Η εξέλιξη του εμβολιασμού κατά του κορονοϊού παρουσιάζει ανησυχητική στασιμότητα στην Ελλάδα, καθώς έχουμε αγκιστρωθεί στο 61%. Η Πορτογαλία, ωστόσο, έρχεται δεύτερη στον κόσμο σε ποσοστό πλήρους εμβολιαστικής κάλυψης του πληθυσμού, φτάνοντας το 88%, σύμφωνα με τα τρέχοντα δεδομένα του Our World in Data. Συνιστά, δηλαδή, μια περίπτωση βέλτιστης πρακτικής (best case practice) και άρα, δυνητικά, παράδειγμα προς μίμηση. Όμως αν ανατρέξει κανείς στην είδηση, θα διαπιστώσει πως ο ξένος Τύπος επιφυλάσσει μία μάλλον δυσάρεστη έκπληξη.

Τα ρεπορτάζ σε διεθνή ΜΜΕ (π.χ. New York Times, Reuters, ABC, CNN World, Euronews, Financial Times) πλέκουν εγκώμια σε έναν… αντιναύαρχο. Τον Φλεβάρη του 2021, όταν ο πορτογαλικός λαός είχε πληγεί ισχυρά από την πανδημία, η κυβέρνηση ανάθεσε στον στρατιωτικό Henrique de Gouveia e Melo, να ηγηθεί της εμβολιαστικής εκστρατείας. Κι όπως ο ίδιος αναφέρει, μεταχειρίζεται τη γλώσσα του πολέμου σε δημόσιες εμφανίσεις του, πράγμα που θεωρεί πως αποτέλεσε παράγοντα επιτυχίας.

Όμως δεν είναι ο μόνος ο οποίος χρησιμοποιεί στρατιωτική ορολογία στη διαχείριση της υγειονομικής κρίσης. Κι ούτε είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει. Σε μία πρόσφατη κοινωνιολογική μελέτη αναλύεται ο λόγος πολιτικών ηγετών και αναδεικνύεται ως κεντρικός μοχλός διαχείρισης επιδημιών εδώ και δεκαετίες. Όμως και στην πανδημία COVID-19 τα παραδείγματα αφθονούν.

Ενδεικτικά, ο πρόεδρος της Πορτογαλίας –για να μείνουμε λίγο ακόμα στο παράδειγμα από την ιβηρική χερσόνησο– αναφερόταν από την αρχή στην πανδημία σαν «κατάσταση πολέμου», λέγοντας «esta guerra». O πρόεδρος της Γαλλίας, αντίστοιχα, από την έναρξη της πανδημίας έχει δηλώσει «nous sommes en guerre». Ο πρωθυπουργός της Ισπανίας έκανε επίσης λόγο για έναν άγνωστο εχθρό («un enemigo al que aún estamos conociendo») και κάλεσε τον ισπανικό λαό να δώσει τη μάχη, σε έναν κάπως πιο ήπια μιλιταριστικό λόγο. Ο έλληνας πρωθυπουργός δε, στο πρώτο διάγγελμά του είπε «είμαστε σε πόλεμο με έναν εχθρό που είναι αόρατος, αλλά δεν είναι ανίκητος», ενώ τον αμέσως επόμενο μήνα, και πάλι σε διάγγελμα, δήλωσε «η μάχη κερδήθηκε, αλλά ο πόλεμος δεν τέλειωσε ακόμα». Στο διάγγελμα μετά τις καταστροφικές πυρκαγιές στην Εύβοια και σε άλλα μέρη της χώρας, πάλι χρησιμοποίησε στρατιωτική φρασεολογία αναφερόμενος στην «επέλαση του κορονοϊού».

Ο μεγάλος διδάξας, βέβαια, ο οποίος έφτασε σε κρεσέντο της μιλιταριστικής αργκό, αφού πρώτα αμφισβήτησε την ύπαρξη του κορονοϊού και προέτρεπε τον κόσμο να πιει χλωρίνη, ήταν ο Τραμπ, ο οποίος ανακήρυξε τον εαυτό του σε πρόεδρο εν καιρώ πολέμου (βλ. I view it as a, in a sense, a wartime president), ο οποίος μαχόταν ενάντια στον «κινεζικό ιό», κατά δήλωσή του. Από την άλλη πλευρά, προβληματίζεται κανένας όταν η γλώσσα του πολέμου έφτασε να εκφέρεται από τα χείλη του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ, ο οποίος επίσης χρησιμοποιεί επανειλημμένα πολεμικές μεταφορές στον δημόσιο λόγο του1.

Από τη μία πλευρά, λοιπόν, έχουμε την πανδημία, η οποία αντιμετωπίζεται σαν μεμονωμένη και παροδική κατάσταση έκτακτης ανάγκης, όπως υποδηλώνουν οι μεταφορές του πολέμου. Από την άλλη, όμως, πιο νηφάλια και πιο ουσιαστικά, μπορεί η πανδημία να ιδωθεί ως ακόμα μία κρίση, γέννημα της καπιταλιστικής δομής των δυτικών κοινωνιών και της παγκοσμιοποίησης, η οποία κι αν ακόμα παρέλθει, θα έχει διάδοχες καταστάσεις. Οι κρίσεις φαίνεται πως θα είναι αλλεπάλληλες κι ως τέτοιες θα αποτελέσουν τη νέα πραγματικότητα.

Η γλώσσα του πολέμου, εκτός του ότι διαπνέεται από αυταρχική, βίαιη, πατερναλιστική, πατριαρχική και εξουσιαστική αντίληψη των πραγμάτων και συντελεί στην αποπολιτικοποίηση της έννοιας της υγείας και στον εθισμό σε μία μιλιταριστική κουλτούρα, δεν στοχεύει στην καλλιέργεια μιας κουλτούρας πρόληψης.

Στον αντίποδα βρίσκεται η εκπαίδευση στην υγεία από την πρώιμη παιδική ηλικία, ο ανοιχτός διάλογος στην κοινότητα και στην κοινωνία, η ενεργοποίηση του κοινωνικού κεφαλαίου με σκοπό την προστασία της δημόσιας υγείας, αλλά κυρίως η συνειδητοποίηση των κοινωνικο-οικονομικών διαστάσεων της υγείας. Αναφέρομαι σε μία σύγχρονη, κριτική παιδαγωγική υγείας βασισμένη στο έργο του Paulo Freire, θεμελιωτή της κριτικής παιδαγωγικής, για τον οποίο η εκπαίδευση είναι πολιτικά καθοριζόμενη, παρέχει στους μαθητές τις προϋποθέσεις του κριτικού αναστοχασμού, της αυτο-διαχειριζόμενης ζωής και της κριτικής αυτενέργειας, όπως σημειώνει ένας επίσης από τους κύριους εκπροσώπους της συγκεκριμένης σχολής σκέψης, ο Henry Giroux. «Η παιδαγωγική είναι καθοριστική σε μια διαμορφωτική κουλτούρα, η οποία καθιστά δυνατή τόσο την κριτική συνείδηση, όσο και την κοινωνική δράση», συνδέει τη μάθηση με την κοινωνική αλλαγή και την αλληλεγγύη2.

Η κριτική παιδαγωγική συνάδει, μάλιστα, με τις αρχές της προαγωγής υγείας, που αποτελεί δημόσια πολιτική του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, φορέα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών και η οποία αναγνωρίζει τους κοινωνικούς προσδιοριστές στην υγεία και τη διαβίωση, διατηρεί στον πυρήνα του τις έννοιες της κοινωνικής δικαιοσύνης, στοχεύει στην εξάλειψη των κοινωνικών ανισοτήτων, στην κατάκτηση του οραματικού σκοπού της «ενδυνάμωσης» (empowerment) ανθρώπων και την απόκτηση ελέγχου πάνω στις συνθήκες διαβίωσης για τη διατήρηση και βελτίωση της υγείας τους.

Καταλήγοντας, η πανδημία απαιτεί να πάρουμε στα σοβαρά την υπόθεση της πρόληψης, έναν τομέα όπου υστερούμε σημαντικά ως χώρα. Κι αυτό δεν μπορεί να γίνει με στρατιωτικές μεταφορές και διαταγές. Ένας άλλος τρόπος είναι εφικτός.

 

 

1. Castro Seixas E. “War Metaphors in Political Communication on Covid-19.”1 Frontiers in sociology, 2021

2. Henry Girouxμ Η Κριτική Παιδαγωγική, ο Paulo Freire και η τόλμη να σκέφτεσαι με πολιτικούς όρους, Σελιδοδείκτης, 25/1/18

Πέλα Σουλτάτου Περισσότερα Άρθρα
Πρόσφατα άρθρα ( Υγεία )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet