Η συνέντευξη του Αντ. Σαμαρά στα «Νέα» του περασμένου Σαββατοκύριακου δεν ήταν συγκυριακή. Δεν ήλθε απλά για να εκφράσει τη δυσαρέσκεια  εντός του κυβερνώντος κόμματος από το φιάσκο του ανασχηματισμού, ούτε μόνο τη δυσφορία στην κοινοβουλευτική ομάδα της Ν.Δ. για την αξιοποίηση από το «επιτελικό κράτος» στελεχών προερχόμενων από το λεγόμενο «ακραίο Κέντρο», την ενόχληση πολλών βουλευτών για τον παραγκωνισμό τους, τον περιορισμό τους σε ρόλο χρήσιμης ψήφου στη Βουλή. Δεν ήταν μια δήλωση διαφωνίας, διαφοροποίησης επί ενός συγκεκριμένου θέματος.

Η κριτική στις επιλογές του  Κυρ. Μητσοτάκη είναι –προς αγαλλίαση, λέγεται, μεγάλου μέρους της κομματικής βάσης– πολύ περισσότερα. Είναι μια εναλλακτική πολιτική πρόταση που προβλέπεται να αναπτυχθεί πλήρως στο συνέδριο της ΝΔ τον Δεκέμβριο, εν όψει και των εκλογών, εκεί, για την ανάδειξη των οργάνων, αναμέτρηση στην οποία πιστεύεται ότι θα εντυπωθεί  η δυσαρέσκεια των παραδοσιακών στελεχών του κόμματος, που θεωρούν ότι η ηγεσία μεθοδεύει τον απόλυτο έλεγχο του κόμματος, προωθώντας «ακραιφνώς μητσοτακικά στελέχη» στις καίριες θέσεις των οργανώσεων και του κεντρικού μηχανισμού.

Στη Νέα Δημοκρατία,  πολιτικό χώρο αναγκαστικής συγκατοίκησης διακριτών έως και ασύμβατων μεταξύ τους πολιτικών τάσεων, η υπερπατριωτική και εθνικιστική «συνιστώσα Σαμαρά» καταλαμβάνει υπολογίσιμο χώρο, τον οποίο από καιρού εις καιρόν (η συνέντευξη στα «Νέα» είναι μια τέτοια περίπτωση) φροντίζει να  υπενθυμίζει στην ηγεσία Μητσοτάκη —βλέπε εφαρμοστικά πρωτόκολλα της Συμφωνίας των Πρεσπών, τα οποία βρίσκονται καθηλωμένα επειδή  ο πρωθυπουργός τελεί υπό ομηρία.

Υπό ομηρία και υπό τη σκιά της άρρητης απειλής, ότι η παλαιά φρουρά του κόμματος δεν θα τον υπονομεύσει μεν, όμως αν χάσει τις εκλογές επειδή θα έχει διαρρήξει τη σχέση εξάρτησής του από αυτήν, τότε θα πρέπει να αποχαιρετήσει την ηγεσία του κόμματος.

Ο Αντ. Σαμαράς ήταν σαφής στη συνέντευξή του –και αποκαλυπτικός σε ό,τι αφορά τη δυσανεξία του προς το πολιτικό Κέντρο, με το οποίο ερωτοτροπούν ανοιχτά οι επιλογές του Κυρ. Μητσοτάκη σε επίπεδο στελέχωσης του επιτελικού κράτους. Ο ανασχηματισμός, είπε, «εξέπεμψε αντιφατικά μηνύματα. Ότι δηλαδή η παράταξή μας υιοθετεί σήμερα απόψεις που η ίδια έχει πολεμήσει, όπως οι Πρέσπες και το σχέδιο Ανάν. Ή ότι επιβραβεύει πρόσωπα που έχουν αντίθετη πολιτική άποψη... Όταν επιλέγονται άτομα με αντίθετες θέσεις, αυτό δεν λέγεται “διεύρυνση”, λέγεται “μετατόπιση”… Με το να μετακινηθούμε σε θέσεις “Ποταμιού” δεν κατακτάμε το “πολιτικό Κέντρο”…».

Το μήνυμα, για όσους δεν κατάλαβαν, ανέλαβε να κάνει σαφές το antinews. Υπό τον τίτλο «Ο Σαμαράς τελειώνει τον μητσοτακισμό», η φιλοσαμαρική ιστοσελίδα έδωσε ξεκάθαρα το στίγμα των προθέσεων του πρώην πρωθυπουργού: «Ολική ρήξη με τον εθνομηδενισμό, τον ραγιαδισμό και τη δουλικότητα που πρεσβεύει ο μητσοτακισμός σηματοδοτούν τα νέα πυρά που εκτοξεύει ο Σαμαράς»…

Υπό το κράτος της επιταχυνόμενης φθοράς του πρωθυπουργικού προφίλ (και) δημοσκοπικά, η πίεση που ασκεί η «σαμαρική συνιστώσα» στον πρωθυπουργό φαίνεται να παράγει (και αυτή τη φορά) αποτέλεσμα.

Ο λόγος για τη θεωρία των δύο άκρων, που πρώτος εισήγαγε ο Αντ. Σαμαράς στο πολιτικό λεξιλόγιο για να εξομοιώσει τη ριζοσπαστική αριστερά με τους νεοναζί, ώστε να μπορεί ο ίδιος, όντας πρωθυπουργός, να νέμεται πολιτικά τον «ενδιάμεσο ευρύ χώρο», το κατά τη δική του αντίληψη “πολιτικό Κέντρο”.

Στη διχαστική αυτή θεωρία  κατέφυγε έμπρακτα η κυβέρνηση Μητσοτάκη για να αποφύγει να αρθρώσει καθαρά αντιφασιστικό λόγο μπροστά στα όσα δυσοίωνα  για τη Δημοκρατία εγκαινιάστηκαν, υπό τύπον πρεμιέρας, από τους νεοναζί χρυσαυγίτες στο ΕΠΑΛ στη Σταυρούπολη της Θεσσαλονίκης. Αρνήθηκε να αναγνωρίσει την εξόφθαλμη διαφορά ανάμεσα στις βιαιότητες των φασιστών καταληψιών ενός δημόσιου εκπαιδευτηρίου και τους δημοκρατικά και σύννομα διαμαρτυρόμενους αντιφασίστες διαδηλωτές. Στο ζήλο τους να εξισώσουν τους ναζιστές ταραχοποιούς με τους δημοκρατικούς πολίτες, υψηλόβαθμα κυβερνητικά στελέχη έφτασαν στο σημείο να παραβλέψουν ηθελημένα  το γεγονός ότι την ευθύνη για τις φασιστικές βιαιότητες ανέλαβε η ίδια η Χρυσή Αυγή.

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος κ. Οικονόμου, που μίλησε για «φασιστικές συμπεριφορές οποιουδήποτε χρώματος…».

Ο υφυπουργός Παιδείας, κ. Συρίγος, που ισχυρίστηκε ότι «ήταν και άλλοι από έξω οι οποίοι κοπανάγανε κόσμο…», παραβλέποντας εξοργιστικά ότι την επίθεση εξαπέλυσαν φασίστες με λοστούς και μαχαίρια κατά αριστερών φοιτητών.

Ο νεοδημοκράτης  βουλευτής Θεσσαλονίκης, κ. Σιμόπουλος, που μετέθεσε την ευθύνη «στην αριστερά και κυρίως τον ΣΥΡΙΖΑ [που] κάνουν ό,τι μπορούν να δυναμιτίσουν το κλίμα…».

Ο υπουργός Ανάπτυξης, κ. Γεωργιάδης, που στα οπλοστάσια που βρέθηκαν σε σπίτια ακροδεξιών δεν είδε τίποτε περισσότερο από  ένα «κακό κοινωνικό φαινόμενο…».

Η σχολή Σαμαρά μπορεί να επιχαίρει. Ο νεοναζισμός μπορεί να αναγεννηθεί από τις στάχτες του, σαν άλλος Φοίνικας, αν αυτό εξυπηρετεί, σε μια κρίσιμη ιστορική φάση όπως αυτή, όπου οι μεταπολεμικές κατακτήσεις της δημοκρατίας και του κοινωνικού κράτους τελούν υπό διωγμό.

 

ΥΓ: Θα ήταν σοβαρή  παράλειψη να μην επισημάνουμε  «επί του πιεστηρίου» την τοποθέτηση του υπουργού Εξωτερικών, Νίκου Δένδια, ο οποίος, στην ομιλία του την Πέμπτη στο Athens Democracy Forum, καταδίκασε απερίφραστα τη δράση των ακροδεξιών στη Σταυρούπολη και την επανεμφάνιση της Χρυσής Αυγής στη Θεσσαλονίκη: «Εγκληματικές συμμορίες που συνεχίζουν να προπαγανδίζουν νεοναζιστικές ιδέες δεν έχουν θέση στην ελληνική κοινωνία». Διαχώρισε τη θέση του. Η Δημοκρατία θα του το αναγνωρίζει στο διηνεκές.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet