Μετά την απρόσμενη ήττα του απερχόμενου δημάρχου της Λισαβόνας, του σοσιαλιστή Φερνάντο Μεντίνα, έρχεται από την Πορτογαλία ακόμη ένα απροσδόκητο γεγονός: τα κυριότερα κόμματα της κοινοβουλευτικής αριστεράς δεν συμφώνησαν στην έγκριση του Orcamento do Estado(OE2022)-του προϋπολογισμού- για το επόμενο έτος, προκαλώντας έτσι κυβερνητική κρίση και πιθανά πρόωρες εκλογές.  

Δεν είναι εντελώς σαφής η διαδικασία που οδήγησε τους εταίρους να σκληρύνουν τόσο τη στάση τους ώστε να φθάσουν στο σημείο να υψώσουν τείχη που τις τελευταίες μέρες έγιναν όλο και περισσότερο ανυπέρβλητα. Αναμφίβολα, η Geringonca, η συμφωνία που είχε υπογραφεί από το Μπλόκο της Αριστεράς (BE), από το Πορτογαλικό Κομμουνιστικό Κόμμα (PCP) και από το Σοσιαλιστικό Κόμμα (PS) μετά τις εκλογές του 2019 δεν είχε επίσημα ανανεωθεί, αλλά μια μορφή διαλόγου υπήρχε παρόλα αυτά. Πράγματι, ο σοσιαλιστής πρωθυπουργός Αντόνιο Κόστα είναι επικεφαλής εδώ και έξι χρόνια μιας κυβέρνησης μειοψηφίας που μέχρι σήμερα δεν βρήκε μεγάλα εμπόδια στην πορεία της.

Το πολιτικό κλίμα άρχισε να γίνεται  θυελλώδες από την προηγούμενη εβδομάδα, όταν η Κατερίνα Μαρτίνς και ο Ζερόνιμο ντε Σόουζα, ηγέτες αντίστοιχα του Μπλόκου της Αριστεράς και του Πορτογαλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, άφησαν να εννοηθεί ότι αν ερχόταν ο προϋπολογισμός OE2022 στη Βουλή χωρίς αλλαγές θα τον καταψήφιζαν.

Σύντομα άρχισαν να κυκλοφορούν φήμες ότι χωρίς συγκεκριμένες πλειοψηφίες ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Μαρσέλο Ρεμπέλο ντε Σόουζα θα διέλυε τη Βουλή και θα προκήρυσσε το ταχύτερο νέες εκλογές, ίσως ήδη τον Ιανουάριο.

Για να καταλάβουμε πώς η κατάσταση έφθασε στο σημείο να επιδεινωθεί τόσο ώστε να μεταβληθεί σε κρίση, πρέπει να δούμε τις προηγούμενες αυτοδιοικητικές εκλογές και αυτό που ο κεντροδεξιός Ρεμπέλο ντε Σόουζα θεωρεί ότι θα είναι η πιθανή αρχή ενός νέου κύκλου, το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα.

Τα μέσα ενημέρωσης προσπαθούν –και όχι άδικα- να φορτώσουν όλες τις ευθύνες στις πλάτες του Μπλόκου της Αριστεράς και του Κομμουνιστικού Κόμματος. Αποκαλούν τον OE2022 τον αριστερότερο φορολογικό νόμο όλων των εποχών και ούτε εδώ έχουν άδικο. Ανάμεσα στα μέτρα είναι και η αύξηση του κατώτατου μισθού στα 850 ευρώ, αρχής γενομένης από το 2025, η μείωση των άμεσων φόρων εισοδήματος (Irs) που συνοδεύεται και από μια αύξηση των 200 ευρώ του χώρου της απαλλαγής, που θα έθετε εκτός πληρωμής Irs διακόσιες χιλιάδες φορολογούμενους και, τέλος, οι δωρεάν παιδικοί σταθμοί.  

Παρόλα αυτά η αριστερά που βρίσκεται στα αριστερά του Σοσιαλιστικού Κόμματος έχει διάφορους λόγους για να αισθάνεται απογοήτευση. Ήταν πολλές οι προτάσεις της που δεν έγιναν αποδεκτές. Η πληρωμή των υπερωριών, η μεταρρύθμιση του κώδικα εργασίας και η αύξηση των ημερών της άδειας. Ίσως θα αρκούσε ένα σήμα, ένα τρόπαιο που να μπορούν να δείξουν στους ψηφοφόρους τους.

Στην πραγματικότητα, οι διαπραγματεύσεις δεν έπεσαν σε αδιέξοδο γι’ αυτό ή για το άλλο σημείο: Ο προϋπολογισμός καταψηφίστηκε γιατί, ας το πούμε απλά, δεν έγιναν τα πάντα για να διασωθεί. Πόσο μάλλον, αφού με ένα «τέχνασμα» θα μπορούσαν να προχωρήσουν χωρίς ψηφοφορία, αλλά από την κυβέρνηση ήρθε η ενημέρωση ότι δεν ήταν αυτός ο δρόμος που ήθελαν να ακολουθήσουν. Θα αρκούσε το Μπλόκο και το Κομμουνιστικό Κόμμα να απείχαν για να αποφευχθεί η κρίση, αλλά προτίμησαν –ακατανόητα- να καταψηφίσουν.  

Δημοσκοπήσεις προ κρίσης αποδίδουν στους σοσιαλιστές ένα ευρύ περιθώριο νίκης και, στην καλύτερη υπόθεση, ακόμη και απόλυτη πλειοψηφία. Τώρα είναι δύσκολο να πούμε τι θα συμβεί, γιατί από τις δημοσκοπήσεις ως τις κάλπες παρεμβάλλεται μια πολιτική κρίση και μια προεκλογική εκστρατεία, σε περίπτωση που ο αρχηγός του κράτους διαλύσει τη Βουλή, η οποία φαίνεται πως θα είναι πολύ σκληρή. Στο βάθος παραμονεύει το λαϊκίστικο δεξιό κόμμα Chega, σύμμαχο της Λέγκας του Σαλβίνι, που θα μπορούσε να δεκαπλασιάσει τις ψήφους του.

Το Μπλόκο της Αριστεράς και το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν έχουν κανένα συμφέρον να βρεθούν υπό τη σκιά των σοσιαλιστών και να κινδυνεύσουν να εξαφανιστούν. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα, αντίθετα, το οποίο επιθυμεί να διακόψει τον υπό γέννηση νέο κύκλο της κεντροδεξιάς, είναι πιθανό να το συμφέρει μια ταχεία επιστροφή στις κάλπες. Όμως, είναι ακόμη πολύ νωρίς για να σχεδιαστούν πολιτικά σενάρια, προς το παρόν παραμένει μια δραματική ρήξη που θα χρειαστεί πολύς χρόνος για να επουλωθεί.

 

Μετάφραση: Τόνια Τσίτσοβιτς

Γκοφρέντο Αντινόλφι Ο Γκοφρέντο Αντινόλφι είναι ερευνητής στο Κέντρο Ερευνών και Σπουδών Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Λισαβόνας, όπου διδάσκει Πολιτική Επιστήμη. Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet