Την περασμένη εβδομάδα η πλειοψηφία των ΜΜΕ κατακλύσθηκε από τα σπουδαία νέα που εξήγγειλε ο πρωθυπουργός στο πλαίσιο της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης: «Η Ελλάδα συγκροτεί ταμείο ενεργειακής μετάβασης, όπου θα διατεθούν 150 εκατομμύρια ευρώ. Αυτό σημαίνει πρακτικά πως θα απομειωθούν ή και θα εξαφανιστούν οι αυξήσεις στις τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος». Είναι πράγματι αξιοπερίεργο ότι κανένα μέσο δεν μπόρεσε να μας εξηγήσει πώς ακριβώς θα προκύψει η εξαφάνιση των αυξήσεων. Έμειναν στα παραδείγματα που έδωσε ο πρωθυπουργός και εν αναμονή επεξηγήσεων από τον αρμόδιο υπουργό.

Το σύνθημα που κυριάρχησε ήταν το «φρένο στις ανατιμήσεις», το οποίο βρίσκει ευήκοα ώτα λόγω των απανωτών αυξήσεων που έχουν φέρει οι κυβερνητικές επιλογές της τελευταίας διετίας. Η πραγματικότητα όμως είναι ότι «δεν ξέρουμε καν αν τώρα διανύουμε την κλιμάκωση των τιμών» όπως επισημαίνει στην Εποχή η Ινώ Σιώζου, ειδική σε θέματα ενεργειακής πολιτικής (Msc Environment and Resource Management) και επιστημονική συνεργάτιδα της ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, πρώην σύμβουλος υπουργού ΠΕΝ.

 

Ας κάνουμε μια σύντομη αναδρομή που θα μας βοηθήσει να διαπιστώσουμε που βρίσκονται οι ευθύνες για τις υπέρογκες αυξήσεις, το πολιτικό κόστος από τις οποίες προσπαθεί να ισοσκελίσει σήμερα ο πρωθυπουργός με έωλες εξαγγελίες. Η προηγούμενη κυβέρνηση, η οποία ανέλαβε σε μια περίοδο με πολύ μεγάλο αριθμό ληξιπρόθεσμων απλήρωτων λογαριασμών, δεν αύξησε ούτε κατά ένα ευρώ τα τιμολόγια ηλεκτρισμού την περίοδο 2015-2019, αντίθετα αυτά μειώθηκαν μεσοσταθμικά, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat κατά 12%, ενώ προχώρησε σε μείωση του ΦΠΑ στην ενέργεια από 13 σε 6%. Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά την περίοδο 2008-2013 η Ελλάδα κατέγραψε τις μεγαλύτερες αυξήσεις στα τιμολόγια ηλεκτρικού ρεύματος κατέχοντας την πρώτη θέση μεταξύ των χωρών-μελών της Ε.Ε. στα οικιακά τιμολόγια, με μια συνολική επιβάρυνση των καταναλωτών της τάξης του 60%.

«Ωστόσο, η ελάφρυνση λόγω της μείωσης του ΦΠΑ δεν μπόρεσε να φτάσει στους καταναλωτές λόγω των άμεσων αυξήσεων, τον Σεπτέμβριο του 2019, της τάξης του 20% στα τιμολόγια της ΔΕΗ που κόστισαν περί τα 500 εκατ. ευρώ σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Ο πρώην υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Κωστής Χατζηδάκης, επέβαλε τις αυξήσεις θέλοντας να "απελευθερώσει από το ζουρλομανδύα του Δημοσίου" τη ΔΕΗ όπως δήλωνε τότε, καταργώντας το πλαφόν γενικού γραμματέα στις θέσεις διευθυντών στη ΔΕΗ καθώς και τις συλλογικές συμβάσεις για τους νέους εργαζόμενους» εξηγεί η Ινώ Σιώζου. Προκλητικές αμοιβές, μπόνους, ακόμη και υπερμπόνους, που είχαν ως συνέπεια αυξήσεις για τους καταναλωτές. Ήδη τον Νοέμβριο του 2020 οι αυξήσεις επιβεβαιώνονταν σύμφωνα και με στοιχεία της Eurostat [www.euro2day.gr/news/economy/article/2053237/pio-pano-apo-finlandia-soyhdia-kai-gallia-h-timh-t.html]. «Επιπλέον, οι αυξήσεις δεν λειτούργησαν προς όφελος του ανταγωνισμού, καθώς η ΔΕΗ είχε δεσπόζουσα θέση στην αγορά (πάνω από 70% μερίδιο στη λιανική), αλλά μεγάλωσε το περιθώριο κέρδους των ανταγωνιστών της και έστρεψε και μεγάλο ποσοστό των συνεπών πελατών της στους ιδιώτες παρόχους. Παράλληλα, η προσπάθεια του κ. Χατζηδάκη να ισοσκελίσει την αύξηση στα τιμολόγια της ΔΕΗ με ταυτόχρονη μείωση του Ειδικού Τέλους Μείωσης Εκπομπών Αερίων Ρύπων (ΕΤΜΕΑΡ), και μάλιστα με αναδρομική ισχύ από 01/01/2019, δημιούργησε έλλειμμα στον Ειδικό Λογαριασμό για τις ΑΠΕ (ΕΛΑΠΕ)» σημειώνει η Ινώ Σιώζου.

Εν τω μεταξύ, ενώ η τιμή χονδρικής σχεδόν κατέρρευσε το πρώτο εξάμηνο του 2020, οι τιμές παρέμειναν σε υψηλά επίπεδα με αποτέλεσμα η μείωση της χονδρικής να μην ελαφρύνει τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις και οι προμηθευτές ηλεκτρισμού να κερδοσκοπήσουν πουλώντας σε τιμές ακόμη και τέσσερις φορές πάνω από τη χονδρική, συμπεριλαμβανομένης και της ΔΕΗ. Τον Δεκέμβριο του 2020, όταν η χονδρική τιμή ηλεκτρισμού έφτασε για λίγο στα 90 ευρώ ανά μεγαβατώρα, ο κ. Χατζηδάκης δήλωνε πως δε θα ανεχτεί κερδοσκοπικά «παιχνίδια» στην αγορά ηλεκτρισμού και πως ο ανταγωνισμός θα ρίξει τις τιμές. Όμως, εδώ και κάποιους μήνες, η χονδρική ξεπερνά ακόμη και τα 100 ευρώ, ενώ η Ελλάδα τον Αύγουστο ήταν «πρωταθλήτρια» ακρίβειας ρεύματος στην Ευρώπη.

«Οι υπέρογκες αυξήσεις στο ρεύμα δεν οφείλονται μόνο σε εξωγενείς παράγοντες, όπως είναι η άνοδος της τιμής του φυσικού αερίου και των ρύπων, αλλά και στην κυβερνητική πολιτική. Η ΔΕΗ αντί να συγκρατεί τις τιμές ηλεκτρισμού, όπως έχει τη δυνατότητα να κάνει εξαιτίας της δεσπόζουσας θέσης της στην αγορά, βλέπουμε να συμμετέχει στην αισχροκέρδεια, το 2020, καθώς και σε "παιχνίδια" εκατομμυρίων στην αγορά εξισορρόπησης. Έχει επιπλέον απωλέσει τον κοινωνικό και αναπτυξιακό της ρόλο και λειτουργεί σαν μια οποιαδήποτε ιδιωτική εταιρεία, επιφέρει κέρδη μόνο σε πολύ λίγους, αλλά επιβαρύνει το σύνολο των νοικοκυριών αλλά και τις παραγωγικές δυνάμεις της χώρας» επισημαίνει η Ινώ Σιώζου.

Η καθυστέρηση παρέμβασης της πολιτείας και της αρμόδιας Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας (ΡΑΕ) να σχεδιάσει και να εφαρμόσει έναν μηχανισμό εποπτείας και παρακολούθησης της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, ο οποίος εισήχθη με νομοθετική ρύθμιση μόλις τον Ιούλιο αλλά δεν έχει ακόμα εφαρμοστεί, είναι εγκληματική. Δεν είναι όμως μόνο αυτά, «η απόφαση της κυβέρνησης να αντικαταστήσει τις υφιστάμενες λιγνιτικές μονάδες της ΔΕΗ με μονάδες φυσικού αερίου ιδιωτών, πίσω από τον ψευδή τίτλο απολιγνιτοποίηση, είναι μία απόφαση που λόγω της σημερινής αλλά και μελλοντικής αύξησης των τιμών φυσικού αερίου πρόκειται να οδηγήσει σε περαιτέρω και με μόνιμα χαρακτηριστικά αύξηση του κόστους ηλεκτρισμού για τους πολίτες» καταλήγει η Ινώ Σιώζου.

Εν μέσω όλων αυτών πραγματοποιήθηκε και «η μεγαλύτερη ιδιωτικοποίηση που έχει συμβεί ποτέ στη χώρα», η πώληση του 49% του ΔΕΔΔΗΕ στο αυστραλιανό fund της Macquarie. Μάλιστα ο πρωθυπουργός, επισκεπτόμενος το περίπτερο της ΔΕΗ στη ΔΕΘ, συνεχάρη τη διοίκηση της υπό δημόσιο έλεγχο επιχείρησης για το ύψος του τιμήματος, των 2,116 δισ. ευρώ. «Πρόκειται για ένα μονοπώλιο με σταθερό εγγυημένο εισόδημα. Είναι αδιανόητο να μιλάμε για επένδυση όταν δεν υπάρχει κανένα ρίσκο για τον αγοραστή, πρόκειται για δώρο», υπογραμμίζει η Ινώ Σιώζου. «Χωρίς να έχουμε καμιά εξωγενή πίεση, όπως μνημόνια, η ιδιωτικοποίηση των δικτύων δεν υπάρχει καμία δικαιολογία. Μάλιστα πωλήθηκε σε ένα επενδυτικό fund χωρίς εμπειρία στο χώρο της διαχείρισης δικτύων, ώστε να μπορεί έστω να υποστηρίξει κάποιος ότι θα προσφέρει τεχνογνωσία ή φερεγγυότητα».

 

* * *

 

Κινδυνεύει είναι το μέλλον (μας)
της ενεργειακής μετάβασης

 

Ένα εξαιρετικά σημαντικό ζήτημα που προκύπτει με αφορμή την ακρίβεια στην αγορά ενέργειας αλλά και λόγω του τρόπου με τον οποίο γίνεται η ανάπτυξη των ΑΠΕ, είναι να διαρραγεί εντελώς η εμπιστοσύνη του κόσμου στην Πράσινη Μετάβαση, επισημαίνει στην κουβέντα της με την Εποχή η ειδική σε θέματα ενεργειακής πολιτικής, Ινώ Σιώζου. Αυτό είναι ένα ζήτημα που αφορά ολόκληρη την Ευρώπη, αλλά και ολόκληρο τον πλανήτη τελικά, το ίδιο το μέλλον του. Οι παρατατεμένες αυξήσεις σε όλη την Ευρώπη, τα παιχνίδια με την αγορά ρύπων, οι καταγγελίες για χειραγώγηση της αγοράς υπονομεύουν την ενεργειακή μετάβαση, ενισχύοντας ένα πανευρωπαϊκό κύμα αντιδράσεων και δημιουργώντας ανησυχία στις κυβερνήσεις αλλά και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

«Με την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να επεκταθεί το υφιστάμενο, για τις βιομηχανίες και τους ηλεκτροπαραγωγούς, Ευρωπαϊκό Σύστημα Εμπορίας Εκπομπών στον τομέα των μεταφορών και στα κτίρια, στο πλαίσιο της νέας δέσμης μέτρων "Fit for 55" για την αναγκαία επιτάχυνση της μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά την επόμενη δεκαετία, ελλοχεύει ο κίνδυνος εμβάθυνσης των ανισοτήτων και κοινωνικών αντιδράσεων» γράφει η Ινώ Σιώζου [16.07.21, nemamedia.substack.com].

«Αυτό οδήγησε την Επιτροπή σε πρόταση για τη δημιουργία ενός νέου Κοινωνικού Ταμείου για το κλίμα ώστε να χρηματοδοτήσει τις απαιτούμενες επενδύσεις για τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων/κατοικιών, την εγκατάσταση αποδοτικότερων συστημάτων θέρμανσης και ψύξης, καθώς και για πιο καθαρές μετακινήσεις αφού, η επέκταση της αγοράς ρύπων μεταφράζεται στην ουσία σε νέους φόρους και πρόκειται να πλήξει ισχυρότερα τους πολίτες με χαμηλό εισόδημα και τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά. Ίσως όμως το 25% των εσόδων του νέου Κοινωνικού Ταμείου, που θα προκύπτουν από τη νέα αγορά ρύπων, να μην επαρκεί για να ισοσκελίσει την επιβάρυνση και ενδεχομένως την αύξηση της φορολογίας των ορυκτών καυσίμων. Χρειάζεται λοιπόν διεκδίκηση και διαπραγμάτευση σε ευρωπαϊκό επίπεδο, καθώς και εθνικές πολιτικές για να προλάβουν τον κίνδυνο δημιουργίας νέων ανισοτήτων και αποκλεισμών -ηλεκτρικά αυτοκίνητα- και την κατακόρυφη αύξηση της ενεργειακής φτώχειας. Σε διαφορετική περίπτωση ελλοχεύει ο κίνδυνος μεγάλο μέρος της κοινωνίας να στραφεί κατά των κλιματικών στόχων και της Πράσινης Μετάβασης που ο πλανήτης έχει ανάγκη».

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet