Τα τελευταία δύο χρόνια παρατηρείται μια πύκνωση των περιστατικών αστυνομικής αυθαιρεσίας. Για παράδειγμα, στην Ειδική Έκθεση του Συνηγόρου του Πολίτη για το 2020 καταγράφεται μια αύξηση κατά 76,6% του αριθμού καταγγελιών από πολίτες και συνολική αύξηση άνω του 26% σε καταγγελίες και περιστατικά που έχουν ενταχθεί στον Εθνικό Μηχανισμό Διερεύνησης Περιστατικών Αυθαιρεσίας. Η αστυνομική αυθαιρεσία είναι ένα φαινόμενο σύνθετο που συνδέεται άμεσα με δομικά χαρακτηριστικά του αστυνομικού οργανισμού, καθώς και με τις κατευθύνσεις της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας. Υπάρχουν ποικίλες εξηγήσεις για την εκδήλωση αντιεπαγγελματικών και καταχρηστικών συμπεριφορών από την πλευρά των αστυνομικών.

 

Πρώτον, οι αστυνομικοί δεν δρουν ποτέ σε πολιτικό κενό. Η συμπεριφορά τους διαμορφώνεται με βάση το καθορισμένο από την ηγεσία μοντέλο αστυνόμευσης. Το μοντέλο αστυνόμευσης που προωθεί η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας ήδη από το 2019, εμπνέεται από λογικές «μηδενικής ανοχής» και σχετικές πρακτικές και μέτρα που εφαρμόζονται στις ΗΠΑ. Τα βασικά χαρακτηριστικά του μοντέλου είναι η πρόωρη παρέμβαση με επεμβατικές τακτικές, καθώς και η αύξηση της επιτήρησης και της ορατότητας της αστυνομίας. Η στρατηγική της μηδενικής ανοχής στην Ελλάδα εκδηλώθηκε μέσα από πολιτικές, όπως η ίδρυση της Πανεπιστημιακής Αστυνομίας, η δυναμική ανάκτηση διάφορων δημόσιων και ιδιωτικών χώρων, η ίδρυση της Ομάδας «Δράση», κλπ. Επίσης, το πεδίο πάνω στο οποίο ξεδιπλώθηκε η μηδενική ανοχή με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο ήταν η διαχείριση της πανδημίας, με εντολές και κατευθύνσεις της ηγεσίας του υπουργείου Προστασίας του Πολίτη για εντατικούς ελέγχους και επιθετική διαχείριση της τήρησης των μέτρων. Έτσι καταγράφηκε μια πρωτοφανής, καθολική και υπερβολική παρουσία της αστυνομίας στους δρόμους και στις γειτονιές. Η ατμόσφαιρα «νόμου και τάξης», σε συνδυασμό με την πίεση που ασκείται στους αστυνομικούς από τη φυσική ηγεσία για απτά αποτελέσματα, φαίνεται να μετατόπισε, ατύπως τουλάχιστον, και το επιχειρησιακό force continuum, δηλαδή τους κανόνες επαφής/εμπλοκής με τους πολίτες. Σημειώθηκε έτσι μια εντατικοποίηση στη χρήση και στην ένταση της βίας, η οποία διαπιστώθηκε πολλές φορές τον τελευταίο καιρό.

 

Δεύτερον, η διεθνής επιστημονική έρευνα έχει δείξει πως ορισμένες κοινωνικές ομάδες αντιμετωπίζονται με μεγαλύτερη καχυποψία από την αστυνομία και τείνουν να στοχοποιούνται σε μεγαλύτερο βαθμό σε σύγκριση με άλλες. Μεταξύ αυτών συμπεριλαμβάνονται οι αλλοδαποί (όπως πρόσφυγες και μετανάστες), τα άτομα διαφορετικής φυλετικής καταγωγής (π.χ. Ρομά), τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα, οι άστεγοι, οι χρήστες ουσιών, αλλά και τα άτομα νεαρής ηλικίας. Αυτές οι κατηγορίες πολιτών πέφτουν συχνά θύματα αρνητικών διακρίσεων από την αστυνομία, με τη μορφή είτε της υποαστυνόμευσης ή της υπεραστυνόμευσης. Η υποαστυνόμευση εκδηλώνεται με την αδιαφορία της αστυνομίας για τις ανάγκες των συγκεκριμένων ομάδων, ενώ η υπεραστυνόμευση εκδηλώνεται με το στερεοτυπικό profiling των ατόμων που ανήκουν στις προαναφερθείσες μειονοτικές ομάδες. Οι αρνητικές διακρίσεις απέναντι σε συγκεκριμένες ομάδες του πληθυσμού συνδέονται άμεσα με την επαγγελματική (αστυνομική) κουλτούρα: ορισμένα από τα χαρακτηριστικά της, όπως ο εγγενής συντηρητισμός, ο κοινωνικός απομονωτισμός και η επίδειξη της αρρενωπότητας, δεν συνάδουν με το ήθος της πολυμορφίας (και αποδοχής της διαφορετικότητας) που πρέπει να διαπνέει μια σύγχρονη δημοκρατική κοινωνία. Όταν η πολιτική συγκυρία το ευνοεί, όπως συμβαίνει σήμερα με την προώθηση του μοντέλου «μηδενικής ανοχής», εκδηλώνονται πολύ πιο εύκολα προβληματικές και ακραίες συμπεριφορές από μια μερίδα αστυνομικών.

 

Τρίτον, τα περιστατικά αστυνομικής αυθαιρεσίας στην Ελλάδα μπορούν να εξηγηθούν με βάση τη στρατιωτικοποιημένη και ελλιπή εκπαίδευση των αστυνομικών. Η εισαγωγή του θεσμού των Πανελλαδικών Εξετάσεων ως κύριου μέσου ένταξης στην Ελληνική Αστυνομία, στα μέσα της δεκαετίας του ’90, υπήρξε μία από τις σημαντικότερες μεταρρυθμίσεις της Μεταπολίτευσης, καθώς οδήγησε στην αλλαγή της σύνθεσης και του προφίλ του προσωπικού της Ελληνικής Αστυνομίας. Από το 1999 και μετά, και ιδίως τα τελευταία δύο χρόνια, αυτός ο τρόπος ένταξης στην Ελληνική Αστυνομία άρχισε να παρακάμπτεται, με το καθεστώς πρόσληψης των Ειδικών Φρουρών. Οι Ειδικοί Φρουροί λαμβάνουν μια υποτυπώδη εκπαίδευση διάρκειας μόλις 12 εβδομάδων, διάστημα το οποίο δεν επαρκεί για την κάλυψη των θεωρητικών και επιχειρησιακών αναγκών τους. Επιπλέον, με δεδομένη τη μοριοδότηση που προβλέπεται για τη θητεία τους στις Ειδικές Δυνάμεις, φέρουν μια στρατιωτική νοοτροπία που δεν ταιριάζει με τον ρόλο της αστυνομίας σε μια φιλελεύθερη δημοκρατία. Η πρόσληψη, από το 2019 μέχρι σήμερα, περίπου 2.500 Ειδικών Φρουρών προβληματίζει ιδιαίτερα, διότι, όπως φαίνεται, προωθείται ένα πρότυπο αστυνομικού πιο επιθετικού και περισσότερο απόμακρου από την κοινωνία.

 

Η πρόληψη των περιστατικών αστυνομικής αυθαιρεσίας απαιτεί μια ουσιαστική επένδυση στην εκπαίδευση των αστυνομικών, με γνώμονα την καλλιέργεια δημοκρατικού φρονήματος και σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Προβληματικές νοοτροπίες, στερεότυπα και προκαταλήψεις που εδράζονται στην αστυνομική κουλτούρα μπορούν να αντιμετωπιστούν κυρίως μέσα από εκπαιδευτικές διαδικασίες και αποτελεσματικούς μηχανισμούς λογοδοσίας. Όταν, όμως, η βασική πολιτική κατεύθυνση είναι η «μηδενική ανοχή», δεν αφήνεται κανένα περιθώριο βελτίωσης, με δραματικές συνέπειες για τη σχέση αστυνομίας – κοινωνίας. Οι πολίτες έχουν απέναντί τους μια αστυνομία που θεωρούν ότι τους παρενοχλεί και δεν τους σέβεται. Οι δε αστυνομικοί νιώθουν απογοητευμένοι, γιατί οι πολίτες τους κατακρίνουν συνεχώς. Έτσι, όμως, συνεχίζεται ο φαύλος κύκλος της αμοιβαίας δυσπιστίας και τελικά της σύγκρουσης.

Ντόρα Γιαννάκη Η Ντόρα Γιαννάκη είναι πολιτική επιστήμονας και εμπειρογνώμονας Πολιτικών Ασφάλειας & Δικαιοσύνης Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet