H αποχαιρετιστήρια επίσκεψη της Άγκελα Μέρκελ στην Αθήνα είχε και τα καλά της: Έδειξε με τον πιο γλαφυρό τρόπο την απάνθρωπη πολιτική που ακολουθεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης στο προσφυγικό. Εδώ θα γίνει αναφορά σε δυο από τις δηλώσεις-κλειδιά του πρωθυπουργού στο πλαίσιο της κοινής συνέντευξης Tύπου, έκαστη εκ των οποίων αποτελεί μνημείο υποκρισίας και διαστρέβλωσης της πραγματικότητας:

 

Πρώτον, η Ελλάδα δέχθηκε «ασύμμετρη επίθεση στον Έβρο» το Μάιο του 2020. Με αυτό υπονοούσε την προσπάθεια χιλιάδων προσφύγων, υποκινούμενων από την Τουρκία, να διεισδύσουν στην ελληνική επικράτεια.

«Ασύμμετρη επίθεση»; Ο όρος αυτός χρησιμοποιείται ως γνωστόν σε συνάρτηση με τους νέους τύπου πολέμων που φέρνει αντιμέτωπους από τη μια τακτικά στρατεύματα και από την άλλη άτακτα (παρτιζάνους, αντάρτες, τρομοκράτες, κ.λπ.), με τα δεύτερα να χρησιμοποιούν αθέμιτες στρατιωτικές πρακτικές, και δη (κατά την άποψη των επινοητών του όρου) με επιτυχία, εναντίον των πρώτων.

Μια τέτοια αντιπαράθεση δεν υπήρξε ποτέ, αν ο Μητσοτάκης θεωρεί φορείς αυτής της επίθεσης τον τουρκικό στρατό. Αυτός είναι (όπως και κάθε άλλος εθνικός στρατός) το πρότυπο ενός τακτικού στρατεύματος που διεξάγει εξ ορισμού «συμμετρικές» επιθέσεις – με εξαίρεση βέβαια τις «βρώμικες» επιχειρήσεις που διεξάγουν αδιάκοπα οι μυστικές υπηρεσίες και τα ποικιλώνυμα κομάντος, ή και το ίδιο το στράτευμα κατά παραβίαση όμως των κανόνων του διεθνούς στρατιωτικού δικαίου. Ο τουρκικός στρατός δεν αναμίχθηκε ωστόσο άμεσα στα γεγονότα, η παρουσία του περιορίστηκε στη μεταφορά προσφύγων με πούλμαν από το εσωτερικό της Τουρκίας στις όχθες του Έβρου. Επιπλέον, η υποκίνηση των προσφύγων να διασχίσουν τα σύνορα δεν στρεφόταν ευθέως κατά της Ελλάδας (αν και αυτή πληττόταν, με την έννοια του παράπλευρου θύματος, άμεσα από αυτό), αλλά κατά της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Από στρατιωτική απειλή λοιπόν, «ασύμμετρη» ή όχι, εκ μέρους της Τουρκίας, μηδέν.

Απομένουν λοιπόν, ως «εισβολείς», οι πρόσφυγες. Αυτοί ωστόσο, όντας άοπλοι και τελείως αποδιοργανωμένοι, είναι το εντελώς αντίθετο ενός στρατεύματος. Το γεγονός ότι ο Μητσοτάκης τους «φορτώνει» μια στρατιωτική απειλή, δείχνει απλώς ότι θέλει να τους καταδιώξει όχι μόνο ως παραβάτες του κοινού ποινικού δικαίου, αλλά και του στρατιωτικού. Αντί δηλαδή να αναγνωρίσει, ότι η Άγκυρα είχε ένα πολιτικό στόχο (την απόσπαση χρηματικών και πολιτικών ανταλλαγμάτων από τις Βρυξέλλες), που επιδίωκε να επιβάλει με μη στρατιωτικά μέσα (την εργαλειοποίηση των προσφύγων), κατασκεύασε ένα πολεμικό σενάριο, στο οποίο οι πρόσφυγες εμφανίζονται έστω και άθελά τους ως στρατιωτική δύναμη κρούσης.

Αν υπήρξε όμως όντως χρήση «ασύμμετρων» μέσων, αυτή έγινε πολύ περισσότερο από την Αθήνα: με την κινητοποίηση των στρατιωτικών και παραστρατιωτικών μονάδων της βορειοδυτικής Ελλάδας, με τη ρήψη χειροβομβίδων κρότου και λάμψης και ενίοτε μάλιστα, όπως καταγγέλθηκε, με τη χρήση πραγματικών πυρών εναντίον άοπλων κατατρεγμένων που είχαν καταφέρει να βάλουν πόδι σε ελληνικό έδαφος, ή ετοιμάζονταν να μπουν σε αυτό. Η μητσοτατική υποκρισία και διαστρέβλωση της πραγματικότητας αντανακλάται ακριβώς σε αυτό το στημένο, εικονικό πολεμικό σκηνικό.*

 

Δεύτερον, η ελληνική προσφυγική πολιτική είναι «για το καλό» όλων των Ευρωπαίων. Μόνο που οι τελευταίοι δυσκολεύονται να το αντιληφθούν. Αυτό αφορά ιδιαίτερα τα διαβόητα «φυσικά εμπόδια» που, χρηματοδοτημένα από τις Βρυξέλλες, στήνονται στην Ελλάδα για την απώθηση των προσφύγων. «Δεν συμφωνεί η Επιτροπή με αυτό» είπε ο Μητσοτάκης. «[Εμείς] έχουμε κάθε δικαίωμα να την εκφράζουμε και να πείσουμε όλους ότι η σοβαρή και στιβαρή φύλαξη των συνόρων είναι προϋπόθεση για μια σοβαρή μεταναστευτική πολιτική και είναι προϋπόθεση για να μείνει ζωντανό και το Σένγκεν».

Τα «φυσικά εμπόδια» έχουν και άλλο όνομα: φράχτες, πλωτά φράγματα, κλειστές παραμεθόριες περιοχές. Αυτά συνδυασμένα με τη «στιβαρή φύλαξη των συνόρων» –push back, βύθιση βαρκών, ξυλοδαρμοί, βασανιστήρια, εξαφανίσεις προσφύγων, καθώς και περικοπή δικαιωμάτων και «μπουζούριασμα» όλων εκείνων που παραμένουν στην Ελλάδα σε κέντρα κράτησης-φυλακές– συνθέτουν ένα πρωτοφανές πλέγμα ανομίας. Οι καταγγελίες αμέτρητων θυμάτων, που δημοσιεύονται κατά διαστήματα στα διεθνή μέσα ενημέρωσης, επιβεβαιώνουν του λόγου το αληθές.

Ο Μητσοτάκης έχει κατά παράδοξο τρόπο «δίκιο», όταν, αναφερόμενος στη διαφωνία της Επιτροπής, λέει ότι χωρίς «στιβαρή πολιτική», δηλαδή παράνομες πρακτικές που στηρίζονται στη βία, φύλαξη των συνόρων δεν γίνεται. Το ένα είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το άλλο. Η Επιτροπή δεν έχει εδώ καν «το δικαίωμα δια να διαφωνεί», δεδομένου ότι η πολιτική αυτή εκπορεύεται από την ίδια: Το «βρώμικο» σύμφωνο Ευρωπαϊκής Ένωσης-Τουρκίας, που είναι η απαρχή όλων των δεινών, όπως και η στεγανοποίηση των ελληνικών συνόρων, είναι δική της επινόηση. Η ίδια δείχνει να «τρομάζει» εκ των υστέρων εν όψει των καταστροφικών συνεπειών τους. Το να ζητά λοιπόν από την Αθήνα να κλείσει τα σύνορα χωρίς παραβίαση των κανόνων δικαίου αποτελεί όντως σχήμα οξύμωρο.

 

Εθνικιστική δικαιοσύνη

 

Δίπλα στο πολιτικό σκάνδαλο υπάρχει κι ένα νομικό. Η σύμβαση της Γενεύης και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των δικαιωμάτων του ανθρώπου, που κατοχυρώνουν τα δικαιώματα των προσφύγων, έχουν επικυρωθεί ως γνωστό από την Ελλάδα και αποτελούν εθνικό δίκαιο.** Το ερώτημα είναι λοιπόν, γιατί δεν αντιδρούν οι έλληνες εισαγγελείς στις καταγγελίες για παρανομίες που γίνονται σωρηδόν από τους πρόσφυγες-θύματα και τις ανθρωπιστικές οργανώσεις; Γιατί δεν ενεργούν αυτεπάγγελτα ενόψει της σχεδόν επίσημα ομολογημένης παραβίασης της έννομης τάξης; Γιατί δεν αιτούνται την άρση της ασυλίας των κύριων ενόχων, του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη και του υπουργού μετανάστευσης και ασύλου Νότη «Άβερελ» Μηταράκη, ώστε να μπορέσουν στη συνέχεια να προχωρήσουν σε ανακρίσεις και ενδεχομένως στη δίωξή τους;

Η απάντηση δεν είναι δύσκολη. Εκτός από ταξική, η δικαιοσύνη είναι και εθνικιστική. Και ο εθνικισμός τυφλώνει. Η άρνηση των εισαγγελέων να υπερασπιστούν το αυτονόητο και νομικά επιβεβλημένο, ήτοι τα δικαιώματα των προσφύγων, είναι αποτέλεσμα της τυφλής ταύτισής τους με τα «εθνικά συμφέροντα» και το άτυπο καθεστώς εκτάκτου ανάγκης, που έχει επιβάλει η κυβέρνηση ενόψει του δήθεν απειλούμενου κατακλυσμού της χώρας με ξένους – ο Μηταράκης μιλούσε τις προάλλες («Bild am Sonntag», 31.10.2021) για 36 εκατομμύρια δυνητικούς πρόσφυγες από το Αφγανιστάν.

Όμως ούτε καν η επίκληση αυτού του καθεστώτος τους απαλλάσσει από την ευθύνη: Τα Ηνωμένα Έθνη αναγνωρίζουν μεν το δικαίωμα μιας χώρας να περιορίσει ή και να παραμερίσει τα ανθρώπινα δικαιώματα σε περίπτωση που κρίνει ότι απειλείται η εθνική της ασφάλεια, αυτό δεν ισχύει όμως για εκείνα που θεωρούνται απαράγραπτα, όπως τα δικαιώματα στη ζωή και στην αποφυγή βασανιστηρίων – ακριβώς εκείνα δηλαδή που αφορούν άμεσα τους πρόσφυγες. Η ολιγωρία των εισαγγελέων δεν δικαιολογείται λοιπόν με τίποτα, λογικά θα έπρεπε να κινήσουν οι ίδιοι τη διαδικασία δίωξης εναντίον των εαυτών τους.

 

Η βρωμισμένη φωλιά του ΣΥΡΙΖΑ

 

Μπροστά σε αυτό το διπλό σκάνδαλο θα περίμενε κανείς έναν πραγματικό «ξεσηκωμό» του κόμματος, που διεκδικεί το μονοπώλιο του «ηθικού πλεονεκτήματος της Αριστεράς». Όμως η αντίδρασή του περιορίζεται σε επιμέρους διαμαρτυρίες και διαβήματα. Από εναλλακτική πολιτική σε ένα θέμα υπαρξιακής σημασίας ούτε ίχνος.

Αυτό δεν είναι τυχαίο. Ο ΣΥΡΙΖΑ υποστήριξε από την πρώτη στιγμή και συνεχίζει να υποστηρίζει τη συμφωνία Ευρωπαϊκής Ένωσης-Τουρκίας, που όπως ειπώθηκε ήδη, είναι η μήτρα όλων των κακών. Επιπλέον παραμένει γαντζωμένος στα κρατικά συμφέροντα, στην «εθνική ασφάλεια» και στην αντίστοιχη με αυτά «πατριωτική» ιδεολογία. Τα push back άρχισαν επί δικής του διακυβέρνησης. Και οι μνήμες για τη δήλωση του Αλέξη Τσίπρα στο MEGA το Μάρτιο του 2020 σχετικά με τα γεγονότα στον Έβρο, «ότι από τη στιγμή που υπάρχει αυτή η μαζική απόπειρα εισροής στη χώρα, κάθε κυβέρνηση θα έκανε αυτό που έκανε η σημερινή», είναι ακόμα νωπές. Η φωλιά του είναι λοιπόν περισσότερο από βρωμισμένη στο προσφυγικό ζήτημα.

Όμως αυτό δεν θα έπρεπε να τον εμποδίσει, ενόψει μάλιστα του σχεδιαζόμενου συνεδρίου, να κάνει μια νέα αρχή – καταγγέλλοντας το σύμφωνο Ευρωπαϊκής Ένωσης-Τουρκίας και προτάσσοντας τα δικαιώματα των προσφύγων έναντι των κρατικών συμφερόντων. Αυτή η έμπρακτη αυτοκριτική θα σήμαινε πορεία ενάντια στο ρεύμα και θα κόστιζε ενδεχομένως ψήφους. Όμως είναι μάλλον η μοναδική που θα του επέτρεπε να επανακτήσει το «ηθικό πλεονέκτημα» και να βλέπει χωρίς να ντρέπεται τον κόσμο στα μάτια.

 

* Πιο κοντά στην πραγματικότητα βρίσκεται ο όρος «υβριδική» επίθεση ή απειλή. Aυτός συνδυάζει διάφορες παράνομες πρακτικές, όπως σαμποτάζ, επίθεση στον κυβερνοχώρο, διασπορά ψευδών ειδήσεων, πολιτικούς εκβιασμούς, κ.ο.κ. – μοιάζει δηλαδή περισσότερο με τη «στρατηγική της έντασης», που εφάρμοσε το ΝΑΤΟ τη δεκαετία του ’70 εναντίον του κομμουνιστικού κόμματος στην Ιταλία, παρά με θερμό πόλεμο. Στα «όπλα» του «υβριδικού πολέμου» ανήκει τώρα, σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση του γερμανικού υπουργείου εσωτερικών («Die Welt», 30.10.2021), και η εργαλειοποίηση των προσφύγων στη σύγκρουση ενός κράτους με ένα άλλο, όπως το 2020 ανάμεσα στην Τουρκία με την Ελλάδα, ή σήμερα ανάμεσα στη Λευκορωσία με τις χώρες της Βαλτικής. Όμως και εδώ τονίζεται πάλι, ότι το «όπλο» αυτό δεν είναι στρατιωτικό, σαν εκείνα της «ασύμμετρης επίθεσης», αλλά πολιτικό. Επιπλέον στην έκθεση αναφέρεται ότι «η μετανάστευση δεν συνιστά από μόνη της υβριδική απειλή», αλλά ότι χρησιμοποιείται από διάφορες κυβερνήσεις για την επίτευξη στόχων στην εξωτερική ή την εσωτερική πολιτική.

** Στην Ελλάδα τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι κατοχυρωμένα αφενός στο Σύνταγμα (άρθρα 4

 έως 25), αφετέρου στο Αστικό Δίκαιο (άρθρα 281-286).

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet