«Έχουμε πει στην Τουρκία πως υπάρχει τρόπος να επιλύσουμε τις διαφορές μας, χωρίς την αχρείαστη ένταση στο Αιγαίο και τη ΝΑ Μεσόγειο», είπε στο Bloomberg ο Κυρ. Μητσοτάκης την Πέμπτη, προϊδεάζοντας για την αναφορά του στα ελληνοτουρκικά κατά την ομιλία του το βράδυ της Παρασκευής στη Γ.Σ. του ΟΗΕ στη Ν. Υόρκη. «Ανάλογα θέματα είχαμε», πρόσθεσε, «με την Ιταλία και την Αίγυπτο με τις οποίες και υπογράψαμε τις σχετικές συμφωνίες για τις θαλάσσιες ζώνες».

Αλλά «τα θέματα» με την Ιταλία και την Αίγυπτο δεν είναι με κανένα τρόπο συγκρίσιμα με τις διαφορές με την Τουρκία. Διαφορές που ξεκινούν από τη Συνθήκη της Λωζάνης –ουσιαστικά την ιδρυτική συνθήκη της μετα-οθωμανικής Τουρκίας το 1923– και φτάνουν, κλιμακούμενες, στην έμπρακτη αμφισβήτησή της σήμερα από τη νεο-οθωμανική Τουρκία, με τη μορφή παραβίασης κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας στο Αιγαίο και ευρύτερα –με τα γεγονότα, βεβαίως, της Κωνσταντινούπολης το 1955 και την εισβολή στην Κύπρο το 1974 να έχουν προηγηθεί.

Η απλουστευτική προσέγγιση του κ. Μητσοτάκη το παραβλέπει αυτό. Και δυστυχώς δεν είναι το μόνο. «Έχουμε», είπε στη συνέντευξή του, «περίπλοκα ζητήματα με την Τουρκία αναφορικά με τον καθορισμό των θαλασσίων μας ζωνών. Υπάρχει μόνο μία διέξοδος και αυτή είναι το Διεθνές Δίκαιο», προφανώς (;) η προσφυγή στο ΔΔ της Χάγης. Στην προσέγγισή του ο κ. Μητσοτάκης αποσιωπά, συστηματικά και ηθελημένα, μιαν άλλη αλήθεια, αυτή που κάνει τη μεγάλη διαφορά. Ότι άφησε να περάσει ανεκμετάλλευτη μια μοναδική ευκαιρία να υποχρεωθεί η Τουρκία να προσέλθει στη Χάγη –αν αυτό πραγματικά θέλει ο πρωθυπουργός...

Εννοούμε το άνοιγμα της συζήτησης για την αναθεώρηση της τελωνειακής ένωσης Τουρκίας–ΕΕ. Τότε η ελληνική κυβέρνηση μπορούσε να είχε θέσει δύο προαπαιτούμενα προκειμένου να γίνει αυτό. Δεν το έκαμε, δεν έθεσε σαν όρο, προκειμένου να συμφωνήσει, την αναγνώριση από την Τουρκία της Κυπριακής Δημοκρατίας, και, βεβαίως, την προσφυγή στη Χάγη.

Ο κ. Μητσοτάκης δεν το έκανε όχι μόνο επειδή ήταν πρόταση της αξιωματικής αντιπολίτευσης κατατεθειμένη από τον Αλέξη Τσίπρα. Ούτε μόνο επειδή ήθελε τις διαβεβαιώσεις για ένα «ήρεμο καλοκαίρι», που του παραχωρήθηκαν αφειδώς από την τουρκική πλευρά δια στόματος Ερντογάν, προκειμένου να επικοινωνήσει στην κοινή γνώμη την ψευδαίσθηση της κανονικότητας και της υπερεπάρκειας του επιτελικού κράτους. Δεν το έκανε επειδή οι προτεραιότητές του είναι άλλες.

Οι διεθνείς προκλήσεις απαιτούν ηγέτες αναστήματος τέτοιου, που ο κ. Μητσοτάκης δεν διαθέτει. Το δικό του εκτόπισμα επαρκεί στοιχειωδώς για να υπηρετηθούν τα συμφέροντα που τον ανέδειξαν στην ηγεσία του κόμματος και στην πρωθυπουργία, και τα οποία προσδοκά ότι θα τον κρατήσουν εκεί μέχρι να κορεστεί η ματαιοδοξία του.

Ο Κυρ. Μητσοτάκης δεν φιλοδοξεί να παραδώσει το ελληνοτουρκικό ζήτημα λυμένο στις επόμενες γενεές. Διαφορετικά δεν θα αμελούσε, όπως συστηματικά κάνει, να προχωρήσει, στην ολοκλήρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών, ιστορικό πλεονέκτημα της Ελλάδας απέναντι στις προκλήσεις του νεο-οθωμανισμού. Επικαλείται τη Χάγη, αλλά δεν την πιστεύει. Είναι δέσμιος όσων αποκάλυψε στους δημοσιογράφους ο Ταγίπ Ερντογάν μετά τη συνάντησή τους αρχές καλοκαιριού. «Λάβαμε την απόφαση να μην αφήσουμε κανέναν να μπει ανάμεσα μας… Να συνομιλούμε απευθείας … Να μην εμπλέκουμε τρίτους είτε στο Αιγαίο είτε σε άλλες περιοχές...», είπε ο τούρκος πρόεδρος –και δεν διαψεύστηκε επισήμως.

Αλλά αν αυτό δεν σημαίνει αναίρεση της εθνικής γραμμής που θέλει τα ελληνοτουρκικά «ευρωπαϊκό πρόβλημα» και όχι διμερές ζήτημα, τι άλλο μπορεί να σημαίνει; Αν δεν είναι υποχώρηση στις πιέσεις της Γερμανίας τα ελληνοτουρκικά «να λιμνάζουν μέχρι νεωτέρας» (συγκυριαρχία στο Αιγαίο; διαμελισμός της Κύπρου;…) ως «διμερές ζήτημα» για να μην διαταραχθούν οι σχέσεις Βερολίνου–Άγκυρας, τι άλλο μπορεί να είναι;

Ο πρωθυπουργός δεν έχει στρατηγική απάντηση στην πρόκληση. Αρκείται να ελπίζει στον αμερικανικό παράγοντα προκειμένου να αποφευχθούν τα χειρότερα για την υστεροφημία του –και για τη χώρα δευτερευόντως.

Πιθανότατα ελπίζει στο νέο σύμφωνο Ελλάδας–ΗΠΑ και στις διευκολύνσεις που προσφέρει αφειδώς η χώρα, τόσο στην παλιά αμερικανική βάση της Σούδας, όσο και στη νέα μεγάλη βάση της Αμερικής στην Αλεξανδρούπολη. Όμως με ποια ανταλλάγματα για τη χώρα; Αυτό αποσιωπάται επιμελώς. Πράγμα που γεννά εύλογη ανησυχία για τους χειρισμούς ενός πρωθυπουργού πιστού στην πολιτική του προβλέψιμου συμμάχου, όπως ο ίδιος έχει ευπειθώς αυτοπροσδιοριστεί.

Αν στο αναπεπταμένο πεδίο ανάμεσα στη Σούδα και την Αλεξανδρούπολη υπάρξει μια σοβαρή ένταση, αν απειληθεί ένα θερμό επεισόδιο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκία –εταίρων του ΝΑΤΟ και οι δύο–, τι μπορεί να περιμένει η χώρα από την υπερατλαντική σύμμαχό της;

Η κυβέρνηση φαίνεται να επαναπαύεται στην προσδοκία ότι από μόνη της η παρουσία των Ηνωμένων Πολιτειών αρκεί για να αποτρέψει σοβαρές εντάσεις και θερμά επεισόδια «μπροστά στην πόρτα» τους.

Όμως αλίμονο αν στάση της κυβέρνησης απέναντι στους ισχυρούς τελειώνει εκεί. Όταν αυτοπροτείνεσαι ως δεδομένος που ποτέ δεν θα ορθώσει το ανάστημά του, τι άλλο μπορείς να προσδοκάς εκτός από ήττες;

Η χώρα έχει πλεονεκτήματα. Ένα από αυτά είναι η προέχουσα θέση της στα Βαλκάνια, την οποία, όμως, η κυβέρνηση Μητσοτάκη αμελεί να προαγάγει και να εκμεταλλευτεί (βλ. τα τρία εφαρμοστικά πρωτόκολλα της συμφωνίας με τη Βόρεια Μακεδονία) και δυνατότητες που μπορούν να καταστούν παραγωγικές. Υπό δύο βασικές προϋποθέσεις. Ανθεκτική κοινωνική συνοχή εσωτερικά και σθένος στη διεκδίκηση των συμφερόντων σου διεθνώς. Καμία από τις δύο δεν υπάρχει στη λίστα της κυβέρνησης Μητσοτάκη.

Γίνεται ολοένα επιτακτικότερη η ανάγκη για μια προοδευτική κυβέρνηση στον αντίποδα των νεοφιλελεύθερων εμμονών της παρούσας κυβέρνησης. Με κύριο μέλημα τη μέγιστη δυνατή κοινωνική συνοχή, θεμελιώδη προϋπόθεση για τη θωράκιση της χώρας απέναντι στις προκλήσεις ενός επικίνδυνα ρευστού διεθνούς περιβάλλοντος.

Πρόσφατα άρθρα ( Πολιτική )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet