Φωτογραφία: Νικόλας Κοκοβλής

 

 

 

Το κύμα της ακρίβειας που ξέσπασε τις τελευταίες μέρες έχει επιδεινώσει την οικονομική κατάσταση των λαϊκών στρωμάτων και ιδιαίτερα των γυναικών, των εργαζομένων και των νέων. Η κατάσταση αυτή θα γίνεται πιο ανησυχητική όταν θα αρχίσουν να συσσωρεύονται οι απλήρωτοι λογαριασμοί και να έχουμε διακοπές ρεύματος.

Η αντιμετώπιση της κατάστασης είναι μεγάλη πρόκληση για τα συνδικάτα, αλλά και για τις πολιτικές δυνάμεις της Αριστεράς. Αυτές, ιδιαίτερα, θα έπρεπε να βρίσκονται σε εγρήγορση και να θέτουν στο κέντρο της πολιτικής συζήτησης την ανάγκη της αύξησης του κατώτατου μισθού και την υπογραφή της συλλογικής σύμβασης. Την ανάγκη αυτή επεσήμανε και η Κομισιόν με πρόσφατη Οδηγία της που τάσσεται υπέρ της καθιέρωσης –και αύξησης τώρα– του κατώτατου μισθού, με βάση το οικονομικό επίπεδο της κάθε χώρας στην ΕΕ. Κάνει λόγο, μάλιστα, για ένα μισθό που θα κυμαίνεται πάνω από τη γραμμή του ορίου φτώχειας και θα διασφαλίζει την αγοραστική δυνατότητα για τους εργαζόμενους.

Αλλά και οι συλλογικές συμβάσεις αποτελούσαν πάντα σημείο αναφοράς για τις μισθολογικές εξελίξεις σε όλη την κλίμακα των μισθών και των ημερομισθίων, για τους νεοεισερχόμενους στην αγορά εργασίας, τα επιδόματα ανεργίας, το ύψος των συντάξεων. Στις σημερινές συνθήκες, επομένως, μπορεί να συμβάλουν ουσιαστικά στην ισότητα των δύο φύλων στην εργασία και στην καταπολέμηση του κοινωνικού ντάμπινγκ.

Για τη σύνταξη και την υπογραφή συλλογικής σύμβασης θα έπρεπε να συνεκτιμηθούν το ΑΕΠ, η παραγωγικότητα, ο τιμάριθμος και οι νέες ανάγκες των εργαζομένων που προκύπτουν από την τεχνολογική εξέλιξη και πρόοδο της επιστήμης. Στις συλλογικές συμβάσεις, συχνά, προβλεπόταν η δυνατότητα διορθωτικών κινήσεων σε περίπτωση αλλαγής των όρων λόγω πληθωρισμού που είχε ως συνέπεια τη μείωση της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων. Δηλαδή υπήρχε η Αυτόματη Τιμαριθμική Αναπροσαρμογή, η γνωστή ΑΤΑ που λειτουργούσε ως ασφαλιστική δικλείδα.

Η ρύθμιση αυτή τελικά ενσωματώθηκε στις συλλογικές συμβάσεις στις χώρες της Ευρώπης που είχαν ισχυρά συνδικάτα. Στη χώρα μας ήλθε μετά τη Μεταπολίτευση, ήταν μια από τις ιδέες του ευρωκομουνισμού στον εργασιακό χώρο. Την υπερασπίστηκε το ΚΚΕ Εσωτερικού και το ΑΕΜ στον συνδικαλιστικό χώρο. Γι’ αυτό ίσως αντιμετωπίστηκε με κάποια δυσπιστία στην αρχή από τις άλλες δυνάμεις, τότε, ΕΣΑΚ και ΠΑΣΚΕ. Γρήγορα, όμως, η δυσπιστία ξεπεράστηκε. Η ΑΤΑ εφαρμόστηκε τη δεκαετία του 1980, αρχικά στους τομείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, στις τράπεζες, τον Τύπο και στη συνέχεια γενικεύτηκε. Λειτούργησε μέχρι τις αρχές της δεκαετίας 1990. Επί κυβερνήσεως Κ. Μητσοτάκη άρχισαν οι πρώτες αμφισβητήσεις. Μετά τη Συνθήκη του Μάαστριχτ μεθοδεύτηκε σ’ όλη την Ευρώπη η κατάργησή της. Στη χώρα μας καταργήθηκε, μαζί με την αναστολή – κατάργηση της συλλογικής σύμβασης, το 2012.

Η συζήτηση για τον κατώτατο μισθό ξανάρχισε το 2018. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ προχώρησε στην αύξησή του κατά 11%. Δηλαδή, ο μισθός, που είχε μειωθεί και καθηλωθεί στα 586,08 ευρώ, έφτασε στα 650. Το ημερομίσθιο αυξήθηκε από τα 26,18 στα 29,04 ευρώ. Με την ίδια απόφαση καταργήθηκε και ο απαράδεκτος για τους νέους υποκατώτατος μισθός και αυξήθηκε κατά 27% για να φτάσει στα 650 ευρώ. Με την αύξηση του κατώτατου μισθού ρυθμίστηκαν και αναμορφώθηκαν μια σειρά επιδόματα, όπως της ανεργίας που αυξήθηκε από 360 στα 400 ευρώ.

Η ΝΔ τότε αντέδρασε και κατέκρινε τον ΣΥΡΙΖΑ για λαϊκισμό. Ταυτόχρονα, ο κ. Μητσοτάκης υποσχέθηκε πως η κυβέρνησή του θα δώσει αυξήσεις σύμφωνα με την ανάπτυξη του ΑΕΠ και μάλιστα διπλάσιες! Από τότε ξεχάστηκαν όλα και τα όνειρα έγιναν εφιάλτης. Η κυβέρνηση δεν έδωσε καμία αύξηση το 2021, παρά μόνο 2% για το 2022 και τώρα πιεζόμενη δηλώνει ότι δεν αποκλείει «να γίνει και μία δεύτερη αύξηση».

Η απόφαση, το 2018, του ΣΥΡΙΖΑ να προχωρήσει στην αύξηση του κατώτατου μισθού σε συνδυασμό και με μια σειρά άλλων μέτρων προστασίας των εργαζομένων θεωρήθηκαν καμπή. Άρχισε και πάλι ο κόσμος της εργασίας να μπαίνει στο παιχνίδι, να διεκδικεί δικαιώματα, να έχει λόγο. Αυτό, ωστόσο, δεν διευκολύνεται από ορισμένες πλευρές του Συνδικαλιστικού Κινήματος. Το ΠΑΜΕ, για παράδειγμα, υποστηρίζει, τσουβαλιάζοντας και τον ΣΥΡΙΖΑ, ότι υπάρχει μία ευθεία γραμμή στην πολιτική των κυβερνήσεων που συνεχίζεται, συνεχίζοντας τον μοναχικό του δρόμο. Από την άλλη, η ηγεσία της ΓΣΕΕ θέλει να αγνοεί τι έγινε στη δεκαετία 2010 – 2020. Αυτό, δυστυχώς, γίνεται φανερό και σε επιστημονικά κείμενα, πχ, του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ που βλέπουν μία ευθύγραμμη πορεία σ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας, παρά το ότι είναι αναγκασμένοι να αναφερθούν στην αύξηση 11%.

Πέρα, όμως, από το παρελθόν υπάρχει και το παρόν. Σήμερα όλες οι δυνάμεις καλούνται να πάρουν θέση: πώς απαντούν στην πολιτική θύελλα Μητσοτάκη που απειλεί και τα πιο στοιχειώδη εργασιακά και συνεπώς ανθρώπινα δικαιώματα; Μήπως ήλθε η ώρα τα συνδικάτα να πάρουν το μήνυμα που έστειλαν με τους μαζικούς ενωτικούς αγώνες τους οι εργαζόμενοι στην e-food και στην Cosco;

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet