Η Ελληνική Επανάσταση;

«Μια ανεξήγητη και αγνώμων ανταρσία»

 

«Those Infidel Greeks» The Greek War of Independence through Ottoman archival documents, edited by H. Şükrü Ilıcak. Leiden - Boston: Brill, 2021

 

Σαράντα χρόνια από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης ο Δ.Ε. Δανιήλογλου μεταφράζει στα ελληνικά το απολογητικό κείμενο του Βαχίντ Πασά για το τρομερό γεγονός της Σφαγής της Χίου. Ο συγγραφέας, έχοντας υπάρξει ο διοικητής του νησιού κατά την περίοδο της καταστροφής, αποπειράται να παρουσιάσει τα γεγονότα αυτά από τη δική του σκοπιά. Η ελληνική απόδοση, κατά τα λεγόμενα του μεταφραστή, βασίζεται σε ανέκδοτο χειρόγραφο. Το κείμενο τυπώνεται στην Ερμούπολη το 1861, ενώ το οθωμανικό πρωτότυπο θα τυπωθεί αργότερα στην Κωνσταντινούπολη το 1873. Πρόκειται για την πρώτη προσπάθεια γνωστοποίησης σε ελληνόφωνους αναγνώστες οθωμανικής αφηγηματικής πηγής για την Επανάσταση.

           

Το 1930, μόλις λίγα χρόνια μετά από τη Μικρασιατική Καταστροφή, ο οθωμανομαθής Νικηφόρος Μοσχόπουλος εκδίδει στα γαλλικά, στο περιοδικό Acropole, Revue du Monde Hellénique, ένα άρθρο δεκαέξι σελίδων, με τίτλο «Η Ελληνική Επανάσταση και οι τουρκικές πηγές». Τριάντα χρόνια αργότερα, ο ίδιος εξέδωσε στην Αθήνα μια μονογραφία με τίτλο Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως κατά τους Τούρκους ιστοριογράφους εν αντιπαραβολή και προς τους Έλληνας ιστορικούς. Στο έργο αυτό παρατίθενται οι απόψεις οθωμανών ιστοριογράφων για το γεγονός της Επανάστασης. Οι αφηγηματικές πηγές που αναφέρει ο Μοσχόπουλος είναι γνωστές από οθωμανικές εκδόσεις του 19ου αιώνα.

 

Το Εικοσιένα ως οθωμανικό γεγονός, η άποψη της οθωμανικής διοίκησης, η οθωμανική αντίδραση ιδωμένη εκ των έσω, άργησε να προκαλέσει το ενδιαφέρον των μελετητών. Μόνο τις τελευταίες δεκαετίες μία γενικότερη αλλαγή πρόσληψης της περιόδου και η γνώση της οθωμανικής γλώσσας από μέρους των ερευνητών άνοιξε τον δρόμο, ώστε η οθωμανική οπτική από terra incognita της εποχής του Μοσχόπουλου, να γίνει σταδιακά για τους Έλληνες πιο αναγνώσιμη και κατανοητή.

Η επέτειος των διακοσίων χρόνων από το Εικοσιένα προκάλεσε με τη σειρά της μία νέα πολύ ενδιαφέρουσα συγκομιδή εκδόσεων οθωμανικών αρχειακών πηγών για την Επανάσταση. Αυτό το υλικό, άγνωστο ως τώρα για το ελληνικό όσο και για το διεθνές κοινό, φωτίζει περισσότερες όψεις της Επανάστασης και αποτελεί έναυσμα για να προκαλέσει νέες ή πιο επεξεργασμένες ερμηνείες, οι οποίες λαμβάνουν υπόψη τους ποικιλία παραμέτρων. Το Εικοσιένα γίνεται πλέον κατανοητό ως πολυσχιδές ιστορικό συμβάν. Πιο συγκεκριμένα, έχουν κυκλοφορήσει η αφήγηση του αυτόπτη μάρτυρα της πολιορκίας του Ναυπλίου, Γιουσούφ Μπέη, σε ελληνική μετάφραση και σχολιασμό από τους Σοφία Λαΐου και Μαρίνο Σαρηγιάννη (Αθήνα 2019). Επίσης, η ελληνική μετάφραση αυτόγραφων διαταγμάτων του Σουλτάνου Μαχμούντ Β’ για την Ελληνική Επανάσταση από τους Ηλία Κολοβό, Χ. Σουκρού Ιλιτζάκ και Σαριάτ-Παναχί (Αθήνα 2021), έργο που έχει ήδη παρουσιαστεί στην «Εποχή». Δίπλα σε αυτές τις εκδόσεις αφηγηματικών και αρχειακών πηγών βρίσκεται και η μονογραφία του Λεωνίδα Μοίρα, με θέμα την οθωμανική ματιά προς την Ελληνική Επανάσταση (Αθήνα 2020). Στο διεθνές επίπεδο, συναντάμε το αγγλόγλωσσο «Λεξικό» Η Ελληνική Επανάσταση. Ένα κριτικό λεξικό, συλλογικός τόμος που εκδόθηκε με την επιστημονική επιμέλεια των Πασχάλη Μ. Κιτρομηλίδη και Κωνσταντίνου Τσουκαλά (Καίμπριτζ Μασαχουσέτης, 2021).

 

Σε αυτό το τοπίο ήρθε πολύ πρόσφατα να προστεθεί η έκδοση «Αυτοί οι άπιστοι Έλληνες»: Η Ελληνική Επανάσταση μέσα από τα οθωμανικά αρχεία, που αναγνωρίζεται διεθνώς ως μια από τις σημαντικότερες τομές στην ιστοριογραφία του Εικοσιένα. Πρόκειται για ένα έργο μεγάλης κλίμακας (δίτομο, 1.700 σελίδες), υπό την αιγίδα του Ιδρύματος Αικατερίνης Λασκαρίδη και σε συνεργασία με τον ιστορικό εκδοτικό οίκο Brill της Ολλανδίας. Το έργο περιλαμβάνει τμήματα από την επίσημη αλληλογραφία της Υψηλής Πύλης, όπως παρατίθεται στα κατάστιχα ayniyat, από τα Κρατικά Αρχεία της τουρκικής προεδρίας στην Ιστάνμπουλ. Τα έγγραφα αυτά, 700 στο σύνολο, αφορούν την Ελληνική Επανάσταση και τις αποφάσεις της κεντρικής οθωμανικής διοίκησης από το 1821 έως το 1826 για την αντιμετώπισή της. Είναι μεταφρασμένα στα αγγλικά και επιπλέον η ερευνητική ομάδα έσκυψε με επιμέλεια πάνω από τη μεταγραφή του οθωμανικού πρωτοτύπου με λατινικούς χαρακτήρες, πρωτοβουλία σημαντική, διότι μέσα από τη φωνητική μεταγραφή διασώζονται πληροφορίες γλωσσολογικού, αλλά και ιστορικού χαρακτήρα.

 

Η έκδοση φέρει την υπογραφή του δρ Χ. Σουκρού Ιλιτζάκ, ο οποίος είχε ήδη ασχοληθεί με την αντίδραση του οθωμανικού κράτους στο Εικοσιένα, μελετώντας πλείστες πηγές για τη διδακτορική διατριβή (Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ), καθώς και για επιστημονικά άρθρα του. Στην εισαγωγή του τελευταίου έργου δίνει έμφαση σε ζητήματα, τα οποία φωτίζουν οθωμανικές δομές και πολιτικές αντιλήψεις. Το αρχειακό υλικό που παρουσιάζεται, ζωντανεύει την εποχή της καταστολής των φυγόκεντρων και διαιρετικών δυνάμεων της περιφέρειας (όπως ο Αλί Πασάς από το Τεπελένι) μέσα στην οποία γεννήθηκε η Επανάσταση, καθώς και τη λογική της βίας σε διάστημα πολλών ετών. Επίσης φωτίζει και την τιμωρία και τον έλεγχο των επικεφαλής των ελληνικών κοινοτήτων, οι οποίοι ως θεσμικοί αξιωματούχοι του οθωμανικού κράτους θεωρήθηκε, κατά την αντίληψη της κεντρικής εξουσίας, πως απέτυχαν να διαμεσολαβήσουν και να κατασιγάσουν την εξέγερση. Μια εξέγερση που γινόταν αντιληπτή από τον Σουλτάνο ως ανεξήγητη και αγνώμων ανταρσία. Αλλά παρουσιάζονται και το οθωμανικό στράτευμα και η αναποτελεσματικότητά του, η διασύνδεση των αλβανών στρατιωτικών αξιωματούχων και των αλβανικών πολεμικών ομάδων με την κεντρική εξουσία, η κινητοποίηση και χειραγώγησή τους από τον Σουλτάνο με σκοπό την καταστολή των εξεγερμένων κ.ά.

Η αλληλογραφία, όπως καταγράφεται στα κατάστιχα ayniyat, καταδεικνύει ότι η ανώτατη οθωμανική διοίκηση έβλεπε την επανάσταση «με φόβο για πιθανή επερχόμενη κατάρρευση και διάλυσή της». Όπως σημειώνει ο Σ. Ιλιτζάκ, την προβλημάτιζε κυρίως «η συνομωσία και οι παρεμβάσεις των ξένων», ενώ «συνέχιζε να αρνείται κατηγορηματικά την ιστορική διάσταση της δράσης των εξεγερμένων. Πίστευε πως ο χαϊδεμένος άλλος μετατρέπονταν σε πιόνι των Μεγάλων Δυνάμεων, και πως η ίδια ήταν απομονωμένη στο διεθνές τοπίο, αλλά και θύμα».

 

Το σώμα των αρχειακών τεκμηρίων είναι πολύτιμο για την έρευνα, τόσο αυτόνομα, όσο και όταν συνδυαστεί συγκριτικά και με άλλες πηγές. Παράλληλα, παρουσιάζει ενδιαφέρον για κάθε ανήσυχο/η αναγνώστη/στρια, επειδή αποκαλύπτει την πολιτική κοσμοθεωρία, αλλά και τη στρατηγική αντίληψη και ετοιμότητα, ή μη, των οθωμανικών θεσμών και της κεντρικής εξουσίας, από τότε που άρχισαν να εκδηλώνονται οι πολλές τοπικές επαναστάσεις που συγκρότησαν το ιστορικό συμβάν του Εικοσιένα. Είναι αδύνατο να προσεγγίσουμε εδώ όλα τα θέματα. Όμως θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ιστοριογραφία, σαφώς επηρεασμένη από τα στερεότυπα που καλλιεργήθηκαν στη Δύση, συστηματικά έχει ενστερνιστεί την άποψη ότι το οθωμανικό κράτος επιβίωνε μέσα στην απολυταρχία του. Έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε την Οθωμανική Αυτοκρατορία ως ένα απόλυτα δεσποτικό κράτος υπό το έλεος του Σουλτάνου. Η πραγματικότητα, όμως, διαψεύδει τις εντυπώσεις. Τα έγγραφα αυτά αναδεικνύουν μια τελείως διαφορετική και αποδομημένη εικόνα. Φανερώνουν τα δυσκίνητα γρανάζια του κράτους, τη γραφειοκρατία και τη διοίκηση μέσα από μια, έστω λανθάνουσα, διαλεκτική σχέση. Έχουμε έτσι ένα πλήρες πανόραμα της λειτουργίας του οθωμανικού κράτους.

Δημήτρης Λούπης Ο Δημήτρης Λούπης είναι ιστορικός της οθωμανικής περιόδου. Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet