Δημοσιεύουμε άρθρο του γάλλου μαρξιστή οικονομολόγου Σεντρίκ Ντιράν, επίκουρου καθηγητή στο πανεπιστήμιο Paris 13, το οποίο εμφανίστηκε για πρώτη φορά στις 28 Ιουλίου 2021 στο Sidecar1, το μπλογκ του βρετανικού περιοδικού New Left Review. Ο συγγραφέας εμφανίζεται αισιόδοξος για την μείωση της επιρροής της νεοφιλελεύθερης σκέψης στην κοινότητα των οικονομολόγων και γενικότερα, αναφέροντας ως παράδειγμα και την πρόσφατη αποκήρυξη από το γνωστό συντηρητικό περιοδικό Economist των νεοκλασσικών μοντέλων ισορροπίας και των νεοφιλελεύθερων αναλύσεων του Φρίντμαν. Ο Ντιράν χαιρετίζει κάποιες πρόσφατες θεωρητικές συνεισφορές που προσπαθούν να ερμηνεύσουν την κατά την άποψή του συστημική μετατόπιση που φαίνεται να πραγματοποιείται στη σημερινή συγκυρία από τις δυνάμεις της αλλαγής, τοποθετώντας την στο πλαίσιο της μακροχρόνιας εξέλιξης του καπιταλισμού. Θεωρεί ότι αυτές οι συνεισφορές-κατά βάση μαρξιστικές και μετακεϋνσιανές-αποτελούν συνέχεια του έργου των Σουμπέτερ και Κοντράτιεφ, και κυρίως του Ερνέστ Μαντέλ, για τα μακρά κύματα κεφαλαιακής συσσώρευσης και ανάπτυξης, του Πολάνυι που επεσήμαινε τον κρίσιμο ρόλο των θεσμικών αλλαγών στην αλλαγή του καπιταλιστικού μοντέλου, αλλά και της γαλλικής σχολής της ρύθμισης. Δεν είναι ένα εύκολο άρθρο, αλλά κατά την γνώμη μου αξίζει τον κόπο να διαβαστεί προσεκτικά, όχι μόνο από οικονομολόγους. Να σημειώσουμε εδώ ότι οι μεσότιτλοι έχουν μπει από τον μεταφραστή.

 

Χ.Γο.

 

Η έκταση της ρήξης με το νεοφιλελευθερισμό, που ξεκίνησε η διοίκηση Μπάιντεν, θα εξαρτηθεί τόσο από τον τρόπο που θα ασκήσει την πολιτική της η Ουάσινγκτον, όσο και από τις επιπτώσεις που θα έχουν οι κινητοποιήσεις από τα κάτω. Όμως, στο παρασκήνιο, κάποιες απρόσωπες δυνάμεις θα συνεχίσουν να επηρεάζουν τη μεταμόρφωση του καπιταλισμού η οποία περνάει μέσα από διαδοχικά στάδια. Το νήμα της τρέχουσας συγκυρίας υφαίνεται από αυτούς τους δομικούς περιορισμούς και από αυτές τις ευκαιρίες. Τι μπορεί να μας πει γι’ αυτά η σύγχρονη πολιτική οικονομία; Μακριά από τη σφαίρα της κυρίαρχης νεοφιλελεύθερης σκέψης, μια σειρά από πρόσφατες θεωρητικές συνεισφορές προσπαθούν να διαγνώσουν τη φύση της τρέχουσας συγκυρίας τοποθετώντας την στο πλαίσιο των μακροχρόνιων ρυθμών της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Ρίχνουν νέο φως στις αναλύσεις μας, προσφέροντας μας κατά κάποιον τρόπο το μαγικό κλειδί για να κατανοήσουμε τη συστημική μετατόπιση που εκπροσωπεί η οικονομική πολιτική του Μπάιντεν.

Αυτές οι δυνάμεις της αλλαγής αγνοούνται μονίμως από τους νεοφιλελεύθερους οικονομολόγους. Οι ανταλλαγές στην αγορά θεωρούνται ως μια σφαίρα δραστηριότητας που εξαρτάται αποκλειστικά από την ίδια∙ δεν πρέπει να υπάρχει κάποια συνειδητή συλλογική παρέμβαση η οποία θα δημιουργήσει προβλήματα στο αόρατο χέρι ή στην αυθόρμητη τάξη πραγμάτων. Όμως, γίνεται όλο και περισσότερο φανερό ότι αυτή η πίστη στην αυτορυθμιζόμενη προσαρμογή της αγοράς δεν μπορεί να προσφέρει μια γενική θεωρία κάποιας γρήγορης κοινωνικοοικονομικής αλλαγής, ούτε μια συγκεκριμένη ερμηνεία της παρούσας πολιτικής αναταραχής. Αναγνωρίζοντας αυτόν τον περιορισμό, το περιοδικό The Economist απέρριψε πρόσφατα τα νεοκλασσικά μοντέλα ισορροπίας και τον ινστρουμενταλισμό του Φρίντμαν2, τοποθετούμενο υπέρ των εξελικτικών οικονομικών (evolutionary ecomomics), που «προσπαθούν να εξηγήσουν τα φαινόμενα του πραγματικού κόσμου ως το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας διαρκούς αλλαγής». «Το παρελθόν μάς δίνει πληροφορίες για να κατανοήσουμε το παρόν», διακήρυξε ο Economist. «Οι οικονομικές επιλογές πραγματοποιούνται μέσα σε ιστορικά, πολιτιστικά και θεσμικά πλαίσια και παίρνουν πληροφορίες από τα αντίστοιχα του παρελθόντος».

Αυτή η παρέμβαση σηματοδοτεί την εξασθένηση της επιρροής των νεοκλασικών οικονομικών στο σύνολο της κοινότητας των οικονομολόγων. Όμως παρ’ όλα αυτά, το εξελικτικό σχήμα διατηρεί μια βαθιά προσήλωση στην αστική ιδεολογία, βασιζόμενο στο αξίωμα Natura non facit saltum [«Η φύση δεν κάνει άλματα»]. Γι’ αυτήν τη σχολή σκέψης, η εξέλιξη είναι πάντοτε οριακή.

Μπορεί να υπάρξουν κάποιες εξαιρέσεις σ’ αυτόν τον κανόνα, που οφείλονται σε συγκεκριμένες καταστάσεις, όπως όταν οι νεοφιλελεύθεροι υιοθέτησαν τη θεραπεία του σοκ για να εξαφανίσουν τα υπολείμματα της «αφύσικης» σοσιαλιστικής τάξης πραγμάτων στην Ανατολική Ευρώπη, ή για να ξεκινήσουν μια επανάσταση εναντίον του γαλλικού κοινωνικού μοντέλου με το στυλ του Εμμανουέλ Μακρόν. Αυτός ο ευκαιριακός βολονταρισμός έχει τις ρίζες του στην προκατειλημμένη άποψη των διιστορικών αρετών της αγοράς∙ δεν βασίζεται ούτε σε μια θεωρία που αναγνωρίζει ότι υπάρχουν περίοδοι στην καπιταλιστική ιστορία, ούτε σε κάποια εξήγηση των σημείων καμπής της, παρά μόνο σε ad-hoc επιχειρήματα.

Πριν από τέσσερεις δεκαετίες, ο Τζον Έλιοτ έγραφε στο περιοδικό Quarterly Journal of Economics ότι παρά τις αντίθετες ιδεολογικές τους δεσμεύσεις, ο Μαρξ και ο Σουμπέτερ συμφωνούσαν για τα βασικά χαρακτηριστικά της εξελικτικής δυναμικής του καπιταλισμού: «Αυτή προέρχεται μέσα από το ίδιο το οικονομικό σύστημα και δεν είναι απλώς μια προσαρμογή σε εξωγενείς αλλαγές. Συμβαίνει μάλλον με ασυνέχειες, όχι με έναν ομαλό τρόπο. Φέρνει ποιοτικές αλλαγές ή «επαναστάσεις», που εκτοπίζουν εκ βάθρων παλιές ισορροπίες και δημιουργούν ριζικα νέες συνθήκες.» Στο μνημειώδες έργο του Le Capitalism et ses rythmes (2017), o Πιερ Ντοκές περιγράφει αυτήν την προσέγγιση που στηρίζεται στη θεωρία του μεταλλαξισμού (mutationism)3 ως εξής: «η μετάλλαξη δεν επηρεάζει μια πλευρά ή ένα χαρακτηριστικό της παραγωγικής τάξης πραγμάτων, αλλά το ίδιο το σύστημα: πρόκειται για μια αλλαγή κατάστασης. Από ένα σημείο και μετά, πραγματοποιείται μια διήθηση: η ποσοτική αλλαγή των στοιχείων αποκρυσταλλώνεται σε μια ποιοτική αλλαγή της κατάστασης του συστήματος.

Ωστόσο, το ερώτημα παραμένει: Τι προκαλεί αυτήν την διήθηση, και πώς ακριβώς αποκρυσταλλώνεται; Για την ακρίβεια, ποιες μακροχρόνιες τάσεις οδηγούν στη σημερινή μετάλλαξη πέραν του νεοφιλελευθερισμού;

 

Καινοτομία, εξωγενή «συστημικά σοκ» και ο ρόλος της πολιτικής

 

Για να διευκρινίσουμε αυτά τα θέματα πρέπει πρώτα να στραφούμε στην πλούσια πνευματική παράδοση που προέρχεται από τον Σουμπέτερ και τον Νικολάι Κοντράτιεφ, η οποία συνδέει την τεχνολογική αλλαγή με υπερδεκαετή κύματα κεφαλαιακής συσσώρευσης. Σύμφωνα με αυτήν την παράδοση, κατά τη διάρκεια της επεκτατικής φάσης αναπτύσσονται συστάδες καινοτομίας μέχρι το σημείο που εξαντλούνται οι περισσότερο κερδοφόρες δυνατότητες. Ακολουθεί μια υφεσιακή φάση που ενθαρρύνει την εντατική αναζήτηση νέων επιχειρηματικών ευκαιριών, σπέρνοντας τους σπόρους μιας νέας δυνητικής επεκτατικής φάσης. Αυτές οι μετατοπίσεις είναι μάλλον μακρά κύματα παρά κύκλοι. Ενώ οι υφέσεις είναι μία αναπόφευκτη κατάληξη της καπιταλιστικής ανάπτυξης, δεν είναι σε καμιά περίπτωση σίγουρο ότι θα υπάρξει μία νέα φάση οικονομικής ανόδου.

Σύμφωνα με το έργο του Ερνέστ Μαντέλ Long Waves of Capitalist Development [Μακρά κύματα της καπιταλιστικής ανάπτυξης] (1980), «δεν είναι η ίδια η τεχνολογική καινοτομία που πυροδοτεί μια νέα μακροχρόνια επέκταση. Μόνο αφού έχει αρχίσει η συγκεκριμένη επέκταση μπορούν να συμβούν τεχνολογικές καινοτομίες σε μαζική κλίμακα». Για να συμβεί αυτό απαιτείται «τόσο μια απότομη αύξηση του ποσοστού κέρδους όσο και μια τεράστια διεύρυνση της αγοράς». Επειδή «ο καπιταλιστικός τρόπος εξασφάλισης της πρώτης συνθήκης έρχεται σε σύγκρουση με τον καπιταλιστικό τρόπο διασφάλισης της δεύτερης», ο Μαντέλ υποστηρίζει ότι «οι αλλαγές στο κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο λειτουργεί ο καπιταλισμός» είναι αναγκαίες. Εν κατακλείδι, ενώ οι καθοδικές φάσεις του κύκλου είναι ενδογενείς, οι ανοδικές απαιτούν εξωγενή «συστημικά σοκ» -πολέμους, αντεπαναστάσεις, ήττες της εργατικής τάξης, ανακάλυψη νέων πόρων- προκειμένου να μπορέσει να ξαναρχίσει η συσσώρευση κεφαλαίου.

Πριν από το θάνατό του το 1995, ο Μαντέλ θεώρησε ότι «οι προϋποθέσεις για την οικονομική ανάκαμψη ήταν η πλήρης ένταξη της πρώην ΕΣΣΔ και της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας στην παγκόσμια καπιταλιστική αγορά», μαζί με μια «μεγάλη ήττα της εργατικής τάξης». Αυτή η ανάλυση εν μέρει επιβεβαιώθηκε: η επέκταση των παγκόσμιων αλυσίδων αξίας και η αύξηση του ποσοστού εκμετάλλευσης που οφείλεται στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, καθώς και η διαθεσιμότητα ενός τεράστιου εφεδρικού εργατικού δυναμικού, ήταν δύο καθοριστικές αλλαγές που ώθησαν την παγκόσμια οικονομία σε άνοδο από τα μέσα της δεκαετίας του '90 μέχρι το κραχ του 2008. Όμως, λόγω της τεράστιας αύξησης της παραγωγικής ικανότητας και της αναιμικής ζήτησης, η βασιζόμενη στην ψηφιακή οικονομία επεκτατική φάση δεν μπόρεσε να υλοποιηθεί πλήρως.

Η θεωρία του Μαντέλ σπανίως αναφέρεται στις μέρες μας, αλλά παρ’ όλα αυτά μπορούμε να βρούμε κάποιες από τις ιδέες του στο έργο της Καρλότα Πέρεζ και της Μαριάνα Ματσουκάτο. Σε ένα επιστημονικό άρθρο που έγραψαν από κοινού το 2024, με τίτλο “Innovation as Growth Policy: the challenge for Europe” [Η καινοτομία ως πολιτική για την οικονομική μεγέθυνση: η πρόκληση για την Ευρώπη], προσπάθησαν να περιγράψουν τις αναγκαίες συνθήκες για την οικονομική άνοδο. «Από μόνες τους οι αγορές δεν μπορούν να μας ξαναφέρουν την ευημερία», έγραφαν. «Οι επενδύσεις εξαρτώνται από την καινοτομία∙ συγκεκριμένα, από την διορατικότητα της ανακάλυψης νέων τεχνολογικών ευκαιριών. Οι ιδιωτικές επενδύσεις αρχίζουν να πραγματοποιούνται μόνο όταν αυτές οι ευκαιρίες είναι σαφείς∙ οι δημόσιες επενδύσεις πρέπει να έχουν στόχο τη δημιουργία αυτών των ευκαιριών σε όλα τα πεδία της πολιτικής, επηρεάζοντας μ’ αυτόν τον τρόπο τη συνολική οικονομία». Οι Πέρεζ και Ματσουκάτο προσπάθησαν να κινηθούν πέρα από τη θέση του Μαντέλ ότι αυτό μπορεί να συμβεί μόνο με «συστημικά σοκ», μεταθέτοντας στο κράτος την ευθύνη για τους εξωοικονομικούς παράγοντες που είναι αναγκαίοι προκειμένου να ξεκινήσει μια τέτοια οικονομική επέκταση. Η επιθυμητή καινοτομία θα μπορέσει να γίνει κερδοφόρα με την εφαρμογή μιας βιομηχανικής πολιτικής- που θα συνδυάζεται με τη χρηματοπιστωτική ρύθμιση, τη διαχείριση της ζήτησης, την εκπαίδευση κ.λπ., ενώ οι κατάλληλες φορολογικές, δημοσιονομικές και νομισματικές πολιτικές θα παράσχουν σ’ αυτό το ενεργό κράτος τους αναγκαίους πόρους.

Συνεπώς, οι δυνάμεις της αλλαγής μπορούν να βρίσκονται εκτός της οικονομικής σφαίρας. Για τις Πέρεζ και Ματσουκάτο, τα «τρέχοντα προβλήματα είναι δομικά» (δηλαδή, ενδογενή), και χρονολογούνται δεκαετίες πριν από την κρίση του 2008. Αλλά το σημαντικότερο είναι ότι θεωρούν πως οι συνθήκες που είναι αναγκαίες για την υπέρβαση αυτών των προβλημάτων είναι η αυτόνομη χάραξης πολιτικής. Η πολιτική μπορεί να αλλάξει τις δομικές συνθήκες. Αυτό είναι το αναπόφευκτο μάθημα του γεγονότος ότι η Κίνα υπό την καθοδήγηση του Κομμουνιστικού Κόμματος είναι πια στο ίδιο επίπεδο με τις αναπτυγμένες χώρες, μια διαπίστωση που αποτελεί την βασική αιτία επαναφοράς της γοητείας του κρατικού καπιταλισμού.

 

Θεσμικές παρεμβάσεις και ταξική πάλη

 

Αν δεχτούμε αυτό το επιχείρημα, είναι δελεαστικό να κάνουμε ακόμα ένα βήμα, διερευνώντας τους παράγοντες που θα μπορούσαν να προωθήσουν μια θεσμική αλλαγή και να αναδιαμορφώσουν τις συνθήκες για την συσσώρευση κεφαλαίου. Εδώ, αυτό που μας έρχεται αυτόματα στο νου είναι η «διπλή κίνηση»4 του Κάρλ Πολάνυι. Στο έργο του The Great Transformation [ο Μεγάλος Μετασχηματισμός] (1944), γράφει ότι «ενώ η οικονομία του laissez-faire ήταν το προϊόν μιας εσκεμμένης κρατικής επιλογής, οι μετέπειτα περιορισμοί του laissez-faire άρχισαν με έναν αυθόρμητο τρόπο». Στην περίπτωση που το πολιτικό σχέδιο είναι η φιλελευθεροποίηση, οι καταστροφικές επιπτώσεις των δυνάμεων της αγοράς «σταματούν αυτόματα από την ρεαλιστική αυτοπροστασία της κοινωνίας». Ενώ η εστίαση του Πολάνυι ήταν στη θεσμική αλλαγή και όχι στα κύμματα συσσώρευσης, η ανάλυσή του συνδέει αυτά τα δύο φαινόμενα με ένα σαφή τρόπο.

Μια πρόσφατη συνεισφορά που προέρχεται από τη μετα-κεϋνσιανή σχολή αρχίζει από εκεί που σταμάτησε ο Πολάνυι, προτείνοντας μια εκλεπτυσμένη ενδογενοποίηση της θεσμικά καθοδηγούμενης ταξικής σύγκρουσης κατά τη διάρκεια των μακροχρόνιων οικονομικών διακυμάνσεων. Στο μοντέλο του Μιχάλη Νικηφόρου5, «Η αύξηση του μεριδίου των κερδών συνδέεται με την κυριαρχία της αυτο-ρυθμιζόμενης αγοράς και οδηγεί αναπόφευκτα σε κρίση. Η κοινωνία θα κινητοποιηθεί για να προστατευτεί και θα υπάρξει μια αντίθετη κίνηση, η οποία…εμφανίζεται ως αύξηση του μεριδίου των μισθών». Κατά τον Νικηφόρο, «αυτή η αντίθετη κίνηση μπορεί επίσης να οδηγήσει αργότερα σε μια κρίση που θα κάνει πιο ελκυστική την αυτορυθμιζόμενη αγορά, και θα οδηγήσει σε αλλαγή της κατανομής του εθνικού εισοδήματος με αύξηση του μεριδίου του κέρδους». Υποστηρίζει ότι η αστάθεια της εισοδηματικής κατανομής οφείλεται στη δυναμική της ταξικής πάλης: όση μεγαλύτερη δύναμη έχει μια τάξη, τόσο περισσότερες δυνατότητες έχει να αποσπάσει ένα μεγαλύτερο μερίδιο του εισοδήματος της κοινωνίας. Αλλά, με τη σειρά της, η δύναμη κάθε τάξης εξαρτάται από τις «δυνητικές επιπτώσεις της στις μακροοικονομικές επιδόσεις της οικονομίας». Όταν το υπερβολικό κέρδος αρχίζει να καταστρέφει γενικώς την οικονομία, εντείνεται η κοινωνική πίεση για μια διευθέτηση περισσότερο ευνοϊκή για τους μισθούς. Και αντιστρόφως.

Αυτό το πλαίσιο επιτρέπει μια ξεκάθαρη ερμηνεία της τρέχουσας συγκυρίας: «Η πρόσφατη κρίση και η τρέχουσα στασιμότητα είναι το αποτέλεσμα των νεοφιλελεύθερων θεσμικών ρυθμίσεων που προέκυψαν ως απάντηση στην συμπίεση των κερδών και στην κρίση της δεκαετίας του 1970…Η απότομη άνοδος πολιτικών δυνάμεων που είναι υπέρ της ισότητας, οι οποίες μέχρι πρόσφατα ήταν στο περιθώριο του πολιτικού συστήματος, ή η δημοφιλία του βιβλίου του Πικετί, είναι εκδηλώσεις της αντίδρασης της κοινωνίας στις θεσμικές ρυθμίσεις που είναι υπεύθυνες για την κρίση και την στασιμότητα». Η μονοδιάστατη εστίαση στην κατανομή του εισοδήματος είναι βέβαια ένας περιορισμός του μοντέλου του Νικηφόρου, αλλά το πλεονέκτημά του είναι ότι προσφέρει έναν επεξηγηματικό μηχανισμό που αφορά και της δύο φάσεις της οικονομικής διακύμανσης.

Οι οικονομολόγοι, που είναι επηρεασμένοι από τη λεγόμενη Σχολή της Ρύθμισης, έχουν επίσης προσπαθήσει να εξηγήσουν την επανάληψη των «δομικών κρίσεων» που απαιτούν μια μείζονα θεσμική αναδιάρθρωση και δημιουργούν μια νέα ισορροπία των ταξικών δυνάμεων. Στο βιβλίο του The Rise and the Fall of Neoliberal Capitalism [H άνοδος και η πτώση του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού], που δημοσιεύτηκε το 2015, ο Ντέιβιντ Κοτς πρόβλεψε την μετακίνηση προς μια πιο ρυθμισμένη μορφή καπιταλισμού, που οριοθετείται από ένα ισχυρότερο κράτος το οποίο επηρέαζει και περιορίζει την αγορά. Παρατηρεί ότι «η τρέχουσα κρίση δεν είναι η πρώτη, αλλά η τρίτη κρίση της φιλελεύθερης μορφής του καπιταλισμού στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μετά από κάθε μία από τις προηγούμενες κρίσεις ακολούθησε μια μορφή ρυθμιζόμενου καπιταλισμού. Οι μεγάλες επιχειρήσεις έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη στροφή προς τον ρυθμιζόμενο καπιταλισμό, τόσο το 1900 όσο και στα τέλη της δεκαετίας του 1940, με τα μεγάλα κοινωνικά κινήματα να δημιουργούν ένα πλαίσιο που οδήγησε τους ηγέτες των μεγάλων επιχειρήσεων να υποστηρίξουν ή να αποδεχτούν ένα διευρυμένο ρόλο του κράτους ».

Ένα από τα ισχυρά σημεία της Σχολής της Ρύθμισης, απότοκο της αλτουσεριανής της κληρονομιάς, είναι ότι η θεωρία της για τη διαδοχή των συστημάτων συσσώρευσης δεν περιορίζεται στη διχοτομία ρύθμιση/φιλελευθερισμός. Κάθε τρόπος ρύθμισης οργανώνεται υπό τον περιορισμό μιας συγκεκριμένης θεσμικής μορφής που επηρεάζει τις άλλες συνιστώσες του συστήματος. Αυτό επιτρέπει μια σοβαρή μελέτη της ποιοτικής εξέλιξης του καπιταλισμού μέσω των διαδοχικών σταδίων του. Στο πλαίσιο αυτό, ο ανταγωνισμός, η σχέση κεφαλαίου-εργασίας, και το χρηματιστικό κεφάλαιο έχουν διαδραματίσει σημαντικό ρόλο σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους.

Προβλέποντας τις μελλοντικές εξελίξεις, ο Ρομπέρ Μπουαγέ θεωρεί ότι από την τρέχουσα συγκυρία μπορούν να προκύψουν τρεις πιθανές μορφές ρυθμιζόμενου καπιταλισμού: ένας βιοκαπιταλισμός με επίκεντρο τις ανθρωπογενείς δραστηριότητες∙ ένας καπιταλισμός της πλατφόρμας που συνδέεται με την άνοδο των μεγάλων ψηφιακών εταιρειών∙ και ένας νεο-παρεμβατικός κρατικός καπιταλισμός που συνδέεται είτε με το κινεζικό μοντέλο είτε με αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «δημοκρατικό λαϊκισμό».

Όμως, το μειονέκτημα της προσέγγισης της Σχολής της Ρύθμισης είναι ότι συνήθως παραβλέπει τους συγκεκριμένους μηχανισμούς της αλλαγής. Ενώ οι αυξανόμενες δυσλειτουργίες του καθεστώτος συσσώρευσης οδηγούν σε μια δομική κρίση, η διαδικασία εμφάνισης ενός νέου καθεστώτος συσσώρευσης είναι απρόβλεπτη-εξαρτώμενη από ευρήματα (τυχαίες ανακαλύψεις) που ερμηνεύονται εκ των υστέρων από τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής, και ορισμένους θεωρητικούς και κοινωνικούς παράγοντες. Η έλξη που ασκεί η ικανότητα του καπιταλισμού να ανανήπτει μετά από κρίσεις οφείλεται στο γεγονός ότι η πολιτική φαντασία είναι πολύ φτωχή.

Την πιο ελπιδοφόρα συνέχεια της Σχολής της Ρύθμισης- η οποία είναι πολύ κοντά στη διαμόρφωση μιας συνεκτικής θεωρίας της θεσμικής αλλαγής- μπορεί να την βρει κανείς στο βιβλίο των Μπρούνο Αμάμπλ και Στέφανο Παλομπαρίνι The Last Neoliberal [Ο τελευταίος νεοφιλελεύθερος] (2021), μια διεισδυτική ανάλυση της Γαλλίας του Μακρόν. Κατά τους Αμάμπλ και Παλομπαρίνι, η μακροοικονομική δυναμική, οι θεσμοί και οι πολιτικές διαμεσολαβήσεις υπάρχουν ως ενιαίο σύνολο. Η θεσμική αρχιτεκτονική της κοινωνίας πηγάζει από το ιστορικό καθίζημα μακροκοινωνικών συμβιβασμών, που είναι το αποτέλεσμα αδιάκοπα συγκρουόμενων πολιτικών διαδικασιών. Αυτές οι πολιτικές διαδικασίες καθορίζονται από την οικονομική δυναμική μέσω των δημιουργούμενων προσδοκιών διάφορων κοινωνικών ομάδων. Ακολουθώντας τον Γκράμσι, η νεορεαλιστική προσέγγιση δίνει σαφή έμφαση στην αυτονομία της πολιτικής. Οι κοινωνικές προσδοκίες δεν καθορίζονται από μια ακατέργαστη έκφραση συμφερόντων, αλλά δημιουργούνται από κινούμενες ιδεολογικές αναπαραστάσεις που αντιστοιχούν σε μια συγκεκριμένη πολιτική επεξεργασία.

Ο Μακρόν κολυμπάει ενάντια στη διεθνή παλίρροια, επιδιώκοντας την εντατικοποίηση της νεοφιλελεύθερης αναδόμησης. Η θεωρία των Αμάμπλ και Παλομπαρίνι παρέχει μια στιβαρή ερμηνεία αυτού του φαινομένου. Η προοδευτική αποδιάρθρωση του ισχυρού κρατικά διευθυνόμενου εθνικού μοντέλου, που πραγματοποιήθηκε σε διάστημα τεσσάρων δεκαετιών σταδιακά αυξανόμενων νεοφιλεύθερων μεταρρυθμίσεων, διέψευσε τις προσδοκίες των λαϊκών τάξεων. Αυτό οδήγησε στην αποσύνθεση των παραδοσιακών δεξιών και αριστερών συνασπισμών πολιτικών δυνάμεων, στρώνοντας τον δρόμο σε ένα απολύτως νεοφιλελεύθερο-αστικό κίνημα, το οποίο ενσάρκωσε ο Μακρόν. Όμως, η έλλειψη λαϊκής υποστήριξης γι’ αυτό το κίνημα εμπόδισε την ικανότητά του να πετύχει μια ριζική νεοφιλελευθεροποίηση. Αυτό το απέδειξε με έντονο τρόπο η εμφάνιση των κίτρινων γιλέκων, αρκετό καιρό πριν η κρίση του Covid-19 καταστήσει παρωχημένο το νεοφιλελεύθερο εγχειρίδιο.

 

Ο καπιταλισμός γερνάει

 

Υπάρχουν πολλά που μπορούμε να διδαχθούμε από τις διάφορες επαναλήψεις της προσέγγισης που βασίζεται στην ύπαρξη ιστορικών σταδίων (τις εμπνεόμενες από τον Πολάνυι, τις μετα-κεϋνσιανές, της Σχολής της Ρύθμισης, τις γκραμσιανές): την μη γραμμικότητα της αλλαγής, την ενδεχομενικότητα της τεχνο-οικονομικής επέκτασης στο πλαίσιο των κατάλληλων θεσμικών πλαισίων, τις κοινωνικο-πολιτικές αντιδράσεις στις καταστροφικές δυνάμεις των αγορών, και τις ποιοτικές αλλαγές στο σύστημα που έχουν επιφέρει οι μεταλλάξεις του. Αυτή η γνώση μας βοηθά να αποκωδικοποιήσουμε την τρέχουσα συγκυρία και να προβλέψουμε τις πιθανές κατευθύνσεις της. Όμως, πρέπει επίσης να έχουμε κατά νου τις σωρευτικές επιδράσεις των διαδοχικών αναπτυξιακών σταδίων. Οι αντιφάσεις δεν υπάρχουν μόνο σε κάθε φάση∙ συγκροτούνται από στάδιο σε στάδιο, καθώς η δυναμική ενός καθεστώτος συσσώρευσης έρχεται σε σύγκρουση με τους προδρόμους του. Ο καπιταλισμός, ως σύστημα, γερνάει.

Με την παγκοσμιοποίηση της μεταποίησης, η πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα συνεχίζει να αυξάνεται και οι χωρικές διορθώσεις συνεχίζουν να εξαντλούνται, καθιστώντας την εσωτερική αντίφαση της διαδικασίας συσσώρευσης εμφανή σε ένα πραγματικά παγκόσμιο επίπεδο. Παραμένει αμφίβολο αν η εκβιομηχάνιση των υπηρεσιών και ο διεθνής κατακερματισμός της θα μπορούσαν να δημιουργήσουν ευκαιρίες ικανές να απορροφήσουν αυτήν τη μάζα του υπερσυσσωρευμένου κεφαλαίου. Εν τω μεταξύ, η κατά τον Τζέιμς Ο’Κόνορ δεύτερη αντίφαση του καπιταλισμού γίνεται όλο και πιο δημοφιλής. Κατά τον Ο’ Κόνορ, το βασικό εμπόδιο για την καπιταλιστική ανάπτυξη δεν υπάρχει μόνο στο εσωτερικό της ίδιας της διαδικασίας συσσώρευσης, αλλά «μεταξύ των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων (και των παραγωγικών δυνάμεων) και των συνθηκών της καπιταλιστικής παραγωγής», λόγω της «οικονομικά καταστροφικής ιδιοποίησης και χρήσης της εργατικής δύναμης, των αστικών υποδομών και του χώρου, καθώς και της φύσης ή του περιβάλλοντος». Η οικολογική κρίση, η αυξανόμενη τιμή των παροχών υπηρεσιών υγείας και της εκπαίδευσης, η επιδείνωση των φυσικών υποδομών-όλα αυτά αυξάνουν το κόστος από την πλευρά της προσφοράς και μπορεί να αποτελέσουν ένα επιπλέον εμπόδιο στην διαδικασία συσσώρευσης. Η αντιμετώπιση αυτών των ζητημάτων δεν είναι σε καμία περίπτωση κάτι ανέφικτο για τον άνθρωπο. Αλλά θα ήταν ανόητο να μην αναρωτηθούμε μήπως ο πρόσθετος συστημικός περιορισμός που επιβάλλει την αποκόμιση κέρδους έχει θέσει πολύ ψηλά τον πήχη.

 

Μετάφραση: Χάρης Γολέμης

 

ΣτΜ:

1. Sidecar στα αγγλικά σημαίνει επιβατική καρότσα μοτοσυκλέτας. Εικάζω ότι με αυτόν τον τίτλο, το περιοδικό θέλει να δείξει ότι εκεί (στην «καρότσα») μπαίνουν ποιοτικά κείμενα, μικρότερα από αυτά της τριμηνιαίας έκδοσης (της «μοτοσυκλέτας»), που πολλές φορές αναφέρονται στην επικαιρότητα.

2. Στη φιλοσοφία των επιστημών ο ινστρουμενταλισμός είναι ένα ρεύμα που υποστηρίζει ότι οι ιδέες είναι χρήσιμα εργαλεία, και ότι η αξία τους βασίζεται στην αποτελεσματικότητά τους να εξηγούν και να προβλέπουν διάφορα φαινόμενα.

3. Ο μεταλλαξισμός είναι μια από τις διαφορετικές εναλλακτικές της εξέλιξης με την διαδικασία της φυσικής επιλογής. Η μετάλλαξη δημιουργεί νέες μορφές και νέα είδη, ενδεχομένως ξαφνικά, με απότομα άλματα.

4. Σύμφωνα με τον Πολάνυι, στις βιομηχανικές καπιταλιστικές κοινωνίες γίνεται μια «διπλή κίνηση»: όταν οι αγορές επεκτείνονται υπερβολικά, εκδηλώνονται αντίστροφες κινήσεις που έχουν στόχο να περιορίσουν την εμβέλειά τους και την επιρροή τους.

5. Ο Μιχάλης Νικηφόρος είναι ερευνητής στο Ινστιτούτο Λεβί της Νέας Υόρκης και αναπληρωτής καθηγητής πολιτικής οικονομίας στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet