Την 31η Οκτώβρη η Ιαπωνία είχε εκλογές στην Κάτω Βουλή. Αυτές οι εκλογές ήταν σημαντικές για τη μελλοντική κατεύθυνση του συντηρητικού κινήματος της χώρας που βρίσκεται στην κυβέρνηση και της αντιπολίτευσής του. Από το 1955, έτος ίδρυσής του, το LDP (Φιλελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα) είναι η ηγετική πολιτική δύναμη, καθώς από τότε βρέθηκε εκτός κυβέρνησης μόνο δύο φορές. Αυτή η ηγεμονία έχει το αποτέλεσμα πολλοί ψηφοφόροι να μην ψηφίζουν με κριτήριο τις προτάσεις και το πρόγραμμα, αλλά με βάση τις εντυπώσεις τους σχετικά με τη διακυβέρνηση. Εκείνοι που σκέφτονταν να ψηφίσουν διαφορετικό κόμμα, όταν η ηγεσία έδειχνε αδύναμη, επιστρέφουν όταν αλλάζει ο αρχηγός. Αυτός είναι ένας λόγος για τον οποίο συχνά οι νέοι πρωθυπουργοί προκηρύσσουν εκλογές μόλις αναλάβουν καθήκοντα, δηλαδή τη στιγμή κατά την οποία η δημοτικότητά τους είναι υψηλή και υπάρχει αισιοδοξία για το έργο τους.

Σε μια χώρα όπου οι πρωθυπουργοί εναλλάσσονται με ταχύτατους ρυθμούς, ο Άμπε κατάφερε να παραμείνει στη θέση του για 7 χρόνια, παρόλα τα σκάνδαλα και τις αποτυχίες της κυβέρνησής του. Μολονότι δεν υλοποίησε όλα τα σχέδιά του, προσπάθησε να αλλάξει τη νομοθεσία, έτσι ώστε να ισχυροποιηθεί περαιτέρω το κόμμα του και το αξίωμα του πρωθυπουργού. Η κυβέρνησή του έδωσε μεγάλη σημασία στην εικόνα της χώρας στο εξωτερικό, στον τουρισμό και στη φροντίδα των παιδιών. Σε ένα ευρωπαϊκό ακροατήριο αυτά ίσως να φαίνονται αυτονόητα, αλλά στην Ιαπωνία, σε μια χώρα που μεταπολεμικά χαρακτηρίζεται από αδύναμη εκτελεστική εξουσία, απέφεραν μεγάλη δημοτικότητα.

Τον Αύγουστο του 2020 ο Άμπε παραιτήθηκε με αιτιολογία λόγους υγείας (είχε παραιτηθεί και το 2007 για παρόμοιο λόγο). Διάδοχός του ήταν ο γενικός γραμματέας του κόμματος, Γιοσιχίντε Σούγκα, στενός συνεργάτης του Άμπε. Η διακυβέρνηση του Σούγκα ήταν εντελώς αποτυχημένη. Η πανδημία και οι οικονομικές της επιπτώσεις συνδυάστηκαν με σκάνδαλα σεξιστικών δηλώσεων υπουργών, ατυχείς διορισμούς και αποτυχημένες πολιτικές καμπάνιες. Η θέση του ως ηγέτη του κόμματος ήταν τόσο αδύναμη, ώστε στις μητροπολιτικές εκλογές του Τόκιο του ζητήθηκε να μη συμμετέχει στις εκδηλώσεις του κόμματος. Στις εσωκομματικές εκλογές στις αρχές Οκτώβρη, ο Σούγκα αποφάσισε να μη θέσει υποψηφιότητα για την ηγεσία και κατ’ αυτόν τον τρόπο τελείωσε και η πρωθυπουργική του θητεία. Σε αυτές τις εκλογές η νίκη ανήκε στον υποψήφιο της «κεντρώας» πτέρυγας (όσο μπορεί να είναι κεντρώος κάποιος σε ένα ακροδεξιό κόμμα σαν το LDP), Φούμιο Κισίντα, που έγινε και ο επόμενος πρωθυπουργός της Ιαπωνίας και ο οποίος χαίρει πολύ μικρής εμπιστοσύνης από την κοινή γνώμη, όπως συνηθίζεται στη χώρα του.

Μετά από πολύ καιρό οι δημοσκοπήσεις έδειχναν την αντιπολίτευση κάπως πιο βιώσιμη, αλλά αποδείχτηκαν λανθασμένες. Το 2008 είχε νικήσει τις εκλογές το κεντρώο Δημοκρατικό Κόμμα, ένα γεγονός που μέχρι τότε αποτελούσε το άπιαστο όνειρο πολλών ψηφοφόρων. Στα 4 χρόνια διακυβέρνησης, όμως, δεν υλοποίησε πολλές από τις υποσχέσεις του, υπήρξαν αθρόες αποχωρήσεις και μεγάλη έλλειψη οργάνωσης. Η καταστροφή της Φουκουσίμα ήταν η χαριστική βολή για το Δημοκρατικό Κόμμα και το οδήγησε στη διάλυση. Το διαδέχτηκε το Συνταγματικό Κόμμα, που ιδρύθηκε το 2017. Το νέο αυτό κόμμα προχώρησε σε συμμαχίες με πιο αριστερά κόμματα και προσπάθησε να δείξει μια πιο αριστερή φυσιογνωμία.

Το παλαιότερο πολιτικό κόμμα της χώρας είναι το Κομμουνιστικό Κόμμα που ιδρύθηκε το 1922. Ήταν η μοναδική προπολεμική οργάνωση αντίθετη με τις κυρίαρχες μιλιταριστικές απόψεις. Για το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας του δεν θεωρούνταν κόμμα που θα μπορούσε να κυβερνήσει, ούτε να έχει συμμετοχή σε μεγάλους συνασπισμούς. Πρόσφατα το Κομμουνιστικό Κόμμα αναζητά περισσότερες συνεργασίες και εργάζεται για τη βελτίωση της εικόνας του, γιατί μεγάλο μέρος της ιαπωνικής κοινωνίας επηρεάζεται από την κυρίαρχη προπαγάνδα που παρουσιάζει τους κομμουνιστές σαν βίαιους και απειλητικούς για τη συνοχή της χώρας. Το κόμμα έχει μεγάλη επιρροή στα συνδικάτα και είναι σημαντικός ο ρόλος του στον συντονισμό των εργατικών αγώνων και διεκδικήσεων.

Το συντηρητικό κόμμα της Ιαπωνίας (LDP) ήταν, όπως αναμενόταν, ο νικητής των εκλογών, καταλαμβάνοντας 261 έδρες από τις 465 της Κάτω Βουλής, λίγο κάτω από τις 276 έδρες που είχε προεκλογικά. Μαζί με το κόμμα–σύμμαχό του, το επίσης συντηρητικό βουδιστικό Komeito, έχει 293 έδρες, περισσότερες από τις 261 που απαιτούνται για την απόλυτη πλειοψηφία.

Το μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης, το Συνταγματικό Κόμμα (CDP), έχασε περισσότερες από 13 έδρες, έχοντας πλέον μόνο 96 έδρες, ενώ το Κομμουνιστικό Κόμμα έχασε 2 έδρες, έχοντας πλέον 10. Μεγάλος κερδισμένος των εκλογών ήταν το δεξιό νεοφιλελεύθερο κόμμα της Καινοτομίας, που τετραπλασίασε την παρουσία του στη Βουλή με βάση την πόλη της Οσάκα όπου ο αρχηγός του κόμματος είναι και δήμαρχος.

Οι εκλογές στην Ιαπωνία δεν επιφυλάσσουν μεγάλες εκπλήξεις, αλλά τον τελευταίο καιρό αυξάνονται οι πολιτικές συζητήσεις, ενώ το ενθαρρυντικό σημείο είναι ότι, παρά τη νίκη των δεξιών δυνάμεων για άλλη μια φορά, το Κομμουνιστικό Κόμμα διατήρησε ουσιαστικά τις δυνάμεις του και αυτό θα βοηθήσει την ενίσχυση των συνδικάτων και των πολιτών που επιθυμούν μια πραγματική αλλαγή απέναντι στο συντηρητικό status quo.

Γιάννης Ραντίν Περισσότερα Άρθρα
Πρόσφατα άρθρα ( Διεθνή )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet