Με τις ψήφους της ΝΔ, του ΚΙΝΑΛ και της Ελληνικής Λύσης επικυρώθηκε το βράδυ της Πέμπτης από τη Βουλή η συμφωνία αμυντικής συνεργασίας Ελλάδας–Γαλλίας που είχαν συνάψει στις 28 Σεπτεμβρίου ο πρόεδρος της Γαλλίας και ο πρωθυπουργός της Ελλάδας.

Αναμφίβολα αποτελεί σταθμό στη διπλωματική ιστορία της χώρας. Το μέλλον θα έχει πολλές ευκαιρίες να ασχοληθεί μαζί της.

Οι σελίδες της «Εποχής» θα το κάνουν. Σε περισσότερα του ενός επόμενα φύλλα της εφημερίδας θα επιχειρηθεί μια εκτενής και σε βάθος προσέγγιση. Εδώ θα αρκεστούμε, κατ’ ανάγκη, σε κάποιες πρώτες επισημάνσεις.

Σε ένα ρευστό, υπό διαμόρφωση διεθνές περιβάλλον η χώρα χρειάζεται ισχυρή άμυνα. Αμυντική επάρκεια, μακριά από –στην πραγματικότητα ανέφικτες– επιδιώξεις υπεροπλίας ή ισοδυναμίας με την Τουρκία. Επιδιώξεις που απαιτούν τεράστιους πόρους εις βάρος, π.χ., της Υγείας και της Παιδείας, τομέων κρίσιμους για την κοινωνική συνοχή, θεμελιώδη προϋπόθεση της αποτρεπτικής ισχύος της χώρας.

Όμως, πόσο και πώς υπηρετείται το εθνικό συμφέρον, όταν –ενώ η χώρα είναι δεύτερη, κατ’ αναλογία πληθυσμού, στην Ευρώπη σε θανάτους από την πανδημία– η κυβέρνηση, κρίνοντας ότι δεν αρκεί ο εκσυγχρο­νι­σμός των F16, φορτώνει στο δημόσιο χρέος (που έχει ήδη εκτιναχθεί στο 230% του ΑΕΠ…) την αγορά 18 Rafale διότι, λέει, μας είναι απαραίτητα επειδή δεν θα αγοράσουμε φρεγάτες, τις οποίες, όμως, αγοράζουμε στη συνέχεια, αλλά μέχρι να μας παραδοθούν, σε 3 ή 4 χρόνια, αγοράζουμε κορβέτες και επί πλέον άλλα 6 Rafale, ως επιδόρπιο για την αμυντική βιομηχανία της Γαλλίας.

Ήδη οι αμυντικές δαπάνες της Ελλάδας είναι οι υψηλότερες στην Ευρώπη. Ο εξοπλιστικός ανταγωνισμός με την Τουρκία θα τις καταστήσει επαχθέστερες έως και καταστροφικές για μια χώρα καταπονημένη βάναυσα από μια βαθιά υπερδεκαετή οικονομική κρίση. Πριν είκοσι χρόνια το ΑΕΠ της Τουρκίας ήταν μισή φορά μεγαλύτερο από το ΑΕΠ της Ελλάδας. Σήμερα είναι τετραπλάσιο. Τότε η αμυντική βιομηχανία της Τουρκίας εξυπηρετούσε μόλις το 25% των αναγκών των ενόπλων δυνάμεών της. Σήμερα το ποσοστό αυτό ξεπερνά το 75%. Η ελληνική αμυντική βιομηχανία απέχει πολύ από το να μπορεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες ενός εξοπλιστικού ανταγωνισμού με τη γείτονα στο διηνεκές. Η συμφωνία Μακρόν–Μητσοτάκη δεν λαμβάνει καμιά σχετική πρόνοια. Το αντίθετο.

Με αυτά τα δεδομένα, ο εκσυγχρονισμός των οπλικών συστημάτων επιβάλλεται να έχει ως κύριο στόχο τον διάλογο, από θέση υπολογίσιμου συνομιλητή, με την Τουρκία, για την εξεύρεση κοινά αποδεκτών λύσεων. Όμως αυτό απαιτεί στρατηγικό σχεδιασμό σε βάθος χρόνου, και εδώ η κυβέρνηση υστερεί απελπιστικά. Με αποτέλεσμα να προσφεύγει στην επικοινωνιακή της υπεροπλία για την καλλιέργεια ψευδαισθήσεων στην κοινή γνώμη ότι με τη ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής έχουμε εξασφαλίσει τη στρατιωτική προστασία της Γαλλίας. Με τον κ. Μητσοτάκη να πλειοδοτεί στην εξαπάτηση, ισχυριζόμενος προχθές στη Βουλή, ότι: «Ποτέ μια τόσο ισχυρή σύμμαχος δεν βρέθηκε στο πλευρό της Ελλάδας. Έχουμε δίπλα μας (;!) την μόνη πυρηνική δύναμη της Ευρώπης και τον μεγαλύτερο στρατό της Ευρώπης».

Το διαπράττει, ωστόσο, ο πρωθυπουργός, μολονότι γνωρίζει πολύ καλά ότι, στην ουσία, «η ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης δεν προσθέτει τίποτε στην ήδη ισχύουσα σχεδόν πανομοιότυπη αντίστοιχη ρήτρα της Συνθήκης της Λισαβώνας η οποία θεσπίζει την υποχρέωση όλων των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (άρθρο 42, §7) να παράσχουν τέτοια συνδρομή με όλα τα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους».

Καλλιεργεί αυταπάτες ο κ. Μητσοτάκης, όταν η κοινή λογική, αλλά και η διεθνής εμπειρία, βεβαιώνουν ότι κανείς, ούτε βεβαίως η Γαλλία, ασχέτως από το τι προβλέπουν οι ρήτρες αμοιβαίας συνδρομής, θα διακινδύνευε την εμπλοκή της στην πρώτη γραμμή του πυρός προς χάριν εκατέρωθεν αμφισβητούμενων ελληνοτουρκικών διεκδικήσεων αναφορικά με την υφαλοκρηπίδα και τις ΑΟΖ. Δεν θα εμπλακούν σε διεκδικήσεις επί των οποίων δεν έχει αποφανθεί το διεθνές δίκαιο.

Αλλά το διεθνές δίκαιο δεν έχει αποφανθεί διότι, σε ό,τι αναλογεί στην Ελλάδα, ο πρωθυπουργός απομακρύνεται ολοένα περισσότερο από την προοπτική προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, την οποία έχει πάψει από καιρό να προβάλλει σθεναρά ως διεκδίκηση, όμηρος, προφανώς, των εθνικιστών στο κόμμα του και στο εκλογικό ακροατήριο στο οποία προσβλέπει, εγκαταλείποντας κάθε σοβαρή προσπάθεια για παραγωγικό διάλογο.

Αν υπάρχει καθαρά κερδισμένος σ’ αυτή την υπόθεση, αυτός δεν είναι άλλος από τη Γαλλία, την οποία η συμφωνία με την Ελλάδα διευκολύνει σημαντικά στην προσπάθειά της να παίξει κυρίαρχο ρόλο στο ζωτικό χώρο που δημιουργείται από τη μερική αποχώρηση των Ηνωμένων Πολιτειών από την Ανατολική Μεσόγειο. Το ερώτημα είναι κατά πόσο οι ΗΠΑ είναι διατεθειμένες να επιτρέψουν το κενό που αφήνουν στην περιοχή να το καλύψει μόνο μία στρατιωτική δύναμη. Η επιλογή τους φαίνεται να μην είναι αυτή. Προκρίνουν ένα συνδυασμό δυνάμεων που έχουν άμεσα συμφέροντα εκεί, με τις ίδιες σε ρόλο ρυθμιστικό: Γαλλία, Τουρκία, Ελλάδα, Ισραήλ.

Η νέα ελληνοαμερικανική συμφωνία για τις βάσεις, πενταετής και τελικά «αορίστου χρόνου» σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, η μετατροπή της Αλεξανδρούπολης σε άτυπη αμερικάνικη βάση, η συμφωνία με το Ισραήλ για το Διεθνές Εκπαιδευτικό Κέντρο Καλαμάτας, οι συστοιχίες Patriot στη Σαουδική Αραβία, η ανοχή των ΗΠΑ στα Rafale, τις γαλλικές φρεγάτες, την αναβάθμιση της ελληνογαλλικής στρατιωτικής συνεργασίας, όλα σε αυτή την κατεύθυνση δείχνουν.

Αν έτσι κατασταλάξουν τα πράγματα, τότε, αλλοίμονο, η Ελλάδα απεμπόλησε, με ευθύνη της κυβέρνησης Μητσοτάκη, τη δυνατότητα που είχε μέχρι πρότινος να προσφύγει έγκαιρα στο Δ.Δ. της Χάγης, κατοχυρώνοντας διεθνώς εκεί, στο μέτρο του δυνατού, τις δικές της θέσεις στα μείζοντα επίδικα –υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ– με την Τουρκία, η οποία στο τετραμερές σχήμα θα έχει δεσπόζουσα θέση και ανάλογο διεκδικητικό ανάστημα έναντι της Ελλάδας.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet