Στις συζητήσεις για το προσφυγικό στην Ευρώπη γίνεται ιδιαίτερος λόγος για τις ενδεχόμενες ροές από το Αφγανιστάν. Προς το παρόν οι χώρες μέλη έχουν δώσει άσυλο κυρίως σε κάποια δημόσια-πολιτικά πρόσωπα από τη χώρα, αλλά αντιμετωπίζουν φοβικά τυχόν γενικευμένες αφίξεις. Πώς θα κινηθεί η ΕΕ στο ζήτημα;

Από τον Οκτώβρη μέχρι τώρα έχουν μεταφερθεί πάνω από 40.000 άτομα από το Αφγανιστάν στην Ευρώπη και στον Καναδά, αν και αυτή η λίστα ουσιαστικά έχει κλείσει. Στη Γερμανία είχαμε ένα τεράστιο σκάνδαλο με το υπουργείο Εξωτερικών να αρνείται να αναλάβει τις υποχρεώσεις του απέναντι στους αφγανούς συνεργάτες του. Ούτε το 1/3 αυτών δεν κατόρθωσε να φτάσει στην Ευρώπη. Αυτό είναι ενδεικτικό για το καθεστώς που έχουμε να κάνουμε αυτή τη στιγμή: εντελώς επιλεκτική αντιμετώπιση των συνεργατών της ΕΕ και ανεύθυνη στάση απέναντί τους. Από την άλλη, στα πλαίσια του Ευρωπαϊκού Συμφώνου Μετανάστευσης, που θα πρέπει να το σκεφτόμαστε ως κάτι εν εξελίξει, υπήρχε ειδική πρόβλεψη για το Αφγανιστάν, βάσει της οποίας η προηγούμενη κυβέρνηση επρόκειτο να λάμβανε 1,5 δισ. ευρώ για τον επαναπατρισμό απορριφθέντων αφγανών αιτούντων άσυλο από την Ευρώπη. Αυτά τα χρήματα τώρα παρακρατήθηκαν, τριπλασιάστηκαν και στα πλαίσια του Συμφώνου αποφασίστηκε να χρηματοδοτήσουν το Ιράν και το Πακιστάν, όπου φιλοξενούνται 6 εκατ. και 5 εκατ. αφγανών πολιτών αντίστοιχα, στην προσπάθεια δημιουργίας «πρόληψης» τυχόν προσφυγικών ροών προς την Ευρώπη. Πράγματι, προς το παρόν οι αφίξεις αφγανών προσφύγων στην Ευρώπη είναι ελάχιστες, ούτε 15.000. Ακόμα και στην ιδιόμορφη περίπτωση της Λευκορωσίας, το ποσοστό των Αφγανών που προσπαθεί να περάσει στην Ευρώπη, δεν είναι ούτε 3%. Αν συνυπολογίσουμε ότι μια προσφυγική ροή από το Αφγανιστάν διαρκεί περίπου 3 χρόνια και τα σύνορα μεταξύ Τουρκίας – Ιράν κτλ θεωρούνται αδιάβλητα, δεν μπορούμε να μιλήσουμε για επανάληψη των γεγονότων του 2015. Αυτό είναι το φοβικό μύθευμα μιας καλά οργανωμένης βιομηχανίας του μεταναστευτικού πανικού. Ενδιαφέρον, βέβαια, είναι ποιος διαχειρίζεται αυτά τα δισεκατομμύρια για τον έλεγχο των προσφυγικών ροών. Είναι η Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία εντός του Συμφώνου Μετανάστευσης, που κυρίως τρέχει από την Γαλλία και την Ιταλία. Πρωταγωνιστικό ρόλο σ’ αυτή παίζει η Frontex στο Πακιστάν και ο Αξιωματικός Σύνδεσμος Μετανάστευσης στο Ιράν. Έχει, δηλαδή, έναν αστυνομικό χαρακτήρα.

 

Η κ. Μέρκελ σε ομιλία της για τον απολογισμό της θητείας της δήλωσε πως η Γερμανία δεν θα μπορούσε να ρυθμίσει μόνη της το προσφυγικό ζήτημα, αλλά μόνο ως μέλος της ΕΕ. Πώς γίνεται αντιληπτή, όμως, αυτή η ρύθμιση και τι σημαίνει για τις χώρες του Νότου; Πώς προχωράει το Ευρωπαϊκό Σύμφωνο Μετανάστευσης;

 Η κ. Μέρκελ έχει δίκιο όταν λέει πως η Γερμανία, και η κάθε χώρα, ούτε μπορεί, ούτε γίνεται να αναλάβει το κεντρικό βάρος της διαχείρισης των μεταναστευτικών και προσφυγικών ροών. Να σημειώσουμε πως από το 2015 το 80% των ροών με κατεύθυνση την Ευρώπη, φτάνουν στη Γερμανία. Η κ. Μέρκελ μαζί με την κ. Γιόχανσον, την επίτροπο Εσωτερικών Υποθέσεων, εκφράζουν τη λογική του Συμφώνου Μετανάστευσης, δηλαδή την εναρμόνιση των πολιτικών υποδοχής και τη μετάβαση σε μια μετα-Δουβλίνο εποχή, αντιλαμβανόμενες τον ασύμμετρο ρόλο των κρατών πρώτης υποδοχής. Αυτό πλέον δεν είναι απλά μια δική τους φιλοσοφία, αλλά είναι το matrix της ευρωπαϊκής πολιτικής ασύλου. Το πρόβλημα είναι ό,τι όποια αλλαγή προχωράει πολύ αργά και πάνω απ’ όλα στη λογική της αποσόβησης και όχι της υποδοχής των προσφυγικών πληθυσμών. Αυτό μπορεί να το διαπιστώσει κανείς εύκολα αν αναλύσει την επικοινωνία της Κομισιόν για την πρόοδο του Συμφώνου πριν λίγες μέρες. Μπορούμε να πούμε πως σε θεσμικό επίπεδο η διαδικασία έχει προχωρήσει ουσιαστικά, σε ό,τι αφορά, όμως, κυρίως τα ζητήματα επιστροφών, επαναπατρισμών, συνεργασίας των αστυνομικών θεσμών ελέγχου κτλ. Χωρίς, μάλιστα, να λαμβάνει υπόψιν την κριτική του Ευρωκοινοβουλίου για την Ελλάδα και τις υπόλοιπες 11 χώρες που συνυπέγραψαν το κείμενο για την επαναδιαπραγμάτευση του Συμφώνου, όπου ζητούσαν την κανονικοποίηση του παράνομου καθεστώτος των ομαδικών επαναπροωθήσεων.

 

Για το ζήτημα των επαναπροωθήσεων, η ελληνική κυβέρνηση έχει κληθεί προς απαντήσεις και από την Κομισιόν. Παρόλ’ αυτά ο αρμόδιος υπουργός, Ν. Μηταράκης, εμμένει πεισματικά στη θέση ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος ελέγχου. Πώς θα αντιμετωπιστεί αυτό το ζήτημα; Θα υπάρξουν κυρώσεις σε βάρος της Ελλάδας;

Ο κ. Μηταράκης θα πρέπει να γνωρίζει ότι το φαινόμενο Σαλβίνι δεν είναι ιταλικό, όλοι οι ευρωπαίοι υπουργοί Μετανάστευσης παρακολουθούν με μεγάλο ενδιαφέρον τη δίκη που υφίσταται ο πρώην υπουργός Μετανάστευσης κ. Σαλβίνι. Με αυτό θέλω να πω πως στην ΕΕ κρατικά εγκλήματα ενάντια στην ανθρωπότητα που έχουν είτε συστημικό χαρακτήρα, είτε ανοχής, δεν μπορούν και δεν θα γίνουν αντικείμενο αποδοχής της ευρωπαϊκής δικαστικής τάξης. Ο κ. Μηταράκης γνωρίζει πολύ καλά την κατάσταση στα ελληνοτουρκικά σύνορα και σύντομα θα περιέλθει σε μία συνθήκη που θα πρέπει να αντιμετωπίσει σοβαρά το ενδεχόμενο ποινικών επιπτώσεων σε βάρος της ελληνικής κυβέρνησης. Το Ευρωκοινοβούλιο με πρωτοβουλία των Σοσιαλδημοκρατών και στήριξη της Αριστεράς και των Πρασίνων, ουσιαστικά εκκίνησε ζήτημα παραβίασης του ευρωπαϊκού κώδικα συνεργασίας για την Ελλάδα, την Ουγγαρία και την Πολωνία. Αυτό σημαίνει, στην χειρότερη των περιπτώσεων, όπως ισχύει ήδη για την Πολωνία, ένα εκατομμύριο ευρώ πρόστιμο την ημέρα και σε βάθος χρόνου αύξηση των ελέγχων της Κομισιόν σε βάρος του ελληνικού κοινοβουλίου και υπουργείων. Δεν πρέπει, βέβαια, να ξεχνάμε και την ποινική διάσταση που έχουν αυτά τα ζητήματα για όσους-ες χαρακτηριστούν ως υπεύθυνοι παραβίασης του κώδικα ασύλου στην ΕΕ, που απαγορεύει ρητά και τις επαναπροωθήσεις και την ανοχή αυτών. Στον βαθμό που αναγνωριστεί ότι κομμάτια παρακρατικών οργανώσεων, όπως έγινε στην Βουλγαρία και την Βοσνία, συμμετέχουν στις παράνομες επαναπροωθήσεις, θα υπάρξουν και ποινικές ρυθμίσεις για τα αντίστοιχα υπουργεία και σώματα ασφαλείας, που ανέχονται τέτοιες πρακτικές. Υπάρχουν πολλά όπλα στη νομική φαρέτρα για αυτά τα ζητήματα, που πρέπει να σημειωθεί ότι δεν παραγράφονται.

 

Παρά, βέβαια, την αυστηρή τοποθέτηση των ευρωπαίων αξιωματούχων προς τις παράνομες πρακτικές των επαναπροωθήσεων, δεν σημαίνει ότι δεν παρατηρείται και σε αυτούς έλλειψη ανθρωπισμού στο προσφυγικό, επικροτώντας για παράδειγμα την κοινή δήλωση ΕΕ–Τουρκίας, παρά τις επιπτώσεις της, ή τη δημιουργία φράχτη στα σύνορα Πολωνίας–Λευκορωσίας κτλ.

Όσον αφορά την κοινή δήλωση EE – Τουρκίας είναι αναμενόμενο να την υπερασπίζονται, καθώς ήταν αυτή που δημιούργησε τη στιγμή της κρίσης μια προοπτική αντιμετώπισης της κατάρρευσης των ευρωπαϊκών συστημάτων ασύλου και συνοριακών ελέγχων. Σε αυτό το πλαίσιο, παρά τα προβλήματά της, συνέβαλε ουσιαστικά στη δημιουργία ενός μετα-κρισιακού καθεστώτος, δια μέσω του οποίου πάνω από 5,5 εκατ. πρόσφυγες βρίσκονται νόμιμα εντός της Τουρκίας, της Ιορδανίας και του Λιβάνου. Όσον αφορά τώρα την Πολωνία, αυτό που κάνει η κυβέρνηση είναι παράνομο. Έχει εξουσιοδοτήσει ουσιαστικά τους συνοριοφύλακές της να αναλαμβάνουν και να αποφασίζουν οι ίδιοι για το αν θα δέχονται να κάνουν αιτήσεις ασύλου οι υποψήφιοι. Αυτό είναι απλά παράνομο, δεν μπορεί να γίνει. Και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι βρίσκεται υπόλογη για σειρά επαναπροωθήσεων, η Πολωνία είναι στο επίκεντρο του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και σίγουρα δεν είναι παράδειγμα προς μίμηση.

 

Παράλληλα, η Πολωνία κατηγορεί τη Λευκορωσία για εργαλειοποίηση του προσφυγικού, όπως αντίστοιχα η Ελλάδα την Τουρκία, κάτι που φαίνεται να γίνεται δεκτό από ευρωπαίους αξιωματούχους ως επιχείρημα. Αυτή η δυνατότητα, όμως, δεν δίνεται από την ίδια την Ευρώπη όσο δεν έχει νόμιμες διόδους για τους πρόσφυγες και βασίζεται σε τρίτες χώρες για τη «συγκράτησή» τους εκτός των εδαφών της;

Η εργαλειοποίηση του προσφυγικού έχει μια θλιβερή προϊστορία, θυμόμαστε τις απειλές του Καντάφι ή το συνοριακό spectaculum του Ερντογάν πριν από ενάμιση χρόνο. Ο Λουκασένκο ανακοίνωσε ήδη από τον προηγούμενο Μάιο ότι δεν θα έλεγχε πλέον τους πρόσφυγες στο πέρασμά τους για την ΕΕ. Κάτι που ίσχυε πριν από λίγα χρόνια και για την καθ’ ημάς Σερβία. Γνωρίζουμε πλέον ότι αυτού του είδους οι κρατικά ενορχηστρωμένες κινητοποιήσεις των προσφυγικών ροών δεν λειτουργούν πέραν της συγκυρίας. Από εκεί και πέρα, νόμιμες οδοί για την Ευρώπη είναι τα προγράμματα μετεγκατάστασης, μέσω των οποίων έρχονται περίπου 150.000 τον χρόνο στην Ευρώπη. Το πρόβλημα είναι ότι αυτά είναι πολύ ανεπαρκή μπροστά στις προσφυγικές ροές που υπάρχουν. Αντί, όμως, να επενδύουμε στη διεύρυνση αυτών των προγραμμάτων, επενδύουμε και χρηματοδοτούμε την αστυνόμευση των ροών και την υπονόμευση του de facto νόμιμου χαρακτήρα του προσφυγικού καθεστώτος. Η προσφυγιά, μέχρι της αποδείξεως του αντιθέτου, είναι δικαίωμα. Δυστυχώς, όμως, οι θεσμοί της Frontex και της Europol προσανατολίζονται περισσότερο στην αστυνόμευση και στον αποκλεισμό, παρά στην υποχρέωσή τους να διαχειρίζονται και τον δικαιωματικό χαρακτήρα της προσφυγιάς, ενώ συνεργάζονται και με κράτη, όπως η Λιβύη, με σωρεία παράνομων πρακτικών, όπως επαναπροωθήσεις, απάνθρωπα στρατόπεδα συγκέντρωσης κτλ.

 

 

Ο Βασίλης Τσιάνος είναι καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Κιέλου

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet