Γιάννης Ατζακάς «Σκυφτοί περάσανε», εκδόσεις Άγρα, 2021

 

Δεν είναι η ιστορία των νικητών. Αυτήν την έχει χαραγμένη στις ουλές του από τα έξι χρόνια που πέρασε στις παιδοπόλεις της Φρειδερίκης (1949-1955), από τη θητεία του στο τάγμα ημιονηγών το 1968 στον Κολινδρό, από τους αποκλεισμούς του ως εκπαιδευτικού με αριστερή συνείδηση, από την αδυναμία του επί 29 χρόνια να συναντήσει τον πολιτικό πρόσφυγα πατέρα του… Δεν είναι η ιστορία των ηττημένων. Αυτήν την έχει αφηγηθεί στα έξι πεζογραφικά έργα που κυκλοφόρησε από το 2007. Ούτε είναι η ιστορία των περιθωριακών και των περιθωριοποιημένων ψυχών, σ’ αυτόν τον τόπο. Αυτήν θα την γράψουν άλλοι, με άλλα εργαλεία από τα δικά του. Όχι. Είναι η ιστορία των ανθρώπων που περνούν δίπλα μας σκυφτοί, σκεφτικοί, «με κλειστό χαμόγελο», λυπημένοι, αθόρυβοι, θωρακισμένοι στη μοναξιά τους, φορτωμένοι απορρίψεις ή μνήμες που δεν τους αφήνουν να ξεχάσουν τον άνθρωπο που υπήρξαν κάποτε ή ονειρεύτηκαν να υπάρξουν, ματαιωμένοι.

 

Αυτοί, και οι δικές τους λέξεις, οι δικοί τους κώδικες, το δικό τους ήθος, είναι οι πρωταγωνιστές στο καινούργιο βιβλίο του Γιάννη Ατζακά Σκυφτοί περάσανε (εκδ. Άγρα 2021): μια συλλογή με επτά διηγήματα-πορτρέτα, που μπορούν να διαβαστούν και σαν σπονδυλωτό πολυφωνικό μυθιστόρημα όσο και σαν (αιχμηρό) κοινωνικό σχόλιο από τα μέσα.

Οι μορφές τους διασχίζουν, όχι τα 200 χρόνια της Επανάστασης όπως τα γιορτάζει το επίσημο κράτος, αλλά τον αιώνα των αλλεπάλληλων ελπίδων και διαψεύσεων από τότε που η Θεσσαλονίκη ενσωματώθηκε στον κρατικό κορμό, ή αλλιώς, από τότε που η Θάσος, γενέτειρα του συγγραφέα, απελευθερώθηκε από την οθωμανική κυριαρχία, ή αλλιώς, από τότε που οι κοινωνικές επαναστάσεις άρχισαν να φορτώνονται με απανωτά «αλλά».

Ο Ατζακάς δανείστηκε τον τίτλο του βιβλίου του από το ομότιτλο ποίημα του Μανόλη Αναγνωστάκη στις Εποχές 3 του 1949-51, και βάζει στο τραπέζι τους στίχους του «…Πώς θα ζήσουμε με μια κατάμαυρη σκιά στη θύμηση επάνω;/ Πλήθος ενέδρες της ζωής παραμονεύουν την πτώση σου». Ογδοντάρης σήμερα, τοποθετεί τους κεντρικούς χαρακτήρες του –άντρες όλοι τους αλλά όχι «αρσενικά» – σε διαφορετικές ιστορικές στιγμές από το 1912 μέχρι την κρίση στον 21ο αιώνα. Και παρακολουθεί με το μικροσκόπιο τα μεγάλα και τα μικρά της ζωής τους, στη διασταύρωσή τους όχι με την ιστορία του τόπου αλλά με την αντανάκλασή της στην κοινωνία, σαν φάρσα πια. Από εκεί, φωτίζεται ένας κόσμος που παρότι έχει σημαδευτεί από πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές, ιδιωτικές, πληγές και σκαμπανεβάσματα στη διάρκεια του 20ού αιώνα, εξακολουθεί να κρέμεται από τα στερεότυπα και τις προκαταλήψεις του, παραμένει δυσανεκτικός προς τους «σκυφτούς» ανθρώπους, συνεχίζει να τους αντιμετωπίζει σαν κοινωνική παραφωνία, και να επιμένει στην ευθυγράμμισή τους. Οπότε, τι κάνει ο Ατζακάς; Δίνει χώρο στην ιδιοσυγκρασία τους, δίνοντας στον καθένα τους έναν προνομιακό συνομιλητή. Και τους αποκαθιστά με τα διηγήματά του ως συν-πολίτες στην κοινωνία της εποχής τους, φτάνοντας μέχρι τούτην εδώ την κοινωνία «της μετριότητας» και «του κυνικού ατομικισμού» που πιστεύει ότι «όλα πουλιούνται κι αγοράζονται», βουτηγμένη καθώς είναι στις «εικόνες μ’ εκείνα τα αστραφτερά δόντια, σπαρμένες σε όλες τις οθόνες».

Τελικά, οι σκυφτοί αντι-ήρωες του Ατζακά, με τη χαμηλή φωνή τους και την αποκλίνουσα στάση τους, σαν άλλοι της μη συμμορφώσεως άγιοι, δίνουν μαθήματα ζωής από τη δική τους γωνία ο καθένας, τόσο στο δικό τους περιβάλλον όσο και στο σημερινό αναγνωστικό κοινό. Μας προ(σ)καλούν να αναπροσανατολίσουμε τις δικές μας αξίες, και τους οφείλουμε όχι συμπόνια, αλλά σεβασμό.

«Εκτιμώ πολύ τους ανθρώπους που μπορούν να κρύψουν τον πόνο τους πίσω από το προσωπείο μιας προσποιητής ευθυμίας, και σέβομαι όσους έχουν επιλέξει τη σιωπή για να κρυφτούν από τους άλλους». Είναι το σχόλιο του πρωτοπρόσωπου αφηγητή, ενός δικηγόρου, για έναν Θεσσαλονικιό Εβραίο που γνώρισε τη μισαλλοδοξία των συμπολιτών του, επέζησε από το Άουσβιτς, αλλά έμεινε για πάντα «ο αριθμός που είχε χαράξει στο δέρμα του το θηρίο». Αυτό είναι το τελευταίο πορτρέτο της συλλογής.

 

Η τέχνη ως καταφυγή

 

«Μόνο η τέχνη μπορεί να σώσει τον κόσμο». Το λέει ρητά ο κεντρικός χαρακτήρας στο μεγαλύτερο διήγημα (44 σελίδες), ο Αργυρός που περιφρόνησε τα αργύρια, τόσο αυτά που κληρονόμησε όσο και εκείνα που θα μπορούσε να κερδίσει αν πουλούσε σ’ έναν πιεστικό Ρώσο το νησάκι του έξω από τη Θάσο, αγορασμένο από τον παππού του με χοτζέτι από έναν αγά. Κάποτε είχε προσπαθήσει να γίνει ηθοποιός, βγήκε για λίγο στο σανίδι, δηλητηριάστηκε από τα κοινωνικά στερεότυπα, γύρισε την πλάτη σε όλα, απομονώθηκε από όλους, και στα -ήντα πιά, προσπαθεί να ξαναπιάσει το νήμα, να ξανακερδίσει τη χαμένη ζωή του. Όλοι οι σκυφτοί του Ατζακά βρίσκουν καταφυγή στην τέχνη, και μέσα από αυτήν διεκδικούν την ισονομία, τη χαρά και την παρηγοριά που είναι δικαίωμα για κάθε άνθρωπο.

Ο κουφός και μουγκός τσομπάνης Παρασκευάς παίζει γκάιντα, και γίνεται απαραίτητος στο χωριό του. Ο πυροφύλακας που ξέρει γητειές και που ο Διοικητής της Χωροφυλακής τον θέλει για μάτι του, απελευθερώνεται διαβάζοντας τον «αφορεσμένο». Ο συνταξιούχος γραφέας που είχε δεχθεί όλους τους ταπεινωτικούς συμβιβασμούς όσο εργαζόταν στο Υποθηκοφυλακείο, αποκτά φτερά όταν μέσα από ένα αφιέρωμα σε τοπικό τηλεοπτικό σταθμό «συναντιέται» με τον Δημήτρη Χατζή, κι αρχίζει να διαβάζει ηπειρώτες συγγραφείς. Ο γιός του ξεπεσμένου υφασματέμπορου και παραλίγο φοιτητής στη Σχολή Καλών Τεχνών, υπάλληλος σε Τράπεζα που χορηγεί θαλασσοδάνεια, υφίσταται καθημερινά τον ρεβανσισμό του διευθυντή του και αποφορτίζεται σκιτσάροντας την αλαζονεία του. Ο Αστέριος, το άρρωστο παιδί με το βαρύ όνομα, γλιτώνει από τις οικογενειακές συμπληγάδες και τα μη, όταν ο «Μικρός Ήρως» του ανοίγει τη λεωφόρο της μεγάλης πεζογραφίας. Ο κύριος Μωρίς δεν ξανακάθισε στο πιάνο του, αλλά βοηθά τη γειτονοπούλα του να σταδιοδρομήσει ως πιανίστα…  

Αλλά και ο ίδιος ο συγγραφέας του Σκυφτοί περάσανε, ενώ έγραφε από την εφηβεία του σελίδες επί σελίδων στα ημερολόγιά του, βρήκε τη λογοτεχνική φωνή του όταν πήρε σύνταξη ως φιλόλογος. Τότε κατάφερε να μετασχηματίσει τα βιώματα, τις ανησυχίες του, την πολιτική του στράτευση, τον στοχασμό και τα διαβάσματά του, σε τέχνη. Έτσι γεννήθηκαν τα μυθιστορήματα της «τριλογίας του Γιάννη Αρχοντή» –alter ego του συγγραφέα– Διπλωμένα φτερά (2007), Θολός βυθός (2008, Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2009), Φως της Φονιάς (2013), με το γλωσσικό χρυσορυχείο τους και με καθρεφτισμένη τη μοίρα των φτωχών ανθρώπων. Επίσης οι νουβέλες Κάτω από τις οπλές (2010) και Η Σπηλιά (2018), και τα διηγήματα στο Λίγη φλόγα, πολλή στάχτη (2015), που κυκλοφορούν όλα από την Άγρα.

 

Η «υπαρκτή κοινωνία»

 

«Η λογοτεχνία είναι μεγάλο δικαστήριο», λέει σήμερα ο Ατζακάς που δικαιώνει τους  σιωπηλούς και στέκεται στα στραβά, στα άφρονα και στα πονηρά της ελληνικής πραγματικότητας. Τα σχόλια για τα κίνητρα πίσω από τις περίφημες αμερικανικές υποτροφίες στα φτωχά και αριστούχα παιδιά, που έδινε στη συγκεκριμένη περίπτωση το κολλέγιο «Ανατόλια» της Θεσσαλονίκης το ’60, είναι ανελέητα. Το ίδιο και οι σελίδες για τη μεταμόρφωση της Θάσου (που δεν κατονομάζεται) σε «εξόχου φυσικής ασχημίας τόπο» στο όνομα της «ανάπτυξης» και της πολεοδομικής προσαρμογής στον τουρισμό. Είναι καυστικός και σε σχέση με  τη «γκλαμουριά» που ακολούθησε το «Ραντεβού με την Ιστορία» και τα χρόνια «της αφθονίας», και αργότερα με το ξεπούλημα της γης και τη νοοτροπία «της αρπάξεως και ξεσχίσεως»…

Όμως ο Ατζακάς κάνει νύξεις και για τη «δημαγωγία και τη διαφθορά των πολιτικών μας», και για τα διακυβεύματα που έχει να αντιμετωπίσει η Αριστερά. Ξαναζωντανεύει ποιητική αδεία τον πρόωρα χαμένο Μαρξιστή φίλο του, Τάσο Σταματέκο, εκείνον τον λίγο μεγαλύτερο που τον μύησε στον διαλεκτικό υλισμό όταν ήσαν έφηβοι κι έφυγε να σπουδάσει ιατρική στο Βερολίνο όπου πέθανε αδόκητα το 1965. Σ’ αυτόν είναι αφιερωμένο το βιβλίο. Ήταν κεντρικός χαρακτήρας στο Φως της Φονιάς, και νάτος τώρα ως καταξιωμένος πλέον οφθαλμίατρος, χήρος, που επιστρέφει να εγκατασταθεί στην Ελλάδα σημαδεμένος από τις συζητήσεις του στον ανατολικό τομέα «με τους δικούς μας πολιτικούς εξόριστους για τα δικά μας λάθη και πάθη» και απογοητευμένος από τις εξελίξεις που οδήγησαν στην ανέγερση και στην πτώση του Τείχους. Στην παρέα του Αργυρού, ο Τάσος σχολιάζει: «Νέοι, είχαμε με πάθος πιστέψει σε μια σχεδόν νομοτελειακή και αναπότρεπτη ιστορική εξέλιξη, σε μια κοινωνία πιο δίκαιη. Η δικαιοσύνη όμως φαίνεται να μην είναι στη φύση του ανθρώπου. Στην κρίσιμη στιγμή, ο καθένας επιλέγει το δικό του συμφέρον – ας κάνουν και οι άλλοι το ίδιο, σκέφτεται. Αυτή η αποθέωση του πιο κυνικού ατομικισμού έγινε, φαίνεται, η υπαρκτή κοινωνία των ημερών μας, ένα μικρόψυχο άθροισμα προσωπικών συμφερόντων

Μαθητής του Κακριδή, του Ανδρόνικου και του Μιχαήλ Σακελλαρίου στη Φιλοσοφική Θεσσαλονίκης, ενταγμένος στους Λαμπράκηδες, έχοντας γνωρίσει τον Αναγνωστάκη, συνδικαλιστής καθηγητής σε ιδιωτικά και δημόσια λύκεια, ο Γιάννης Ατζακάς δεν συμπορεύτηκε ποτέ με τους συντρόφους που έβγαλαν μίσος για την Αριστερά μετά το 2015. Όμως αισθάνεται ότι: «Είμαι …μετα-αριστερός. Υπάρχει απογοήτευση ιδεολογική. Περιμένω να ενταχτώ σε μια άλλη Αριστερά. Αλλά, βρε παιδί μου, διάβασα εκείνο το άρθρο του Πρετεντέρη, Η δυστυχία να είσαι αριστερός (σσ. Σεπτ. 2021). Εμετικό. Κάτι τέτοια σε κάνουν να γυρίσεις πίσω στο δόγμα...»

Μικέλα Χαρτουλάρη Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet