπους: Φέρνουν πλημμύρες, μολυσμένα νερά, μολυσμένη ατμόσφαιρα, καρκίνους, θλίψη.

Μια πληγή γεμάτη αλάτι, για να πονάει περισσότερο και διαρκώς, ήταν το φετινό μας καλοκαίρι. Κι όσο η φωτιά έγλειφε τη θάλασσα ώσπου να σβήσει, η πληγή, σαν τα άρρωστα κύτταρα του σώματος, μεταφερόταν κι αλλού (κι αλλού). Την ώρα που κοβόταν το οξυγόνο όλης της χώρας από το τέλος των δασών μας, κοβόταν και το οξυγόνο χιλιάδων ασθενών κάθε μέρα, υπό το βάρος της πανδημίας.

Πέθαινε η φύση, πέθαινε κι ο κόσμος στα νοσοκομεία. Γενικώς, τριγυρισμένοι από το θάνατο, το φετινό καλοκαίρι μας γάμησε πατόκορφα και μας άφησε να αναλογιζόμαστε από πια αρχή πρέπει να πιάσεις το νήμα, ένα νήμα με πολλά κεφάλια, ένα νήμα Λερναία Ύδρα. 

Καλοκαίρι ήταν κι όταν εξελέγη η χειρότερη δεξιά της μεταπολίτευσης. Να μία άκρη του νήματος, αν συμφωνείτε κι εσείς. Αλλά τα καλοκαίρια έχουν καταστροφές κι οι χειμώνες, οι χειμώνες έχουν αγώνες. Όπως και τα φθινόπωρα κι οι Άνοιξες. Αγώνες και νίκες. 

 

Απόγνωση και απαιτήσεις

 

Δεν αξίζει στους νέους να φοβούνται, αλλά οι νέοι της γενιάς μας, τα παιδιά του ’90 κι έπειτα, είναι νέοι που φοβούνται. Πρώτη φορά νομίζω πως ο φόβος κατάφερε να κατασπαράξει τους νέους όπως τώρα. Το πιο μεγάλο μας στοίχημα, είναι η επανοικειοποίηση της οργής. Καμιά φορά θυμάμαι τις μέρες που η οργή κέρδιζε: Κατεβάζαμε τις κυβερνήσεις σαν να ήταν φτιαγμένες από χαρτόνι. Τελειώναμε πολιτικές καριέρες. Εμείς ήμασταν οι νέοι με τα δυνατά κορμιά και διαβάζαμε τα λόγια των Ωραίων. Ο Περικλής Κοροβέσης μάς πετύχαινε τα βράδια της ανάπαυλας και μας μιλούσε για Ανθρωποφύλακες. Ο Μίκης Θεοδωράκης έντυνε με νότες τις αμφιβολίες μας, αν τελικά θα αλλάζαμε τον κόσμο. Ήμασταν βέβαιοι πολύ λιγάκι αργότερα ότι θα το αλλάζαμε.

Αλλά τώρα, μετά από τούτο το καλοκαίρι, η οργή ούτε ξεχειλίζει ούτε διαμορφώνεται σε πάλη. Μέσα μου νιώθω πηχτό, κοχλάζον έρεβος, έτοιμο να εκραγεί. Δεν έχει η απόγνωσή μας το σχήμα που έχουν οι οργές, η απόγνωση δεν έχει σχήματα, είναι εκατομμύρια μόρια από την ψυχή μας διάσπαρτα στο χώρο και τον χρόνο. Η απόγνωση είναι ο χειρότερος τρόπος κι ο πιο εύκολος για να χάνουμε. Τώρα κολυμπάμε σε μία βαλτωμένη λίμνη γεμάτη απαιτήσεις: Η φτώχεια, ο θάνατος, η καμένη γη, οι πρόσφυγες που έρχονται, τα δικαιώματα που χάνονται, η εργασία που σφαγιάζεται, οι ζωές μας ρευστές να περιμένουν κάποια λύση, μόνες, χαμένες. Πλατσουρίζουμε μέσα στον βάλτο, τα κεφάλια μας είναι πάνω από το νερό, αλλά τα κορμιά μας είναι εγκλωβισμένα.

Δεν ξέρω πώς, ξέρω γιατί: Πρέπει να τους διώξουμε. Αυτή η Δεξιά πρέπει να φύγει και να γραφτεί στις χειρότερες σελίδες της Ιστορίας. Πρέπει να τους διώξουμε και δεν πρέπει τίποτε άλλο τόσο πολύ. Απέναντί μας έχουμε το τέλος της ελευθερίας, αμέτρητους θανάτους, καταστροφές απερίγραπτες κι από την άλλη πλευρά είμαστε εμείς, που πασχίζουμε να ζήσουμε. Πρέπει να τους διώξουμε κι ευτυχώς το καλοκαίρι έφυγε.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet