Το «Γεννημένος Λούζερ» της Ειρήνης Δερμιτζάκη που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εύμαρος, μυθιστόρημα ιδιαίτερα σημαντικό και επίκαιρο όσον αφορά την αύξηση βίας, κοινωνικής και έμφυλης, που πρόσφατα άρχισε να αποκαλύπτεται και στη δική μας χώρα.

Ο Μανούσος, ένα παιδί που μεγαλώνει μέσα στα βάσανα της οικογενειακής και της κοινωνικής βίας, μας θυμίζει ότι πρόσφατα, στην πραγματική μας ζωή, βιώσαμε τον θάνατο ενός φοιτητή από την Κρήτη που προκλήθηκε από τη βία Κρητικών συμφοιτητών του. Αντιήρωας της ιστορίας, γεννιέται μέσα στην ενδοοικογενειακή βία στο φανταστικό Σκορποχώρι της Κρήτης. Όμως η λογοτεχνική αξία της ιστορίας του είναι η οικουμενικότητά της, η θλιβερή αλήθεια που διαιωνίζεται στον χρόνο σε όλη την περιφέρεια της χώρας, σε όλες τις περιφέρειες του πλανήτη.

Μοίρα ενός τέτοιου αντιήρωα είναι η υπομονή, η έλλειψη αντίδρασης απέναντι στην ασκούμενη βία. Όπως συμβαίνει και στις περισσότερες περιπτώσεις των παιδιών που δέχονται βία, που συνηθίζουν στη βία, που υπομένουν, περιμένουν χωρίς να γνωρίζουν αν κάποτε θα δουν το φως του απεγκλωβισμού από αυτήν.

«Η γιαγιά μου η Κατίνα με έδερνε για παραδειγματισμό με το μπαστούνι της, σε πλάτη, πόδια και κεφάλι. Κάθε πρωί, για να μάθω, λέει, και να μην κάνω λάθη. Αντί να τα αποφεύγω, έπεφτα με τα μούτρα καταπάνω τους. Έτσι, πίστευα πως ολόκληρη η ζωή μου ήταν ένα λάθος. Και μια ανούσια σύμπτωση», λέει ο Μανούσος, καθώς παρακολουθούμε την πορεία της ζωής του μέσα από έντονες καταστάσεις και που, όπως εξηγεί η συγγραφέας, «έτσι που το αδύναμο ανθρωπάκι γίνεται σιγά-σιγά η προσωποποίηση της σκληρότητας κάθε μικρής κοινωνίας, που πολλές φορές δείχνει μηδενική ανοχή στη διαφορετικότητα».

Η γνώση και η ικανότητα της χρήσης της ντοπιολαλιάς από την Δερμιτζάκη είναι εντυπωσιακή.

 

***

 

Το «Μέσα Πέτρα» της Μαρίας Μανωλέλη από τις εκδόσεις Ποταμός, βιβλίο μυθοπλασίας για μια δολοφονία που λαμβάνει χώρα στην Κρήτη κατά τη δεκαετία του 1970. Μια ιστορία επίσης για την έμφυλη βία, καθιστά εκ προοιμίου σαφές το γεγονός πως η συγγραφέας γνωρίζει πολύ καλά και εις βάθος την τοπική κοινωνία και τα ήθη της. Και εδώ, όμως, η ιστορία θα μπορούσε να εκτυλιχτεί οπουδήποτε στην ελληνική περιφέρεια, ανεξάρτητα από τα ιδιαίτερα χρώματα και αρώματα της Κρήτης. Θάνατος και έρωτας, ερμητικά κλεισμένα μυστικά φόνου, αυτή η νουβέλα της Μανωλέλη ρίχνει φως σε σημαντικές πτυχές της ντόπιας κοινωνίας ενός χωριού της Κρήτης. «Πέτρα» η ονομασία του χωριού, όπου, με αφορμή τον θάνατο ενός ηλικιωμένου άνδρα, φωτίζεται ένας ολόκληρος σκοτεινός κόσμος ψυχών που έχουν διαμορφωθεί από τη δική του συμπεριφορά. Τρία παιδιά που δεν θέλουν να τον ξέρουν ακόμα και νεκρό, μια γυναίκα που δεν ξέχασε ποτέ ότι κάποτε εκείνος ο νεκρός παντρεύτηκε μιαν άλλη.

Αν και πρωτόλειο στο είδος του, η Μανωλέλη καταφέρνει με τον τρόπο της να ρίξει άπλετο φως σε μια πραγματικότητα που επιμένει να παραμένει στο σκοτάδι. Μια γυναικοκτονία είναι η αφορμή –που δυστυχώς και στις πρόσφατες μέρες μας παραμένει ως πραγματικότητα– και όλες οι λεπτομερείς πτυχές της συντηρητικής, μικρής κοινότητας, αλλά και, κατ’ επέκταση, της ελληνικής και όχι μόνο κοινωνίας, γύρω από αυτήν είναι το κεντρικό θέμα που θίγεται με ιδιαίτερη μαεστρία στο βιβλίο της Μανωλέλη.

 

***

 

Η συλλογή διηγημάτων της Πέλας Σουλτάτου, «Η θάλασσα δεν είναι μπλε» από τις εκδόσεις Καστανιώτη έρχεται να μας υπενθυμίσει πως η συγγραφέας έχει μία ιδιαίτερη λογοτεχνική φωνή, άξια λόγου στη σύγχρονη εκδοτική παραγωγή.

Διηγήματα που θα μπορούσαν να έχουν ως εκκίνηση το προσωπικό ημερολόγιό της, γραμμένα ως επί το πλείστον στο πρώτο πρόσωπο, γύρω από τη ζωή γενικώς, γύρω από τον θάνατο, τον έρωτα, τις σχέσεις των ανθρώπων, στην Κρήτη εν προκειμένω, αλλά και εδώ, με κοσμοπολίτικη, οικουμενική αξία.

Το λογοτεχνικό «χάρισμα» ή έμφυτο τάλαντο της Σουλτάτου διέπει όλα της τα βιβλία που έχουμε διαβάσει. Η πηγαία ευφυΐα της βρίσκεται σε κάθε σελίδα, σε κάθε παράγραφο, είτε μιλάει για έναν παιδικό έρωτα είτε για τον Ανδρέα Παπανδρέου και τις μέρες κυριαρχίας της Πασοκικής άποψης.

«Θαρρώ χαίρεσαι όταν με αποκαλούν “συγγραφέα”. Αλλά δεν είμαι. Πολύ περισσότερο δε νιώθω λογοτέχνιδα. Είναι βαρύγδουποι τίτλοι, ειδικά για ανθρώπους ταπεινής καταγωγής όπως εγώ. Εξάλλου, δε γνωρίζω αν έχω κλίση στο γράψιμο. Μα είχα κλήση. Αυτό το ξέρω.»

 Όπως προκύπτει από την ανάγνωση, η Σουλτάτου ένιωσε την κλήση από την τρυφερή ηλικία. Ο αναγνώστης δεν μπορεί παρά να συμπεράνει πως, ακόμη περισσότερο, είχε και κλίση.

Κάθε καταγραφή της Σουλτάτου είναι και μια έκπληξη, είτε μιλάμε για πρωτοτυπία στην αντίληψη και στην αντίδραση απέναντι στα πράγματα και τα γεγονότα, είτε για ιδιαιτερότητα στο στιλ της γραφής.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet