Το μηχανάκι αγκομαχεί φορτωμένο στις ανηφόρες της Κυψέλης. Από μια ώρα και μετά τις νύχτες όταν ένα ένα τα φώτα στα διαμερίσματα κλείνουν, οι μόνοι που κατοικούν τους δρόμους είναι οι διανομείς και όσοι βγάζουν τα σκυλιά τους για βόλτα. Εγώ ανήκω στους δεύτερους. Και έτσι απομονωμένος από άλλα ερεθίσματα επικοινωνείς με τη δουλειά των ντελιβεράδων. Την ατελείωτη βιασύνη τους να φτάσουν γρήγορα για να πάνε στη συνέχεια αλλού. Το χάος των δρόμων που όλο μπλέκονται και μια λάθος διεύθυνση μπορεί να σημαίνει την ακύρωση μιας παραγγελίας. Στους δρόμους ανάποδα αρκεί να μειωθεί η απόσταση. Να πετάγονται από το μηχανάκι συχνά αφήνοντας την μηχανή αναμμένη. Τα delivery είναι ο σύνδεσμός μας με τον έξω κόσμο όταν αυτός ο κόσμος παύει, όταν είμαστε πολύ κουρασμένοι για να τον συναντήσουμε. Αντικαθιστούμε λοιπόν τη δική μας κούραση με το δίτροχη κούραση των ανθρώπων του delivery. Φτηνή πολυτέλεια που τόσο συχνά βιώνουμε ως αυτονόητη. Αυτός ο συνδυασμός της μέγιστης κακοπληρωμένης και επισφαλούς ταχύτητας με την καναπεδοποιημένη πείνα του καταναλωτή περιγράφει τη χροιά της υπηρεσίας.

Τα delivery αποτελούν την προλεταριοποίηση των υπηρεσιών. Μια δουλειά επικίνδυνη, βουτηγμένη στην εργασιακή ανασφάλεια με στόχο μια απλή εξυπηρέτηση. Και ο ντελιβεράς είναι σύμβολο της εποχής. Μιας εποχής που εκμεταλλεύεται την τεχνολογία με μόνο στόχο την εξυπηρέτηση του καταναλωτή. Ποτέ τις συνθήκες εργασίας του εργαζομένου. Την ασφάλειά του, την ποιότητα της εργασίας του, τον χρόνο της εργασίας του. Και η τεχνολογία αυτή που θα απελευθέρωνε τον άνθρωπο από τα απάνθρωπα ωράρια και τους δυσχερείς όρους εργασίας ανεστραμμένη τον βουλιάζει σε όλο και χειρότερες σχέσεις εργασίας, σε όλο και πιο απαιτητικές διαδρομές και μεγάλες ταχύτητες.

Μέσα στην περίοδο της πανδημίας ο σύνδεσμός μας αυτός μεγεθύνθηκε. Για πολλούς υπήρξε η μόνη ζωντανή επαφή με τον έξω κόσμο. Μια στιγμιαία ανθρώπινη συναναστροφή σε έναν κόσμο δυστοπίας. Περιγράφοντας έτσι μια ενδεχόμενη αυριανή ημέρα όταν θα ανταλλάσουμε υπηρεσίες. Οι μισοί κλεισμένοι στα σπίτια, οι άλλοι μισοί προσκομίζοντας αγαθά.

Το μηχανάκι αγκομαχεί φορτωμένο στις ανηφόρες της Κυψέλης. Και συ χαζεύεις ενώ έχεις βγάλει τον σκύλο βόλτα. Και θυμάσαι τον θόρυβο αυτό των τροχών και των εξατμίσεων στους ίδιους δρόμους. Παλιά όταν όλοι μας υπόσχονταν πως το μέλλον θα είναι αλλιώς. Στο λύκειο όταν αυτός που έπαιρνε μηχανάκι γινόταν αυτομάτως βασιλιάς του σχολείου. Όμορφος, πετυχημένος, χειραφετημένος. Ξεπερνώντας την ηλικία και διατυμπανίζοντας την γρήγορη ωρίμανση του μέσα από ένα μαρσάρισμα. Η πειραγμένη εξάτμιση έκανε το πέρασμά του αισθητό σε όλους τους δρόμους. Και η διαδρομή κατάληγε σε μια θέση στο δεκαπενταμελές και στο πάνθεον των επώνυμων μαθητών. Αλλά τόσο συχνά η πραγματικότητα είναι ντεραπάρισμα. Μετά το σχολείο ή ακόμη και πριν τη διεκπεραίωσή του. Το μηχανάκι τρόπαιο γίνεται μηχανάκι εργαλείο. Και σύμβολο εκμετάλλευσης, τσακισμένων ωραρίων, εργασιακής ανασφάλειας. Η ταχύτητα ξεγυμνώνεται από όποια ομορφιά ή περιπέτεια. Γίνεται ένα διαρκές ατύχημα που αναβλήθηκε. Ανάμεσα στα αυτοκίνητα, στο αντίθετο ρεύμα, στις μικρές νυχτερινές ώρες με τα μάτια να κλείνουν.

Η βιασύνη των παιδιών του delivery αντιστοιχεί στη βιασύνη με την οποία η εποχή αλλάζει προς την σκληρότητα. Με τους όρους με τους οποίους μια υδροκέφαλη οικονομία φροντίζει να κλέψει ιδρώτα από τους πιο πιεσμένους. Και όλο και περισσότερο μέσα από νόμους που εξαθλιώνουν τον εργαζόμενο η εργασία μετατρέπεται σε μια ατελείωτη διαδρομή στο αντίθετο ρεύμα.

Θωμάς Τσαλαπάτης tsalapatis.blogspot.com Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet