Η πολυθρύλητη ανανέωση της Συμφωνίας Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας (MDCA) Ηνωμένων Πολιτειών- Ελλάδας έλαβε, τελικά, «σάρκα και οστά» την Πέμπτη, μετά την υπογραφή της από τον αμερικανό υπουργό Εξωτερικών, Άντονι Μπλίνκεν, και τον έλληνα ομόλογό του, Νίκο Δένδια, στην Ουάσινγκτον. Με τη δέσμευση ότι «θα παραμείνει σε ισχύ για μια περίοδο πέντε ετών», αλλά, το σημαντικότερο, ότι «θα παραμείνει σε ισχύ και στη συνέχεια, εκτός εάν τερματιστεί από κάποιο από τα μέρη με γραπτή ειδοποίηση προς το άλλο μέρος, δυο χρόνια πριν διά της διπλωματικής οδού». Προς διάψευση του πρωθυπουργού, ο οποίος μέχρι πρότινος μιλούσε για «πενταετή συμφωνία». Προς επιβεβαίωση των ισχυρισμών αξιωματούχων του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, που προεξοφλούσαν πανηγυρικά, πολλές μέρες πριν, την επ’ αόριστο διάρκειά της. Προς επαλήθευση, τέλος, των ισχυρών επιφυλάξεων της αξιωματικής αντιπολίτευσης, και όχι μόνο, διατυπωμένων εβδομάδες πριν, και των φόβων ότι πρόκειται για «επ’ αόριστον εκχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων σε ελληνικό έδαφος», εκχώρηση την οποία «δεν έχει αποδεχθεί ποτέ καμία μεταπολιτευτική κυβέρνηση».

Στο μήνυμά του αμέσως μετά την υπογραφή της συμφωνίας, στο οποίο ουσιαστικά επανέλαβε εκείνα για τα οποία είχε προϊδεάσει ο Ν. Δένδιας σε συνέντευξη του στο «Βήμα» πριν αναχωρήσει για την Ουάσινγκτον, ο Κυρ. Μητσοτάκης υπογράμμισε ότι «οι ΗΠΑ ενισχύουν το στρατηγικό τους αποτύπωμα στην Ελλάδα από τον Έβρο μέχρι την Κρήτη, σε μια περίοδο αναπροσαρμογής των διεθνών ενδιαφερόντων τους» και «δεσμεύονται για την από κοινού αντιμετώπιση απειλών ή προκλήσεων εναντίον της πατρίδας μας».

Ως προς μεν το πρώτο, έτσι έχουν τα πράγματα. Οι ΗΠΑ θεωρούν ότι η γεωστρατηγική θέση της Ελλάδας εξυπηρετεί τους σχεδιασμούς τους στην ευρύτερη περιοχή, την οποία επιθυμούν να εποπτεύουν χωρίς αναταράξεις και αμφισβητήσεις –όσο εκείνες θα είναι απασχολημένες με την Κίνα– από πλησιόχωρες δυνάμεις, την εξής μία, την Ρωσία. Αυτό σημαίνει «ενισχύουν το αποτύπωμά τους στην Ελλάδα» κατοχυρώνοντας τη στρατιωτική διαχείριση των συμφερόντων τους μέσω μιας ετεροβαρούς συμφωνίας που θέτει υπό αμφισβήτηση κυριαρχικά δικαιώματα του άλλου σκέλους, εκπροσωπούμενου από την κυβέρνηση του πρόθυμου και «προβλέψιμου» κ. Μητσοτάκη.

 

Άγνοια ή ψεύδη;

 

Ως προς το δεύτερο, όμως, τα περί δέσμευσης των ΗΠΑ για «από κοινού αντιμετώπιση απειλών ή προκλήσεων εναντίον της πατρίδας μας», συμβαίνουν δύο τινά. Είτε ο κ. Μητσοτάκης έχει άγνοια της πραγματικότητας, είτε ψεύδεται. Η κυβέρνησή του ισχυρίζεται ότι τα ανταλλάγματα που αναφέρονται στην επιστολή Μπλίνκεν και στο Τροποποιητικό Πρωτόκολλο εγγυόνται την «εδαφική ακεραιότητα της χώρας» έναντι της Τουρκίας, δηλαδή, στην ουσία, τον περιορισμό των διεκδικητικών βλέψεων της γειτονικής χώρας, όπως βαυκαλίζεται η ίδια να πιστεύει και όπως θέλει να πείσει όσους επιμένουν να υπενθυμίζουν ότι ποτέ οι Ηνωμένες Πολιτείες στο παρελθόν δεν διακινδύνευσαν τις σχέσεις τους με την Τουρκία για οποιοδήποτε λόγο –βλ., π.χ, τουρκική εισβολή στην Κύπρο και ρωσικοί πύραυλοι S400– και δεν πρόκειται να το κάνουν στο προβλεπτό μέλλον.

Το μείζον θέμα είναι ότι με την επ’ αόριστο επέκταση της συμφωνίας MDCA, ιδωμένη σε συνδυασμό με την πρόσφατη ελληνογαλλική συμφωνία, η οποία φαίνεται να είναι εναρμονισμένη με την επιθυμία των ΗΠΑ να στηριχθούν στο σχήμα Γαλλία-Τουρκία-Ελλάδα-Ισραήλ στην ανατολική Μεσόγειο όσο οι ίδιες θα είναι απασχολημένες στον Ειρηνικό, η Ελλάδα αλλάζει το αμυντικό δόγμα που εγκαινιάστηκε με την --προσωρινή έστω αλλά με ιδιαίτερο συμβολικό φορτίο-- απόφαση της κυβέρνησης Καραμανλή το 1974 να αποσύρει τη χώρα από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, τώρα αλλάζει. Με ευθύνη της κυβέρνησης Μητσοτάκη η χώρα επιστρέφει πειθήνια στο ρόλο του «προκεχωρημένου φυλακίου της Δύσης». Ένα ρόλο που μπορεί να την εμπλέξει σε νεοψυχροπολεμικές περιπέτειες, σε έναν κόσμο που έχει καταστεί αμετάκλητα πολυπολικός και στον οποίο οι ΗΠΑ δεν έχουν την θέση ισχύος που είχαν κατά το παρελθόν – απόδειξη το γεγονός ότι δεν μπορούν να απαιτήσουν από την Τουρκία να μην διαταράσσει με τις νέο-οθωμανικές βλέψεις της τις ενδοσυμμαχικές ισορροπίες, φοβούμενες, οι ΗΠΑ, μήπως την σπρώξουν έτσι στις αγκάλες της Μόσχας.

 

Ποιο το όφελος;

 

Η Ελλάδα δεν έχει μείζον πρόβλημα στην περιοχή, με εξαίρεση τον τουρκικό αναθεωρητισμό, την πίεση του οποίου η κυβέρνηση Μητσοτάκη νομίζει ότι μπορεί να μετριάσει, ή και να εξουδετερώσει, ενδίδοντας στις αξιώσεις των Ηνωμένων Πολιτειών.

Όταν ο κ. Δένδιας υπογράμμιζε, στη συνέντευξη στο «Βήμα», τη σημασία που έχει για την Ελλάδα η επιλογή των ΗΠΑ να αναβαθμίσουν στρατιωτικά τη παρουσία τους στην Αλεξανδρούπολη, σε απόσταση αναπνοής από τα χερσαία ελληνοτουρκικά, ερμηνεύοντάς την ως οιονεί κίνηση συνετισμού της Τουρκίας, σαν έμπειρος πολιτικός που είναι, φρόντισε να προσθέσει και κάτι άλλο, διόλου αμελητέο, κοιτώντας με νόημα τους γνωρίζοντες και υποψιασμένους. Ότι δηλαδή η επιλογή της Αλεξανδρούπολης «έχει να κάνει με τη δυνατότητα ταχείας μεταφοράς και στάθμευσης αμερικανικών δυνάμεων στη Βουλγαρία και στη Ρουμανία, παρακάμπτοντας τα Στενά του Βοσπόρου», από τα οποία οι όροι διέλευσης πολεμικών σκαφών καθορίζεται αυστηρά από τη Συνθήκη του Μοντρέ. Παρέλειψε μόνο –πάντα με το βλέμμα στραμμένο στους υποψιασμένους– να προσθέσει ότι αυτή η ευχέρεια διευκολύνει τα μέγιστα την επιθυμία των ΗΠΑ να ασκούν πίεση στο μαλακό υπογάστριο της Ρωσίας, αποθαρρύνοντας τα σχέδια της Μόσχας για αναβάθμιση των σχέσεών της με μια Ευρωπαϊκή Ένωση που έχει προ πολλού απομακρυνθεί σημαντικά από τα σύνδρομα του Ψυχρού Πολέμου.

Το ζήτημα είναι αν αυτό ωφελεί την Ελλάδα όσο την ωφέλησε κατά το μεταπολεμικό παρελθόν μέχρι και τη Μεταπολίτευση, δηλαδή καθόλου. Το ζήτημα είναι αν η χώρα διακινδυνεύει έτσι να απωλέσει το διεθνές διαπραγματευτικό ανάστημα που οικοδόμησε με κόπο μεταπολιτευτικά, με αποκορύφωμα τη Συμφωνία των Πρεσπών.

Πρόσφατα άρθρα ( Πολιτική )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet