Μπαλδομέρο Λίγιο «Ο λάκκος του διαβόλου», μετάφραση Σταμάτης Πολενάκης, εκδόσεις Ενύπνιο, 2021 

 

Ο Χιλιανός συγγραφέας Μπαλδομέρο Λίγιο (1867-1923) θεωρείται στην πατρίδα του πατέρας του διηγήματος του κοινωνικού ρεαλισμού. Γιος ανθρακωρύχου, βίωσε κυριολεκτικά τις άθλιες συνθήκες δουλειάς και ζωής των εργατών. Ανιψιός του ποιητή Εουσέμπιο Λίγιο Ρόμπλες, δημιουργού του εθνικού ύμνου της Χιλής και αδελφός του συγγραφέα Σάμουελ Λίγιο, κάτοχο του Εθνικού Βραβείου Λογοτεχνίας (1947). Με την ενηλικίωσή του πηγαίνει στο Σαντιάγκο και στις αρχές του 20ού αιώνα αποκτά φήμη, επηρεασμένος από τον Εμίλ Ζολά και τον νατουραλισμό. Τότε γράφει το πιο σημαντικό του βιβλίο, τον Λάκκο του διαβόλου (1904). Δεκαεννιά χρόνια αργότερα πεθαίνει από φυματίωση.

Οκτώ αυτόνομες ιστορίες διαρθρώνουν τον Λάκκο, αφηγούνται τη βασανισμένη ζωή των ανθρακωρύχων στην πόλη Λότα, της Βόρειας Χιλής, τόπο εργασίας του πατέρα του. Ο Λίγιο διεισδύει με τον φακό του στα έγκατα της γης, στις στοές, των οποίων τα ξύλινα στηρίγματα τρίζουν επικίνδυνα –κακοφωτισμένα και γεμάτα σκόνη– με τους εργάτες να τραβούν με δυσκολία καρότσια γεμάτα άνθρακα· γέροι, μικρά παιδιά, ταλαίπωρα άλογα, πολλές ώρες της ημέρας και ενίοτε της νύχτας· ανεβαίνουν ξανά στην επιφάνεια νεκροζώντανοι από την κούραση.

Ο συγγραφέας περιγράφει με ενάργεια και ρεαλισμό την οδύσσεια αυτών των ανθρώπων που εξαρτώνται πλήρως από τα αφεντικά της εταιρείας, καθότι αυτή τους νοικιάζει τρώγλες για καταλύματα, από αυτήν αγοράζουν και το φαγητό απ’ το μοναδικό κατάστημα που της ανήκει. Είναι συγκλονιστική η σκηνή όπου ένας πατέρας φέρνει με το ζόρι τον γιο του να δουλέψει. Το παιδί εκλιπαρεί με λυγμούς τον γονιό του να τον αφήσει να γυρίσει σπίτι, αλλά ο μεγάλος επιμένει και τον αφήνει σύξυλο να τραβά, στη ζοφερή ερημιά των στοών, κάτι σχοινιά ολομόναχος. Οι επιστάτες και οι μηχανικοί, τσιράκια της εταιρείας, κακομεταχειρίζονται τους εργαζόμενους, τους πιέζουν φορτικά χωρίς να τηρούν τους στοιχειώδεις κανόνες ασφαλείας, με αποτέλεσμα συχνά ξαφνικές κατολισθήσεις και μεγάλες εκρήξεις με πολλά θύματα. Άδικα πρόστιμα και ατιμίες στις πληρωμές συμπληρώνουν το δαντικό σκηνικό. Οργή και απελπισία ζευγαρώνουν: «Αν όλοι οι καταπιεσμένοι, όλοι οι δεσμώτες, βάδιζαν ενάντια στους καταπιεστές τους, τότε γρήγορα θα τους βάζαμε στη θέση τους όλους αυτούς που σήμερα μας πίνουν το αίμα και ρουφάνε ως το μεδούλι από τα κόκαλα μας. Είναι λίγοι, είναι ελάχιστοι κι αυτοί και το άθλιο σινάφι τους, και ανίσχυροι μπροστά στον αναρίθμητο στρατό των αδελφών μας που πλημμυρίζει τη γη!»

Αντώνης Ν. Φράγκος Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet