Η μη αναμενόμενη αποχώρηση της κ. Φώφης Γεννηματά από τη διαδικασία για την εκλογή νέου προέδρου στο Κίνημα Αλλαγής δεν διαμόρφωσε έκτακτες συνθήκες μόνο στο εσωτερικό τού κόμματός της. Προκάλεσε αμηχανία και στους πολιτικούς παρατηρητές. Μια προγραμματισμένη αναμέτρηση ομαλής σε γενικές γραμμές διαδοχής στην ηγεσία του κόμματος, με πολύ συγκεκριμένο και ειδικό πολιτικό ενδιαφέρον, μετατράπηκε σε αντικείμενο ποικίλων σχολιασμών.

 

Λίγο πιο πέρα από τις πρώτες αντιδράσεις

 

Ο πολλαπλασιασμός των υποψηφίων για την προεδρία που προκάλεσε η απουσία της, αντιμετωπίστηκε κυρίως σαν ένδειξη εκφυλισμού μιας διαδικασίας με ιδιαίτερο πολιτικό βάρος για κάθε πολιτικό κόμμα. Δεν αποτιμήθηκε ορθά από την αρχή το γεγονός ότι μια τέτοια τροπή είναι δυνατόν να κινήσει το ενδιαφέρον όσων θα μπορούσαν να δουν την εξέλιξη αυτή σαν ευκαιρία για αναβάθμιση του ενδιαφέροντος για τη διαδικασία εκλογής προέδρου. Με την έννοια ότι θα ξέφευγε από τα μάλλον στενά πλαίσια της εσωκομματικής διαπάλης για τον προσανατολισμό του Κινήματος Αλλαγής και θα ξυπνούσε το ενδιαφέρον όσων νοιάζονται για γενικότερες ανακατατάξεις στην πολιτική σκηνή .

Από αυτή την άποψη, δεν είναι εύκολο να ερμηνεύσει κάποιος τη σχεδόν από όλες τις πλευρές επίθεση εναντίον της υποψηφιότητας Γ.Α. Παπανδρέου (από τον κ. Πρετεντέρη ως την Κontra News). Θα ήταν λάθος, πάντως, να τη δούμε αποκλειστικά σαν απότοκο μιας εσωκομματικής, ενδοπαραταξικής διαφοράς, μιας αντίθεσης στην επιλογή του να προστεθεί στον πίνακα των υποψηφίων ως πολιτικός αντίπαλος άλλων συνυποψηφίων του. Παρότι δεν αποτελεί φερέλπιδα νέα υποψηφιότητα, με όποιο αρνητικό φορτίο μπορεί αυτό το χαρακτηριστικό να τον βαραίνει, φέρει ένα επώνυμο στο οποίο ενδέχεται να θεωρήσουν κάποιοι ότι μπορούν να επενδύσουν για δικούς τους σκοπούς. Ας μη βιαστούμε να κρίνουμε από τις πρώτες αντιδράσεις που ως τώρα έχει προκαλέσει, ούτε να προεξοφλήσουμε την τελική στάση των φορέων αυτών των αντιδράσεων.

 

Από τα πρόσωπα στην πολιτική

 

Άλλωστε, η εκλογή προέδρου ενός κόμματος είναι μια εσωτερική διαδικασία, που ελάχιστα μπορεί πρακτικά να επηρεαστεί από όσους δεν συμμετέχουν θεσμικά σ’ αυτή. Και θα έπρεπε να αποφεύγεται οποιαδήποτε τέτοια απόπειρα από καθέναν που σέβεται τη δημοκρατική λειτουργία των κομμάτων. Αυτό προφανώς δεν σημαίνει αδιαφορία ούτε αποφυγή αποτίμησης διαδικασιών και αποτελεσμάτων. Αυτή, όμως, προϋποθέτει διατύπωση και διευκρίνιση εκ των προτέρων των κριτηρίων με τα οποία κάθε πολιτική δύναμη θα κάνει την αποτίμησή της.

Για την καθ’ ημάς αριστερά, που προτείνει και εμπεριέχει στη στρατηγική της τη συνεργασία, στη βάση προγραμματικής συμφωνίας, με όμορες πολιτικές δυνάμεις, μια τέτοια δημόσια και καλοπροαίρετη τοποθέτηση είναι αυτονόητη και δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με προσωποληψία. Αυτό που ενδιαφέρει, λοιπόν, από τη συγκεκριμένη σκοπιά, είναι αν οι διαδικασίες αυτές θα ευνοήσουν και θα ενισχύσουν μια τέτοια δυνατότητα και θα παραμερίσουν την, κατανοητή μεν προεκλογικά αδιανόητη όμως γενικά, τακτική των ίσων αποστάσεων από τη ΝΔ και τον ΣΥΡΙΖΑ. Αν θα ευνοήσουν και θα ενισχύσουν τις κοινές τοποθετήσεις και τις συμπράξεις σε πεδία και θέματα όπου υπάρχουν κοινές θέσεις ή συγκλίσεις. Αν θα καλλιεργήσουν τη διάθεση ισότιμης συνεργασίας και όχι την αναπαραγωγή μιας άτοπης, ιδίως στις σημερινές συνθήκες, αλαζονικής συμπεριφοράς, κατάλοιπο άλλων εποχών.

 

Η επίγνωση της αριστεράς

 

Αυτό δεν σημαίνει ότι βαδίζουμε όλοι χαρούμενοι προς τον πολιτικό παράδεισο, χωρίς να μας χωρίζει τίποτα. Αν ήταν έτσι, θα είχαμε προ πολλού βρεθεί όλοι σ’ ένα κόμμα. Κάθε πολιτικός οργανισμός κατεβαίνει στο στίβο με τη φιλοδοξία να επικρατήσει, να κερδίσει τη μεγαλύτερη δυνατή μερίδα της κοινωνίας, να χρωματίσει με τις δικές του ιδέες τις εξελίξεις. Ακόμα κι αυτοί με τους οποίους ελπίζουμε να συνεργαστούμε. Όχι, όμως, αγνοώντας – και πολύ λιγότερο αψηφώντας - τους υπαρκτούς συσχετισμούς. Αυτό που ισχύει για όλους, ισχύει και για την αριστερά. Από τη θέση τής αξιωματικής αντιπολίτευσης, όπου ο λαός με την ψήφο του την έχει αναδείξει, θα διαπραγματευτεί και θα διεκδικήσει το μερίδιο της επιρροής της. Από τη θέση αυτή και με τη διακριτή, με τα χρώματα της αριστεράς χρωματισμένη πολιτική της θα διεκδικήσει τη θέση που της αξίζει στην πολιτική σκηνή. Με πλήρη συνείδηση ότι συμπυκνώνει τις προσπάθειες αρκετών γενεών αγωνιστών της αριστεράς και άλλων τόσων δεκαετιών αγώνων με στόχο την ανάδειξή της σε ηγέτιδα πολιτική δύναμη με τη στήριξη των πιο προωθημένων κοινωνικών δυνάμεων, των πιο πλατειών λαϊκών στρωμάτων.

Αυτό δεν μπορεί να το εξασφαλίσει απλά με διακηρύξεις προθέσεων. Πολύ λιγότερο χωρίς πρακτικά μέτρα διαφύλαξης και κατοχύρωσης αυτής της τιμητικής θέσης στην οποία την έχει αναδείξει με την ψήφο του ο λαός, που πρόσφατα της είχε αναθέσει και κυβερνητικές ευθύνες. Οφείλει να την προφυλάξει σαν κόρη οφθαλμού από απόπειρες υπονόμευσης, από δικά της λάθη, από ανέμελες ή άσκεφτες επιλογές, από τον κίνδυνο της επιδίωξης του εύκολου και προσωρινού πολιτικού ή εκλογικού κέρδους , που μπορεί να μεταλλαχτεί σε μόνιμη βλάβη (συνέδριο έχει μπροστά της…).

 Με πολύ κόπο των αγωνιστών της και μέσα από πολλές δοκιμασίες τής κοινωνίας που βίωναν κι εκείνοι μαζί της, έχει βρεθεί στη θέση που βρίσκεται. Θέλει μεγάλη προσοχή και ακόμα μεγαλύτερη προσπάθεια να κάνει ορατές τις οριογραμμές της, για να μη βρεθεί από δικές της απερισκεψίες εκεί όπου θα ήθελαν να τη δουν όσοι οραματίζονται την επιστροφή της «στη γωνία». Και σε έναν δικομματισμό με εναλλασσόμενους πρωταγωνιστές τα κόμματα- «παραλλαγές στο ίδιο θέμα». Εξέλιξη που μόνο μια ισχυρή αριστερά με επίγνωση της αποστολής της, του κινδύνου και διδαγμένη από την πείρα της μπορεί να αποτρέψει.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet