Τις τελευταίες εβδομάδες η πανδημία έχει αποπεμφθεί από τις βασικές ειδήσεις της πλειοψηφίας των ΜΜΕ, αλλά κυρίως από την κυβερνητική ενημέρωση. Οι θάνατοι, τα κρούσματα και οι νοσηλευόμενοι παρουσιάζονται ως αριθμοί. Την ίδια στιγμή ο ρυθμός εμβολιασμού έχει μείνει στάσιμος. Ενώ στις περιοχές που εισάγονται σε επίπεδο αυξημένης επιτήρησης τα μέτρα που λαμβάνονται αφορούν κυρίως την απαγόρευση κυκλοφορίας μετά τη 1πμ και την παύση της μουσικής σε χώρους εστίασης. Παράλληλα, καλλιεργείται από την κυβέρνηση το κλίμα ότι μεταξύ εμβολιασμένων δεν υπάρχει κίνδυνος και άρα λόγος τήρησης οποιουδήποτε μέτρου προστασίας. Τελειώσαμε με τον κορονοϊό λοιπόν; Κάθε άλλο. Όχι μόνο δεν έχουμε τελειώσει την τωρινή μας αναμέτρηση με την πανδημία του κορονοϊού ως κοινωνία, αλλά τα απότοκα της διαχείρισης της φαίνεται ότι μπορεί να είναι πολλά και σημαντικά.

Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο εμβολιασμός φαίνεται ότι βρίσκεται σε φάση ύφεσης ή επιπέδωσης. Ο ρυθμός εμβολιασμού αναμένεται να ζωηρέψει σταδιακά με τις ηλικιακές ομάδες που μπαίνουν στο χορό της τρίτης δόσης. Ωστόσο, η εμβολιαστική κάλυψη παρουσιάζει μεγάλη διαφοροποίηση σε διαφορετικές χώρες. Για παράδειγμα, η Πορτογαλία εμφανίζει ποσοστό 86% περίπου, η Ισπανία 79%, η Ιταλία 69% και η Ελλάδα 60%. Η διαφοροποίηση αυτή δεν είναι εύκολο να ερμηνευθεί, ωστόσο μπορούν να διακριθούν κάποιες παράμετροι που φαίνεται να παίζουν σημαντικό ρόλο. Όπως για παράδειγμα η εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς και το κράτος, που φαίνεται να παρουσιάζει αναλογία με το ρυθμό εμβολιασμού. Παράλληλα, επηρεάζουν και πιο συγκυριακές παράμετροι, όπως τα κύματα έντασης της πανδημίας που βίωσε η κάθε χώρα και πόσο κοντά χρονικά εξελίχθηκαν στην περίοδο έναρξης των εμβολιασμών. Άλλη μια παράμετρος φαίνεται να είναι η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας και η οργάνωσή της. Για παράδειγμα στην Πορτογαλία είναι ένα σύστημα καλά οργανωμένο και στην Ελλάδα το ακριβώς αντίθετο.

Στο ρόλο της ΠΦΥ εμπίπτει και η στάση -ιδιωτών κυρίως- γιατρών, που στην Ελλάδα υπήρξε σε ένα βαθμό επιφυλακτική, με αποτέλεσμα να δρα πολλαπλασιαστικά και καίρια στην επιφυλακτικότητα των πολιτών. Επιφυλακτικότητα που δεν μπόρεσε να αναχαιτιστεί από μια καλά δικτυωμένη και ριζωμένη πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας, που δεν υπάρχει στην Ελλάδα. Αλλά δεν αντιμετωπίστηκε ούτε συγκυριακά από την κυβέρνηση. Αν και το ζήτημα της στάσης ορισμένων γιατρών απέναντι στον εμβολιασμό εντοπίστηκε νωρίς, δεν αντιμετωπίστηκε έγκαιρα. Όπως είχαμε και παλιότερα επισημάνει εδώ θα ήταν χρήσιμη η εκπαίδευση και ενημέρωση των επαγγελματιών υγείας. Σε αυτό το πεδίο υπήρξαν και κάθετες αποφάσεις σε κάποιες χώρες, όπως για παράδειγμα στη Γαλλία, όπου αποκόπηκαν από το δημόσιο λόγο γιατροί εντιεμβολιαστές, με το σκεπτικό ότι δεν πρόκειται για εμβάθυνση της δημοκρατίας αλλά για κατάχρηση εξουσίας. Στο αντεπιχείρημα που προβάλλεται ότι τέτοιου είδους κινήσεις με τον μανδύα του έκτακτου από την πλευρά του κράτους ανοίγουν τον ασκό του Αιόλου, στέκεται το επιχείρημα ότι δεν βοηθά να αναστέλλουμε τη στήριξή μας σε μέτρα αναγκαία σήμερα, με το πρόσχημα ότι αύριο μπορεί να διευρυνθούν. Αν σήμερα ισορροπούν σε μια συνθήκη έκτακτης ανάγκης, να ληφθούν. Αύριο θα αντισταθούμε, αν επιχειρηθεί να διευρυνθούν.

Και πρόκειται πράγματι για συνθήκη έκτακτης ανάγκης, τη στιγμή που κάθε μέρα χάνουμε από τον κορονοϊό και τις επιπλοκές που επιφέρει περίπου 30 ανθρώπους. Ένας αριθμός ανθρώπων μεγάλος που σχετίζεται ευθέως, όπως προκύπτει σταθερά από τα ερευνητικά δεδομένα, με την ελλιπή εμβολιαστική κάλυψη, αλλά την ίδια στιγμή τείνει να αντιμετωπίζεται ως μια εγκαθιδρυμένη «κανονικότητα» που δεν ανησυχεί σε βαθμό αλλαγής ρότας την κυβέρνηση. Μάλιστα ανακοινώθηκε στις αρχές Οκτωβρίου ότι πλέον στις περιοχές με έντονη επιδημιολογική φόρτιση δεν θα λαμβάνονται έκτακτα μέτρα. Αίσθημα «κανονικότητας» που εντείνεται από την αντιμετώπιση των ΜΜΕ, ιδιαίτερα της τηλεόρασης, που δεν προβάλλει ως πρώτη είδηση την καθημερινή απώλεια τόσων ανθρώπων και τις αιτίες της. Την ίδια στιγμή, οι απώλειες αυτές θα είναι πολλαπλάσιες μακροπρόθεσμα, αφού μεγάλος αριθμός χρονίως πασχόντων συμπολιτών μας δεν λαμβάνουν την αγωγή ή τη θεραπεία που απαραιτήτως χρειάζονται λόγω του φόρτου του συστήματος υγείας από την πανδημία (βλ. άρθρο σε διπλανή σελίδα).

Η επιλογή της μη λήψης έκτακτων μέτρων στις επιβαρυμένες περιοχές δίνει τον τόνο ότι τελειώσαμε με την πανδημία. Επιλογή που δεν προτάθηκε από καμία επιστημονική επιτροπή. Τον ίδιο τόνο δίνει και η μη τήρηση μέτρου προστασίας σε μέρη όπου επιτρέπεται η είσοδος σε εμβολιασμένους μόνο. Λογική που συμβαδίζει με την από καιρό προωθούμενη γραμμή ότι ο εμβολιασμός προσφέρει 100% κάλυψη. Δεν είναι και δεν ήταν όμως έτσι. Η κάλυψη του εμβολίου είναι πολύ σημαντική για την αποτροπή του ενδεχόμενου σοβαρής νόσησης και νοσηλείας (90%), αλλά δεν είναι στο ίδιο ποσοστό απέναντι στο ενδεχόμενο νόσησης ή μετάδοσης (60-65%).

Όλα όσα απασχόλησαν αυτό το άρθρο, και βιώνουμε το διάστημα της αναμέτρησης μας με την πανδημία, μοιάζει να συναντώνται σε δύο ανησυχητικές προοπτικές που αξίζει να μπουν πια δυναμικά στο διάλογο. Η μία είναι ο τρόπος με τον οποίο από εδώ και πέρα, μετά την πανδημία και οπότε έρθει το πέρας της, θα αντιμετωπίζουμε τον ορθό επιστημονικό λόγο. Τονώθηκε η σχέση μας με αυτόν; Αν όχι τι ή ποιοι συνέβαλαν σημαντικά σε αυτήν την καίρια οπισθοχώρηση; Η δεύτερη προοπτική, που σχετίζεται με την πρώτη, αφορά την εν γένει σχέση μας με τα προγράμματα εμβολιασμού από εδώ και μπρος. Υπάρχει κίνδυνος να παγιωθεί ένα αντιεμβολιαστικό αίσθημα, μια αναχαίτιση της μεγάλης ανταπόκρισης που υπήρχε στα γενικά εμβόλια; Τι θα μπορούσε να επιφέρει στις κοινωνίες μας μια τέτοια οπισθοχώρηση; Ποια ξεχασμένα ζοφερά παρελθόντα;

Πρόσφατα άρθρα ( Υγεία )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet