Αναλένα Μπέρμποκ (Πράσινοι), Όλαφ Σολτς (SPD), Κριστιάν Λίντνερ (FDP) αναζητούν κοινό κυβερνητικό πρόγραμμα.

 

 

 

Την ώρα που η πανδημία μοιάζει να ξεφεύγει εκτός ελέγχου στην Γερμανία και τα ΜΜΕ πιέζουν για ένα γρήγορο τέλος στο «κενό εξουσίας», που δυσκολεύει τις αποφάσεις, οι τρεις επίδοξοι εταίροι της μελλοντικής κυβέρνησης βρίσκουν τα πρώτα εμπόδια στην προσπάθεια να αναζητήσουν αυτά που τους «ενώνουν» σε τομείς όπως η εξωτερική πολιτική.

Το έχουν βαφτίσει ως ένα τεράστιο πολιτικό πείραμα. Τρία κόμματα που προεκλογικά πάσχιζαν να αναδείξουν τις μεταξύ τους διαφορές τώρα πρέπει να τις παραμερίσουν για να καταλήξουν σε ένα κοινό πρόγραμμα. Το έργο αυτό έχουν αναλάβει 22 ομάδες εργασίας από 300 συνολικά «ειδικούς», ενώ έχει συμφωνηθεί να τηρηθεί η αρχή της εμπιστευτικότητας. Η προσπάθεια να αποφευχθούν διαρροές, κυρίως σε ό,τι αφορά πιθανές διαφωνίες θεωρήθηκε ως ένδειξη αμοιβαίας καλής θέλησης και «ασπίδα» απέναντι σε περιττές καθυστερήσεις.

Κάποιες πληροφορίες των τελευταίων ημερών δείχνουν ότι τα πράγματα είναι πιο δύσκολα από ότι φάνηκε στην αρχή.

Αυτοί που φαίνεται ότι θα έχουν το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι οι Πράσινοι. Όπως έχει ήδη διαφανεί, θα τους ζητηθούν μάλλον οι μεγαλύτερες υποχωρήσεις τόσο σε θέματα περιβαλλοντικής, όσο και εξωτερικής πολιτικής. Κάποια στελέχη τους, όχι εκείνα πάντως που εμπλέκονται άμεσα στις σχετικές διαπραγματεύσεις, έχουν αρχίσει να χαμηλώνουν τους τόνους σε ό,τι αφορά τις ελπίδες για ταχεία εξεύρεση των απαραίτητων συμβιβασμών.

Στο μεταξύ, στις 25 Νοεμβρίου λήγει το υπάρχον «πακέτο μέτρων» για την αντιμετώπιση της πανδημίας, που χτυπάει αμείλικτα πάλι τη χώρα και η «υπηρεσιακή κυβέρνηση Μέρκελ» δεν θέλει να καθορίσει αυτή τι θα συμβεί από εδώ και πέρα. Ανήσυχα τα κρατίδια έχουν αρχίσει να επιβάλουν πάλι «μονομερή» μέτρα, κάτι που οδηγεί σε μια νέα «πανσπερμία» και προκαλεί δυσφορία και αναστάτωση στους πολίτες.

 

Οι σοσιαλδημοκράτες βιάζονται

 

Ένα σημείο τριβής αφορά το πόσο λεπτομερές θα είναι το κοινό πρόγραμμα. Τα δύο μικρότερα κόμματα φαίνεται να επιδιώκουν σαφήνεια, θέλοντας να αφήσουν πίσω τους το «μοντέλο Μέρκελ», που άφηνε πολλές ελευθερίες κινήσεων στην καγκελαρία και συχνά μετέτρεπε τους υπουργούς σε διεκπεραιωτές αποφάσεων.

Η σοσιαλδημοκρατική πλευρά των διαπραγματευτών δείχνει από τη μεριά της να βιάζεται περισσότερο, ενώ μιλά για την ανάγκη να υπάρξει «συνέχεια» σε συγκεκριμένους τομείς, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα εκείνο της εξωτερικής πολιτικής.

Στο περιβάλλον του Ολαφ Σολτς διαφαίνεται η διάθεση να σχηματιστεί η νέα κυβέρνηση και αν υπάρχουν κάποια ανοικτά σημεία αυτά να αντιμετωπίζονται «στην πράξη και ανά περίπτωση». Εδώ εμφανίζονται και τα πρώτα σημάδια καχυποψίας. Τα προβλήματα αφορούν από τη μια το ερώτημα για το πώς θα χρηματοδοτηθούν κάποια σημαντικά σχέδια για την κλιματική πολιτική, αλλά και το αν η Γερμανία θα διαφοροποιήσει τη στάση της σε ζητήματα που αφορούν το ρόλο της χώρας στην Ευρώπη ενόψει και του αιτήματος για σημαντικές θεσμικές αλλαγές στην ΕΕ, τις σχέσεις της με τρίτες μεγάλες χώρες, όπως η Κίνα, η Ρωσία και οι ΗΠΑ, τη στάση της στο προσφυγικό, τη θέση της Γερμανίας μέσα στο ΝΑΤΟ, το ζήτημα των εξαγωγών στρατιωτικού υλικού.

Όλα αυτά μπορεί να ήταν ζητήματα που δεν συζητήθηκαν διεξοδικά κατά την προεκλογική περίοδο, αλλά δεν είναι καθόλου αδιάφορα για την οικονομία της χώρας, που θέλει να διατηρήσει τον τίτλο της «πρωταθλήτριας του εμπορίου και των εξαγωγών». Η εξωτερική πολιτική είναι και «μπίζνες». Αυτό είναι κάτι που γνωρίζουν και οι τρεις του «φαναριού».

 

Τα λόγια τα μεγάλα

 

Μπορούν όμως οι Πράσινοι να συμφωνήσουν με τη «συνέχεια πολιτικής», την οποία επιθυμεί ο κύριος Σολτς; Μπορούν να ξεχάσουν τα όσα έλεγαν για τα ανθρώπινα δικαιώματα στη Κίνα και να υιοθετήσουν τη λογική Μέρκελ, ότι δεν θα γίνει πιο δημοκρατική η αχανής ασιατική χώρα αν η Γερμανία μειώσει τις εμπορικές και οικονομικές σχέσεις μαζί της. Μπορούν να δεχτούν ως «τετελεσμένο» τον αγωγό Νordstream II, τον οποίο έχουν επικρίνει συχνά στο παρελθόν και ο οποίος είναι σχεδόν έτοιμος να τεθεί σε λειτουργία; Μπορούν να συνεχίσουν να αντιμετωπίζουν τον Ερντογάν ως «συν-διαχειριστή» του προσφυγικού ζητήματος για την ΕΕ; Τι θα γίνει με τα πυρηνικά όπλα των ΗΠΑ που παραμένουν στη χώρα; Θα αποφασίσει η Γερμανία πιο ενεργή συμμετοχή σε στρατιωτικές επιχειρήσεις του ΝΑΤΟ εκτός των συνόρων της; Θα διακόψει η πολεμική βιομηχανία της χώρας την πώληση υλικού σε αμφιλεγόμενες κυβερνήσεις;

Αυτά είναι μόνο μερικά μόνο παραδείγματα των διλημμάτων, που προκύπτουν από τη σύγκρουση του πολιτικού ρεαλισμού με ταυτοτικά χαρακτηριστικά ενός κόμματος που μπορεί να μην είναι εκείνο του περασμένου αιώνα, αλλά συνεχίζει να αυτοπροσδιορίζεται με τις καταβολές του στο οικολογικό, φιλειρηνικό και δικαιωματικό κίνημα.

Υπάρχει φυσικά και το «μέλλον της Ευρώπης» σε σχέση με τη νομισματική και οικονομική πολιτική, η οποία επιβάρυνε σημαντικά τη σχέση της Γερμανίας με τους εταίρους της. Εδώ οι διαφωνίες των Φιλελευθέρων με τους Πράσινους, αλλά και ορισμένες πτυχές του προγράμματος της σοσιαλδημοκρατίας ήταν ήδη γνωστές και προεκλογικά. Μια πρώτη μεγάλη δοκιμασία θα αφορά τις συζητήσεις για την «επιστροφή» ή αναπροσαρμογή του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, οι οποίες έχουν εκκινήσει στις Βρυξέλλες. Ποιός θα κάνει τις μεγαλύτερες υποχωρήσεις; Ήδη οι «φειδωλοί» του Βορρά έχουν βγάλει τα μαχαίρια, ζητώντας επιστροφή στην αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία. Η θέση που θα πάρει το Βερολίνο θα είναι κρίσιμη για τις εξελίξεις στις Βρυξέλλες.

Και τέλος μένει να δούμε ποιος θα είναι ο επόμενος υπουργός Εξωτερικών. Ο υπηρεσιακός Χάικο Μάας θεωρείται «τελειωμένος» αν και παραμένει επικεφαλής της σοσιαλδημοκρατικής πλευράς στη σχετική ομάδα εργασίας. Μάλιστα, ακούγεται ότι το ύφος του έχει προκαλέσει τριβές με τους συνομιλητές του. Αλλά αυτό είναι μάλλον το μικρότερο πρόβλημα. Τα ουσιαστικότερα προβλήματα θα εμφανιστούν στην πράξη. Ειδικά αν οι τρεις εταίροι έχουν αφήσει ασαφείς κάποιες πτυχές της συνεργασίας τους, προς χάριν της γοργής συγγραφής του κυβερνητικού προγράμματος.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet