Μετά και την επετειακή εκδήλωση για τα 47 χρόνια από την ίδρυση του ΠΑΣΟΚ, κορυφώνονται οι εσωκομματικές διεργασίες που θα οδηγήσουν στη λήψη αποφάσεων για τον τρόπο ανάδειξης της νέας ηγεσίας του Κινήματος Αλλαγής.

Στην εκδήλωση μίλησε μόνον η Φώφη Γεννηματά αναφερόμενη στην ιστορία και την προοπτική του κόμματος. Ασφαλώς, η ομιλία της δεν θα μπορούσε να μην ταυτίζεται με τη δική της οπτική ως υποψήφιας που διεκδικεί εκ νέου την ηγεσία. Έστρεψε δε τα πυρά της πολύ περισσότερο προς τη ΝΔ και τον Κυριάκο Μητσοτάκη, παρά στον ΣΥΡΙΖΑ (τον οποίο φωτογράφιζε όταν μιλούσε για «λαϊκισμό»).

Ωστόσο, η υποψηφιότητα της νυν προέδρου του Κινήματος Αλλαγής δεν ήταν για όλους δεδομένη, καθώς κάποιοι εκ των εσωκομματικών της αντιπάλων εκτιμούσαν πως τελικά θα επέλεγε να μη διεκδικήσει την επανεκλογή της. Αυτός ήταν και ένας από τους λόγους που η Γεννηματά, αρκετούς μήνες πριν από την προσδιορισμένη περίοδο, έσπευσε να κάνει δημόσια γνωστές τις προθέσεις της. Το επόμενο διάστημα η ίδια θα πρέπει να ισορροπήσει ανάμεσα στη θεσμική εκπροσώπηση του κόμματος και τη δική της προσωπική προεκλογική εκστρατεία. Βασικά σημεία της υποψηφιότητάς της είναι η αυτόνομη πορεία του κόμματος, την οποία προκρίνει και έχει θέσει σε ψηφοφορία στο τελευταίο συνέδριο του ΚΙΝΑΛ, αλλά και η πρόθεσή της να αντικαταστήσει τον ΣΥΡΙΖΑ ως εναλλακτικό προοδευτικό πόλο απέναντι στη ΝΔ. Πρωτεργάτρια της προσπάθειας για τη μετεξέλιξη του ΠΑΣΟΚ, διαφωνεί με τη συζήτηση που θα απασχολήσει το επόμενο διάστημα περί επιστροφής του ονόματος και του σήματος στη βιτρίνα. «Τα συναισθήματά μου για το ΠΑΣΟΚ δεν είναι για πούλημα», έχει πει σε πρόσφατη συνέντευξή της, τονίζοντας πως «το Κίνημα Αλλαγής υπάρχει γιατί υπάρχει το ΠΑΣΟΚ και το ΠΑΣΟΚ υπάρχει γιατί υπάρχει το Κίνημα Αλλαγής».

Το πιο θετικό σημείο της υποψηφιότητάς της είναι πως προσφέρει μια σταθερότητα στο κόμμα, καθώς το έκανε τρίτη δύναμη στο Κοινοβούλιο. Η ίδια σταθερότητα, όμως, θεωρείται και μειονέκτημα, καθώς υπάρχουν εκείνοι που θεωρούν πως, παρότι κατάφερε να κρατήσει το κόμμα, δεν μπορεί να του δώσει ώθηση για να αυξήσει τα ποσοστά του.

Ο ευρωβουλευτής Νίκος Ανδρουλάκης έχασε τις εκλογές του 2017 για την ηγεσία του νέου (αβάφτιστου ακόμα) κεντροαριστερού φορέα από τη Φώφη Γεννηματά, όμως τόσο εξαιτίας της ηλικίας του, όσο και λόγω του μηχανισμού που είχε αποκτήσει στο κόμμα ήδη από την εποχή που βρισκόταν στη νεολαία, θεωρούταν βέβαιο πως θα ξαναπροσπαθήσει. Όντας ο νεότερος εκ των υποψηφίων, αναπόφευκτα δεν έχει εμπλακεί με το κυβερνητικό παρελθόν του κόμματος, ούτε έχει συνδεθεί με τις κεντρικές αποφάσεις της τελευταίας δεκαετίας. Μιλώντας για «αποφασισμένους προοδευτικούς καμικάζι» που θα αναλάβουν να σηκώσουν στην πλάτη τους την επόμενη μέρα, δείχνει πως σκοπεύει να παίξει το χαρτί της ανανέωσης του στελεχιακού δυναμικού, ενώ και εκείνος βάζει ως προϋπόθεση για την εξασφάλιση της αυτονομίας της παράταξης τα ενισχυμένα ποσοστά της. Στο ζήτημα της επιστροφής στον πράσινο ήλιο του ΠΑΣΟΚ, ο Ανδρουλάκης πιστεύει πως την απόφαση πρέπει να πάρουν οι ψηφοφόροι στο συνέδριο του κόμματος, που θα γίνει μετά την εκλογή του νέου αρχηγού –με το σημερινό χρονοδιάγραμμα, την άνοιξη του 2022. Μιλάει για ανανέωση και όσοι τον στηρίζουν πιστεύουν πως μπορεί να σταθεί σαν «αντι–Τσίπρας».

 

Ο Ανδρέας Λοβέρδος έχει δοκιμάσει ξανά να ηγηθεί της παράταξης, το 2015, όμως αυτή τη φορά η προσπάθεια μοιάζει περισσότερο συστηματική. Ξεκίνησε από πολύ νωρίς, όταν έθεσε τις δύο βάσεις αμφισβήτησης της υπάρχουσας ηγεσίας (τα χαμηλά ποσοστά και την επαφή με το προοδευτικό Κέντρο), προοικονομώντας ότι θα είναι ένας εκ των διεκδικητών του φθινοπώρου. Ο πρώην υπουργός, ακόμη εμπλεκόμενος στο σκάνδαλο Novartis, έχει ήδη δημοσιεύσει το μανιφέστο του. Είναι εκείνος ο υποψήφιος που μίλησε ανοιχτά για επιστροφή στα παραδοσιακά σύμβολα και στην ονομασία ΠΑΣΟΚ, λέγοντας πως έχει βρει τρόπο να το κάνει χωρίς αυτό να δυσκολέψει το κόμμα οικονομικά. Εχει καθορίσει τον ΣΥΡΙΖΑ ως «υπαρξιακό εχθρό», σε αντίθεση με τον «ιδεολογικό εχθρό» της ΝΔ, ενώ βάζει ως προϋπόθεση για την επόμενη μέρα την άνοδο των ποσοστών. Ο ίδιος διαθέτει υπουργική και κοινοβουλευτική εμπειρία και σαφείς αναφορές στο αντι–ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο. Οι εσωκομματικοί του αντίπαλοι θεωρούν πως τυχόν επικράτησή του θα μετακινήσει τον άξονα του κόμματος προς τη ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη, οδηγώντας σε κυβέρνηση συνεργασίας στις εκλογές της απλής αναλογικής.

 

Ο Χάρης Καστανίδης είναι η τελευταία προσθήκη στους υποψηφίους, αλλά και τόσο πρόσφατη, που ακόμα δεν είναι πολλά γνωστά γι' αυτή. Ο Χάρης Καστανίδης, πρώην υπουργός, είναι η υποψηφιότητα που προέρχεται από τη μεριά του ΚΙΔΗΣΟ, και θέτει ζήτημα επιστροφής του ΠΑΣΟΚ στη θέση του πρωταγωνιστή, μέσα από τις σοσιαλδημοκρατικές θέσεις για τις οποίες κέρδισε την εμπιστοσύνη των πολιτών εξαρχής. Ο Καστανίδης στην ανακοίνωσή του τόνισε πως τα «άλματα προόδου» στη χώρα ταυτίστηκαν με το ΠΑΣΟΚ, πράγμα που δείχνει πως και αυτός θα θέσει ζήτημα επιστροφής του ΠΑΣΟΚ, με κάποιον τρόπο, στη βιτρίνα. «Είναι ανάγκη (η παράταξη) να ξαναβρεί την ψυχή της, την ταυτότητά της και τον βηματισμό της, να ξαναγίνει μεγάλη, γιατί μόνο έτσι θα βρουν και τον δικό τους βηματισμό οι Έλληνες», τόνισε. Θεωρείται η πιο αριστερόστροφη υποψηφιότητα, που στο πρόσφατο παρελθόν προκάλεσε αναταράξεις στο κόμμα του, όταν απείχε από την ψηφοφορία στο νομοσχέδιο των διαδηλώσεων, στο οποίο το ΚΙΝΑΛ είχε, μετά από τις σχετικές αλλαγές, ταχθεί υπέρ. Ο Καστανίδης δεν κατεβαίνει στην κούρσα ως φαβορί, αλλά διαμορφώνει νέες ισορροπίες για τον πρώτο γύρο. Σκοπεύει να θέσει στο τραπέζι της συζήτησης ιδεολογικά θέματα, καθώς και μια σαφή θέση ως προς τη σχέση με τη ΝΔ και τον ΣΥΡΙΖΑ.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet