«Είναι κρίμα να ασχολείται η δημόσια σφαίρα με ζητήματα αποκλεισμού και κοινωνικής ένταξης μόνο με τέτοιες αφορμές και όχι σε ήρεμες συνθήκες. Όταν αναδεικνύονται τα θέματα για τους Ρομά μόνο κάτω από ειδήσεις βίας και παραβατικότητας, δημιουργείται εξαρχής μια αρνητική προδιάθεση», σημειώνει στην «Εποχή» ο Μανώλης Ράντης, πρόεδρος διοικητικού συμβουλίου στην Εμπορική Ένωση Ελλήνων Τσιγγάνων Αγ. Βαρβάρας, για μια παγίδα που κι εμείς πέφτουμε μέσα, ακόμα και αν έχουμε τις καλύτερες των προθέσεων.

Κάπως έτσι, όπως προσθέτει, κανείς ποτέ δεν συζήτησε για τους 6 ρομά βουλευτές, τους 4 εφέτες, τους 3 συνταγματάρχες, τους πάνω από 180 ρομά αστυνομικούς, εκπαιδευτικούς, γιατρούς κτλ. «Η ιδιαίτερη πολιτισμική ταυτότητα των Ρομά αναφέρεται μόνο σε περιπτώσεις που συνδέονται με την παραβατικότητα, καλλιεργώντας το αρνητικό στερεότυπο που οδηγεί στις αντιδράσεις του “καλά του κάνανε”, που είδαμε τώρα. Ταυτόχρονα, δεν ακούμε ποτέ για τις άλλες πολιτισμικές ιδιότητες ελλήνων πολιτών. Δεν λένε ποτέ ο κρητικός πρωθυπουργός, ο μανιάτης αστυνομικός κ.ο.κ. Γιατί να συμβαίνει με τους Ρομά;».

Μάλλον γιατί, δυστυχώς, η ελληνική κοινωνία και πολιτεία τους βλέπει σαν ξένο σώμα, αντί ως πολίτες της, συνεχίζοντας εδώ και δεκαετίες τον αποκλεισμό τους, παρά τα πάμπολλα σχέδια, κονδύλια, προγράμματα που ανακοινώνονται για την ένταξή τους, αλλά ποτέ δεν προχωρούν. Αυτή τη στιγμή, μάλιστα, όχι δεν υπάρχει κάποια πρόοδος στο ζήτημα, αλλά αντίθετα έχουν γίνει μεγάλα πισωγυρίσματα, καθώς η κυβέρνηση της ΝΔ φρόντισε να καταργήσει τις σχετικές πολιτικές ένταξης της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ.

«Με το που έγινε κυβέρνηση ο κ. Μητσοτάκης κατήργησε την Ειδική Γραμματεία Ρομά που είχαμε συστήσει για πρώτη φορά, και μέσα από την οποία προωθούσαμε το τετράπτυχο: παιδεία, υγεία, εργασία, στέγαση. Είχαμε καταγράψει για πρώτη φορά 370 καταυλισμούς, εκ των οποίων οι 70 έπρεπε να μετεγκατασταθούν. Επιχειρήσαμε τότε τη μετεγκάτασταση των Ρομά που ζούσαν στον καταυλισμό του Ασπρόπυργου, αλλά ο δήμος δεν συναίνεσε. Ο ειδικός νόμος που είχαμε ψηφίσει, προέβλεπε συναίνεση των δήμων. Έτσι, τα σχέδια μας ακυρώθηκαν από ορισμένες τοπικές κοινωνίες και στη συνέχεια κέρδισε τις εκλογές η ΝΔ, παγώνοντας τα σχέδια. Είχαμε δημιουργήσει, επίσης, 240 Κέντρα Κοινότητας με 100 παραρτήματα Ρομά, για πρώτη φορά με μεσολαβητές στη γλώσσα τους», περιέγραψε στο «Κόντρα» η Θεανώ Φωτίου, αρμόδια υπουργός στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, για τα μέτρα που είχαν ληφθεί, αλλά πλέον είτε έχουν καταργηθεί, είτε έχουν εγκαταλειφθεί στην τύχη τους από την κυβέρνηση της ΝΔ. Χαρακτηριστική, άλλωστε, των προθέσεων της κυβέρνησης για το ζήτημα είναι η παντελής έλλειψη αναφοράς σε αυτό ακόμα και με αυτή την τραγική αφορμή. 

Αντίστοιχα κωλύματα με αυτά του καταυλισμού του Ασπρόπυργου, με αποτέλεσμα να μην γίνει τίποτα, είχε φέρει και ο δήμος στην περιοχή της Άμφισσας για τη μετεγκατάσταση των Ρομά, όπως επισημαίνει ο Μανώλης Ράντης, τονίζοντας πως «για να εφαρμοστεί μια πολιτική ένταξης χρειάζεται η βούληση της κυβέρνησης, της αυτοδιοίκησης και της τοπικής κοινωνίας. Τόσα χρόνια τα σχέδια πότε σκοντάφτουν στον έναν παράγοντα και πότε στον άλλο. Γι’ αυτό θα πω ότι πραγματική πολιτική βούληση δεν υπήρξε ποτέ, γιατί αν το κράτος θέλει να εφαρμόσει κάτι, το κάνει. Αν εκτιμά συνεχώς το πολιτικό και εκλογικό κόστος, δεν πρόκειται να προχωρήσει ποτέ τίποτα».

Ταυτόχρονα δε, για να καλύπτουμε τη μισαλλοδοξία μας ως κοινωνία, φροντίζουμε να κατηγορούμε τους ίδιους τους Ρομά για τη διαβίωσή τους σε άθλιες συνθήκες και σε κατάσταση ακραίας φτώχειας, όπως φάνηκε ακόμα μια φορά από δημοσιεύματα αυτής της εβδομάδας, λέγοντας πως οι ίδιοι δεν επιθυμούν τη μετεγκατάσταση τους, την εργασία τους κτλ, λόγω της άνομης, νομαδικής φύσης τους και άλλων αντίστοιχων ρατσιστικών στερεοτύπων.

Ακόμα, όμως, και όταν η πολιτεία αναλαμβάνει τις ευθύνες της, πέραν των ειδικών προγραμμάτων που θα εστιάζουν στους τέσσερις πυλώνες (εκπαίδευση, στέγαση, εργασία, υγεία), είναι σημαντικό να υπάρξει και μια συμπερίληψη των ελλήνων Ρομά στις εθνικές πολιτικές και στατιστικές του κράτους, ώστε να μην δημιουργείται και πάλι μια ταμπελοποίηση που τους αντιμετωπίζει σαν ξένο σώμα από την ελληνική κοινωνία, όπως υπογραμμίζει ο Μανώλης Ράντης: «Είναι διαφορετικό να δίνεται μια περαιτέρω έμφαση λόγω κάποιων κοινωνικών χαρακτηριστικών, πχ φτώχειας, και διαφορετικό να ταμπελοποιούνται λόγω πολιτισμικής ταυτότητας. Για παράδειγμα, οι άστεγοι Ρομά δεν συμπεριλαμβάνονται μέσα στους εθνικούς δείκτες της αστεγίας της χώρας, ή τα παιδιά που είναι εκτός εκπαίδευσης, στους εθνικούς δείκτες αναλφαβητισμού, σαν να μην είναι μέρος της ελληνικής κοινωνίας». Σαν να πρόκειται για μια «κακώς υπάρχουσα κανονικότητα», που δεν μας επείγει να ασχοληθούμε μαζί της, αλλά μπορούμε να σχεδιάζουμε και να μιλάμε απλά γι’ αυτήν όποτε νιώθουμε φιλεύσπλαχνοι Μπαλαμοί.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet