φωτογραφία: Νικόλας Κοκοβλής

 

 

 

Γυναικοκτονία στη Ρόδο, η 11η μέσα σε ένα χρόνο, με θύμα αυτή τη φορά την 32χρονη Δώρα, επειδή «τόλμησε» να χωρίσει τον δράστη. Απόρριψη πρόσληψης γυναίκας γιατρού, επειδή είναι μητέρα δύο παιδιών. Καταγγελία του φοιτητικού συλλόγου της Σχολής Επιστημών Υγείας στο Διεθνές Πανεπιστήμιο Ελλάδας πως ο καθηγητής που κατηγορείται για σωρεία σεξουαλικών παρενοχλήσεων φοιτητριών, συνεχίζει να διδάσκει κανονικά. Απαγωγή και βιασμός 25χρονης στη Χαλκίδα. Κι άλλες γυναίκες καταθέτουν ότι έπεσαν θύματα του κυκλώματος σωματεμπορίας στην Ηλιούπολη. Εντοπισμός τσιμεντωμένης σορού γυναίκας στην Κυπαρισσία στις αρχές του μήνα, που αγνοούταν από τον Φεβρουάριο και τελικά είχε δολοφονηθεί από τον σύντροφό της (10η γυναικοκτονία).

Όλες αυτές οι ειδήσεις ήρθαν στο φως μόνο μέσα στον μήνα Σεπτέμβριο –και πόσες άλλες, άραγε, αντίστοιχες ιστορίες να σημειώθηκαν, που απλά δεν μαθεύτηκαν– και ίσως σε πρώτο επίπεδο να φαίνονται ασύνδετες, αλλά στην ουσία στοιχειοθετούν το πώς απλώνεται το ευρύτερο φαινόμενο του μισογυνισμού στην κοινωνία, ξεκινώντας από περιστατικά «ήπιου» σεξισμού και καταλήγοντας σε αποτρόπαιες δολοφονίες γυναικών λόγω του φύλου τους. Οι πατριαρχικές αντιλήψεις για τα φύλα που παράγουν αυτές τις συμπεριφορές και εγκλήματα περιγράφθηκαν, άλλωστε, σαφέστατα αυτή τη φορά από τον θείο του ίδιου του γυναικοκτόνου της Ρόδου: η γυναίκα υφίσταται μόνο σαν ερωτικό αντικείμενο–κτήμα του άνδρα, χωρίς ελευθερία και βούληση, κι αν πράξει διαφορετικά, είναι δικαιολογημένη τότε η οργή του.

Το ζητούμενο να σταματήσουν οι έμφυλες διακρίσεις και τα εγκλήματα σεξιστικής βίας, όπως έχει ειπωθεί πολλάκις, ταυτίζεται με την αναδιαμόρφωση της κουλτούρας μας. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει μόνο τη συζήτηση, την καταγγελία και την αποδόμηση αυτών των περιστατικών, αλλά και τη λήψη μέτρων και πολιτικών που θα τα αποτρέπουν και θα επανακατασκευάζουν τις κοινωνικές ταυτότητες και ρόλους των φύλων με όρους ισότητας και ελευθερίας.

Σημαντικό ρόλο σε αυτό κατέχει και το νομικό/ποινικό πλαίσιο, τόσο σε πρακτικό επίπεδο για την καταδίκη των δραστών, όσο και λόγω της παιδευτικής του αξίας στη διαμόρφωση των αποδεκτών και μη κοινωνικών συμπεριφορών, αξιών κ.ο.κ. –και μάλιστα με το βάρος της καταναγκαστικής αυθεντίας. Έτσι, μετά τη νίκη του φεμινιστικού κινήματος να ορισθεί ο βιασμός στον ποινικό κώδικα ως σεξουαλική πράξη χωρίς συναίνεση, σειρά τώρα στις διεκδικήσεις έχει λάβει η νομική καταγραφή του όρου της γυναικοκτονίας.

 

 

Νέες έμφυλες αδικίες στις αλλαγές Τσιάρα

 

 

Προς το παρόν, οι αλλαγές που παρουσιάσθηκαν για τον ποινικό κώδικα από τον υπουργό Δικαιοσύνης, Κωνσταντίνο Τσιάρα, δεν την περιλαμβάνουν, ενώ η φιλοσοφία τους εν γένει κινείται σε μια άκριτη αυστηροποίηση των ποινών (πχ για όλες τις ανθρωποκτονίες ισόβια), σε ένα σύστημα, μάλιστα, που κρίνεται περισσότερο ως τιμωρητικό, παρά σωφρονιστικό, και άρα χωρίς να εξηγείται ποιο το κοινωνικό όφελος από μία γενική αύξηση των ποινών.

«Στις αλλαγές του υπουργού δεν υπολογίζεται η έμφυλη παράμετρος της βίας, η ασυμμετρία, δηλαδή, προς την κατανομή της βίας ανάμεσα στα δύο φύλα, δημιουργώντας άλλα περιθώρια αδικίας. Μία συζυγοκτόνος, για παράδειγμα, που δεν αντέχει τη σωματική κακοποίηση που υφίσταται επί 30 χρόνια και τους αλλεπάλληλους βιασμούς στη συζυγική σχέση, δεν θα έπρεπε να αντιμετωπίσει ισόβια κάθειρξη, όπως προτείνεται τώρα. Να θυμίσουμε ότι στη Γαλλία πριν λίγο χρονικό διάστημα αντίστοιχο περιστατικό έτυχε ομόφωνης αθώωσης», σημειώνει στην «Εποχή» η Μαρίνα Μαροπούλου, ανθρωπολόγος Δικαίου (διδάσκει το μάθημα «Φύλο και Δίκαιο» στη Νομική Σχολή Αθηνών).

Για την ποινική καταγραφή της γυναικοκτονίας έχουν διατυπωθεί επιφυλάξεις από μέρος του νομικού κόσμου, που μπορεί να είναι υπέρ της κοινωνικής χρήσης του όρου, αλλά θεωρούν πως η ανθρωποκτονία δεν θα πρέπει να διαχωρίζεται σε κατηγορίες βάσει φύλου, καθώς αυτό ακριβώς θα αποτελούσε έμφυλη διάκριση έναντι του νόμου.

Δεν μπορούμε, όμως, να παραβλέπουμε ότι κανένα νομικό πλαίσιο δεν είναι πολιτικά ουδέτερο, αλλά αποτυπώνει τις υφιστάμενες σχέσεις (συγκρούσεις) εξουσίας σε μια κοινωνία, και όση πρόοδος κι αν έχει καταγραφεί, ακόμα υπάρχουν στοιχεία πατριαρχίας στο δικό μας. Στην περίπτωση των γυναικοκτονιών, για παράδειγμα, μέχρι τώρα το λεγόμενο «ερωτικό πάθος» του δράστη, ή αλλιώς η πεποίθηση ότι η γυναίκα τού ανήκει, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ελαφρυντικό στοιχείο –εξού και οι οδηγίες του συνδικαλιστή αστυνομικού Στ. Μπαλάσκα προς τους γυναικοκτόνους να παραδίδονται μόνοι τους και θα πέφτουν στα μαλακά. Η συνέχεια της απουσίας του όρου της γυναικοκτονίας, λοιπόν, στο νομικό πλαίσιο περισσότερο φαίνεται να αποσιωπά ένα ολοένα αυξανόμενο κοινωνικό πρόβλημα και τις έμφυλες διαστάσεις του, παρά να εξασφαλίζει την ισότητα απέναντι στον νόμο. Προτιμότερο θα ήταν η συζήτηση να εστιάσει στην εύρεση του σωστότερου τρόπου εισαγωγής του όρου στο ποινικό πλαίσιο, παρά στο αν πρέπει να γίνει ή όχι.

 

Η γυναικοκτονία ως επιβαρυντική περίσταση

 

«Η γυναικοκτονία δεν είναι μόνο έγκλημα κατά της ζωής, είναι έγκλημα κατά του γυναικείου φύλου και αποτελεί το αποκορύφωμα μιας έμφυλης βίας. Για να την κατανοήσουμε πρέπει να την βλέπουμε ως ολοκλήρωση και αποκορύφωση ενός φάσματος συνεχούς βίας, που ξεκινά από το σεξιστικό μπούλινγκ, τη σεξουαλική παρενόχληση, τον βιασμό, την ενδοοικογενειακή βία κτλ. Πρέπει, λοιπόν, να δούμε τους όρους με τους οποίους θέλουμε να την εντάξουμε ως ποινική κατηγορία, ώστε να μη χάνει αυτή τη διάσταση. Αν την αποπλαισιώσουμε και την εντάξουμε ξεκάρφωτα, χωρίς κατάλληλες επεξεργασίες, στα εγκλήματα κατά της ζωής, φοβάμαι πως έτσι θα στερείται του βάθους και της προοπτικής των έμφυλων εγκλημάτων», επισημαίνει η Μαρίνα Μαροπούλου, εξηγώντας πως ένας τρόπος αποφυγής αυτού του κινδύνου, είναι η υιοθέτηση της γαλλικής προσέγγισης του ζητήματος, δηλαδή της επιβαρυντικής περίστασης, όπως αντίστοιχα έχουμε πράξει στην Ελλάδα με τα ρατσιστικά εγκλήματα:

«Θεωρώ καλή τη ρύθμιση που έχει κάνει η γαλλική νομική πραγματικότητα, που έχει ορίσει το έγκλημα της γυναικοκτονίας ως επιβαρυντική περίσταση, προβλέποντας το μάξιμουμ της ποινής, άνευ άλλου τινός. Η ποινή της ανθρωποκτονίας ακόμα και αν είναι ισόβιας κάθειρξης, υπολογίζει μέχρι τώρα μια σειρά από ελαφρυντικούς παράγοντες. Αν η γυναικοκτονία οριζόταν ως επιβαρυντική περίσταση, δεν θα μπαίναμε καν στη διερεύνηση ελαφρυντικών, κλείνοντας με αυτόν τον τρόπο το παράθυρο σε όλη την προβληματική συζήτηση περί εγκλημάτων τιμής και πάθους. Ταυτόχρονα, θα καταδεικνυόταν πως η γυναικοκτονία δεν είναι ένα έγκλημα που διαπράχθηκε ξαφνικά από έναν κατά τ’ άλλα “φιλήσυχο κύριο”. Αυτό θα πρέπει να το τονίζουμε συνεχώς: οι γυναικοκτόνοι ήταν ήδη δράστες ηπιότερων σεξιστικών εγκλημάτων και βίαιων συμπεριφορών».

 

Ο ρόλος της κοινωνίας και των ευρύτερων πολιτικών

 

Η ίδια επισημαίνει, όμως, ότι θα πρέπει να επεξεργαστούμε σοβαρά το πώς θα τεθεί ο όρος στο ποινικό δίκαιο, ώστε να έχει σαφές περίγραμμα και να μην αφήνει περιθώρια αυθαιρεσίας στον νομοθέτη. «Γυναικοκτονία δεν είναι κάθε δολοφονία γυναίκας, αλλά αυτές που γίνονται εξαιτίας του φύλου της, ούτε ο δράστης είναι πάντα άνδρας. Για παράδειγμα, η Φόνισσα του Παπαδιαμάντη θα μπορούσε κάλλιστα να θεωρηθεί γυναικοκτόνος. Πρέπει, λοιπόν, να αποσαφηνίσουμε τι θεωρούμε γυναικοκτονία. Ο θανατηφόρος βιασμός, για παράδειγμα, είναι; Η επίθεση που έγινε με βιτριόλι στην Ιωάννα, που κρύβει μίσος για το γυναικείο φύλο, είναι; Όλα αυτά δεν μπορεί να τα περιγράψει ο ποινικός νομοθέτης δίχως τη συνδρομή της κοινωνίας. Το ποινικό δίκαιο παραλαμβάνει παγιωμένα νοήματα από την κοινωνία και τα μετατρέπει σε ποινικές κατηγορίες. Γι’ αυτό είναι σημαντικό να σηκωθεί η δημόσια συζήτηση για την γυναικοκτονία στην κοινωνία, προκειμένου να ωριμάσει η εννοιολόγηση και παράστασή της και ο νομοθέτης να μην παραλάβει κάτι με θολά όρια, που θα του επιτρέπει να αυθαιρετήσει. Αυτό θα ήταν επικίνδυνο».

Για την αντιμετώπιση, βέβαια, του φαινομένου της γυναικοκτονίας, αλλά και εν γένει των έμφυλων εγκλημάτων και διακρίσεων, δεν αρκούν απλά κάποιες αλλαγές στο ποινικό πλαίσιο, αλλά απαιτούνται ευρύτερες πολιτικές. Από την επιμόρφωση των αστυνομικών, δικαστών, εκπαιδευτικών κ.ά., την εισαγωγή της σεξουαλικής αγωγής στα σχολεία, τη δημιουργία περισσότερων κέντρων υποστήριξης και ξενώνων φιλοξενίας για τα θύματα έμφυλης βίας, μέχρι τη δημιουργία σχετικών επιμορφωτικών και ψυχοθεραπευτικών προγραμμάτων για ενήλικες και τη συζήτηση/αναθεώρηση των μηνυμάτων έργων τέχνης, τηλεοπτικών προγραμμάτων κ.ο.κ. Και αυτά, και πολλά ακόμα μέτρα, απαιτείται να υλοποιηθούν άμεσα, πριν θρηνήσουμε κι άλλες γυναίκες.

 

Πρόσφατα άρθρα ( Κοινωνία )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet