Συνέντευξη

με την Νατάσσα Ρωμανού

και τον Σον Σουίνι

για την διάσκεψη COP26 και τις πολιτικές για το κλίμα

 

 

Συζητάμε με την Νατάσσα Ρωμανού, ερευνήτρια του κλίματος στο Ινστιτούτο Γκόνταρντ της ΝΑΣΑ και συμβασιούχος καθηγήτρια στο πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης, και τον Σον Σουίνι, διευθυντή του Διεθνούς Προγράμματος για την Εργασία, το Κλίμα και το Περιβάλλον στο πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, για τα αποτελέσματα της Διάσκεψης για το Κλίμα στην Γλασκώβη, τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, την πυρηνική ενέργεια και το ρόλο των περιβαλλοντικών και τοπικών κινημάτων. 

 

 

 

Η COP26 τελείωσε, η κλιματική κρίση συνεχίζεται. Πώς κρίνετε τα αποτελέσματα της Συνόδου; Ήταν κατώτερα των απαιτήσεων;

Ρωμανού: Πήγαμε στην COP26 με απαισιοδοξία, ωστόσο υπήρξαν ορισμένες ενθαρρυντικές δηλώσεις –όπως για παράδειγμα η δέσμευση για τον τερματισμό της αποψίλωσης δασών, η δέσμευση για περιορισμό εκπομπών μεθανίου, η δέσμευση για πιο εντατική μείωση της χρήσης ορυκτών καυσίμων, η στήριξη αναπτυσσόμενων χωρών της Νότιας Αφρικής. Ωστόσο, δεν επιτεύχθηκαν πολλά που να δεσμεύουν τους μεγάλους ρυπαντές ή να αφορούν βραχυπρόθεσμα σχέδια δράσης. Υπό αυτό το πρίσμα, και δεδομένης της επιτακτικότητας που επιβάλλει η πραγματικότητα, ώστε το 2030 να επιτευχθεί ο στόχος της διατήρησης της υπερθέρμανσης του πλανήτη κάτω από τους 1,5ο Κελσίου, η COP26 μάς απογοήτευσε.

Σουίνι: Συμφωνώ με την Νατάσσα, αν και δεν νιώθω απογοητευμένος, αφού δεν είχα και υψηλές προσδοκίες. Συμμετείχαν στην COP13 στα τέλη του 2007 στο Μπαλί, όπου η IPCC (Διακυβερνητική Επιτροπή για την Αλλαγή του Κλίματος) έθεσε το στόχο της μείωσης των εκπομπών από το 2012. Παρά τις πολλές δεσμεύσεις και τις προσπάθειες κυβερνήσεων να αντιμετωπίσουν τα αίτια υπερθέρμανσης του πλανήτη, οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα από την ενέργεια και τη βιομηχανία αυξήθηκαν κατά 60% από το 1992, όταν υπογράφηκε η UNFCCC (Σύμβαση-Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή). Εάν δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τις συνέπειες από την παραγωγή ενέργειας, οι στόχοι μηδενικών εκπομπών που υιοθετήθηκαν από τις ΗΠΑ (για το 2050), την Κίνα (για το 2060) και την Ινδία (για το 2070) θα παραμείνουν κενό γράμμα. Και δεν είναι ένα ζήτημα «πολιτικής βούλησης» ή «υψηλών απαιτήσεων». Είναι ένα πρόβλημα της αειφόρου ανάπτυξης του καπιταλισμού.

 

Από την προηγούμενο σύνοδο στο Παρίσι ποιες από τις δεσμεύσεις υλοποιήθηκαν; Μήπως τελικά γίνεται «πολύ μπλα μπλα», όπως είπε η Γκρέτα Τουνμπεργκ και καθόλου δράσεις;

Σουίνι: Το σχόλιο της Γκρέτα για τα «μπλα μπλα μπλα» έγινε κεντρικός τίτλος και σύνθημα στα πανό κατά τις διαδηλώσεις στην Γλασκώβη. Πρέπει όμως να στρέψουμε την προσοχή μας από τη διγλωσσία των ανειλικρινών ηγετών –εκείνων που εντέλλονται από τις μεγάλες εταιρείες και τα καλά χρηματοδοτούμενα think tank τους- στη νεοφιλελεύθερη πολιτική για το κλίμα, γιατί αυτή προκάλεσε την καταστροφή. Πρόκειται για την μεγαλύτερη αποτυχία πολιτικής που έγινε ποτέ. Επί τριάντα χρόνια, οι νεοφιλελεύθεροι μάς έλεγαν ότι η οικονομική ανάπτυξη μπορεί να αποσυνδεθεί από τις εκπομπές ρύπων, αν οριστεί μια τιμή στον άνθρακα και δοθούν κίνητρα στον ιδιωτικό τομέα για να επενδύσεις σε «λύσεις χαμηλών ρύπων άνθρακα». Αυτό δεν συνέβη ποτέ. Ταυτόχρονα δε οι πολιτικές για την προώθηση του εμπορίου, της κατανάλωσης κ.λπ., προωθούνται συστηματικά και μάλιστα με νομικές κυρώσεις για όσες κυβερνήσεις δεν μετέχουν.

Ρωμανού: Ο Σον περιέγραψε την κατάσταση πολύ γλαφυρά. Η Συμφωνία του Παρισίου δεν αντιπαρατέθηκε ποτέ στο υπάρχον κοινωνικο-οικονομικό σύστημα, στο καπιταλιστικό σύστημα, αντίθετα προώθησε νεοφιλελεύθερες πολιτικές που θα στόχευαν στην αποτροπή της κλιματικής αλλαγής. Για αυτό και καταγράφηκαν μειώσεις εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, ιδίως στις ΗΠΑ και την ΕΕ και υπήρξε μια κλιμάκωση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Ωστόσο, οι στόχοι που έθεσε η Συμφωνία του Παρισίου κάθε άλλο παρά επιτεύχθηκαν. Στην έκθεση για το χάσμα των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου (Emissions Gap Report) του 2020 προβλέπεται πως θα ξεπεράσουμε τον 1,5ο Κελσίου το 2030 και πως θα αυξηθεί η θερμοκρασία κατά 3 βαθμούς Κελσίου έως το 2100. Αυτό είναι καταστροφικό.

 

Η πράσινη πολιτική είναι πολύ ψηλά στην πολιτική ατζέντα. Οι πολιτικές που εφαρμόζονται τείνουν προς το πράσινο ξέπλυμα (greenwashing) ή αντιμετωπίζουν το πρόβλημα;

Ρωμανού: Από τη στιγμή που δεν υπάρχουν δεσμεύσεις για τον τερματισμό της χρήσης ορυκτών καυσίμων, όλα τα άλλα είναι πράσινο ξέπλυμα. Μεγάλοι ρυπογόνοι παράγοντες παραμένουν ανεξέλεγκτοι, όπως οι αεροπορικές εταιρείες, η ναυτιλία, το διεθνές εμπόριο. Κανείς δεν αναλαμβάνει την ευθύνη για τον περιορισμό αυτών των εκπομπών, παρότι αυτοί οι τομείς είναι που λαμβάνουν ισχυρή στήριξη από τα ταμεία ανάκαμψης για την μετά Covid19 εποχή. Τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα στους δρόμους είναι πράσινο ξέπλυμα αν η ηλεκτρική ενέργεια δεν παράγεται από ΑΠΕ, κάτι που σπάνια συμβαίνει. Μπορούμε να βελτιώσουμε τις υποδομές ή να επενδύσουμε σε πρακτικές όπως είναι η δέσμευση και αποθήκευση διοξειδίου του άνθρακα, αλλά εάν η πηγή ενέργειας είναι τα ορυκτά καύσιμα, τότε θα έχουμε και πάλι να κάνουμε με πράσινο ξέπλυμα.

Σουίνι: Ακριβώς. Είναι ενθαρρυντικό το γεγονός ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι συνειδητοποιούν, για παράδειγμα, τις οικολογικές επιπτώσεις των μεγάλης κλίμακας ΑΠΕ και της αποθήκευσης ενέργειας με μπαταρίες. Τα στοιχεία καταδεικνύουν ότι δεν είναι μόνο οι εταιρείες ορυκτών καυσίμων αυτές που ευθύνονται για το πρόβλημα, αλλά είναι ευθύνη της αλυσίδας εφοδιασμού «καθαρής ενέργειας». Δεν υπάρχουν, ωστόσο, εύκολες λύσεις. Παρότι είναι αλήθεια ότι τα επιχειρηματικά συμφέροντα προσφέρουν τεχνολογικές λύσεις, όπως η δέσμευση άνθρακα (που θέλουν να χρηματοδοτηθεί από τις κυβερνήσεις), αυτό δεν σημαίνει ότι η διάθεση των δημόσιων αγαθών μέσα από τεχνολογικές εξελίξεις θα μας βοηθήσει να αντιμετωπίσουμε τις μνημειώδεις προκλήσεις της εποχής. Η αντικατάσταση ορυκτών καυσίμων με μη ρυπογόνες πηγές ενέργειας είναι ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση για την ανθρωπότητα, και για αυτό πρέπει να ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα.

 

Οι νέοι ιδιαίτερα μετέχουν στα κινήματα για το κλίμα και τον πλανήτη. Πώς μπορούν να συμβάλουν για να αφήσει αποτύπωμα ο αγώνας τους; Ποιος ο ρόλος των κινημάτων στις δράσεις για το κλίμα;

Σουίνι: Η νεολαία κατέκλυσε τους δρόμους της Γλασκώβης. Όπως συνέβη και στην Κοπεγχάγη το 2009 ή την Νέα Υόρκη το 2014. Ελπίζω σύντομα να κατανοήσουν οι νέοι ότι οι παγκόσμιοι ηγέτες δεν ξέρουν τι να κάνουν με την κλιματική αλλαγή και πως πρέπει να αναλάβουμε τα ινία. Και δεν εννοώ να γίνουμε όλοι βίγκαν, παρότι μπορεί να βοηθούσε. Το κίνημα για το κλίμα πρέπει να ξεφύγει από τη συνθηματολογία και να διαμορφώσει πολιτικό πρόγραμμα που να στοχεύει στον κοινωνικό και οικονομικό μετασχηματισμό. Δεν μπορούμε να γράψουμε το μέλλον μας σε ένα πανό και να ελπίζουμε ότι θα το δουν οι ηγέτες. Πρέπει να διαμορφώσουμε το μέλλον μας, και αυτό προϋποθέτει μια νηφάλια αποτίμηση του προβλήματος, ώστε να αναζητηθούν λύσεις.

Ρωμανού: Η δύναμη των νέων είναι ότι μπορούν να οργανωθούν και να ψηφίσουν. Ωστόσο, πρέπει να γίνει μια ευρεία προσπάθεια όχι μόνο να πειστούν όσοι χαράσσουν πολιτικές, αλλά με τη σειρά τους να δεσμεύσουν και να εκπαιδεύσουν και τους υπόλοιπους για περιβαλλοντική και κοινωνική δικαιοσύνη με τη συμμετοχή πολιτών.

 

 Η κλιματική κρίση συζητείται κυρίως από τις «αναπτυγμένες χώρες». Πώς μπορούν οι φτωχές χώρες να συμμετέχουν στις δράσεις για την αντιμετώπισή της και να πάψουν να είναι ο «σκουπιδότοπος» των ισχυρών χωρών;

Ρωμανού: Το Πράσινο Ταμείο είναι το κύριο εργαλείο οικονομικής ενίσχυσης των αναπτυσσόμενων χωρών ώστε να αποδεσμευτούν από τα ορυκτά καύσιμα και να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν ορισμένες από τις τρομερές συνέπειες της κλιματικής αλλαγής, που ήδη βιώνουν. Η Συμφωνία του Παρισίου εκτιμούσε ότι θα χρειάζονταν ετησίως 100 δισ. δολάρια για τη στήριξη του Πράσινου Ταμείου έως το 2025, στόχος που δεν επετεύχθη. Στην COP26, οι πλουσιότερες χώρες υποχρέωσαν τις φτωχότερες χώρες να αποδεχτούν την ενίσχυση με τη μορφή δανείων αντί επιχορηγήσεων, εγκαινιάζοντας έτσι μία νέα μορφή αποικιοκρατίας και εκμετάλλευσης.

Σουίνι: Δυστυχώς, οι ελίτ χωρών όπως η Κίνα, η Ινδία, η Βραζιλία δεν είναι τα θύματα εδώ. Εάν δεν εξάγουν οι ίδιες άνθρακα, πετρέλαιο και φυσικό αέριο, τότε θα συνεργαστούν με πολυεθνικές που θα το κάνουν για αυτές. Οι καταστροφικές συνέπειες τις αποικιοκρατίας είναι πασιφανείς, αλλά οι πλούσιοι του παγκοσμιοποιημένου Νότου κρύβονται πίσω από τους φτωχούς. Οι κατά κεφαλήν εκπομπές όχι μόνο συγκαλύπτουν τις ανισότητες, αλλά επιτρέπουν στο 10% των χωρών αυτών να συνεχίσουν με την ενεργοβόρα ανάπτυξη.

 

Οι ΑΠΕ είναι τελικά το μέλλον; Υπάρχουν πολύ δραστήρια τοπικά κινήματα ενάντια στις ανεξέλεγκτες ανεμογεννήτριες στις κορυφογραμμές ή στα νησιά. Είναι στη λογική «όχι στη δική μου αυλή» ή θα πρέπει να υπάρξουν κανόνες για το που και πώς τοποθετούνται οι ΑΠΕ;

Σουίνι: Είναι πιο περίπλοκο. Δεν είναι μόνο οι περιπατητές και οι ορειβάτες που δεν θέλουν τις ανεμογεννήτριες. Είναι και οι ιθαγενείς της Οαχάκα στο Νότιο Μεξικό που αντιτάσσονται. Εάν ο κόσμος τροφοδοτηθεί από την ηλιακή και την αιολική ενέργεια, οι διεκδικήσεις γης θα κλιμακωθούν. Θα χρειαστούν νέοι κανόνες για να αλλάξει η πραγματικότητα; Δεν το γνωρίζω. Ωστόσο, είναι σημαντικό να μην χαρακτηρίζουμε την αντίσταση ως αγώνες τύπου «όχι στη δική μου αυλή», έκφραση που χρησιμοποιούν οι προνομιούχοι. Η Αριστερά πρέπει να είναι πολύ προσεκτική με αυτό.

Ρωμανού: Συμφωνώ. Η κοινωνική δυσαρέσκεια με τις ΑΠΕ δεν είναι αμελητέα και έχει φυτρώσει παντού, όπου αναπτύσσονται αυτές οι μορφές παραγωγής ενέργειας. Ωστόσο, μικρής κλίμακας ΑΠΕ, που θα τοποθετούνται για να εξυπηρετούν τις δημόσιες ανάγκες και θα λειτουργούν υπό δημόσιο έλεγχο, μπορούν να εξαλείψουν το φόβο της αρπαγής γης, να μειώσουν την όχληση του περιβάλλοντος και του τοπικού πληθυσμού, και ταυτόχρονα να εγγυηθούν ενεργειακή επάρκεια και ανεξαρτησία. Αυτό το πλάνο μπορεί να εξυπηρετηθεί  από τις «ενεργειακές κοινότητες», όπως αναπτύχθηκαν επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ.

 

Η απολιγνιτοποίηση και απανθρακοποίηση έχει συμφωνηθεί να είναι ο επόμενος στόχος. Είναι εφικτός; Η ενεργειακή κρίση που ξεσπά αυτόν τον χειμώνα μας γυρνά πίσω ως προς τον τρόπο θέρμανσης; Θα γυρίσουμε πίσω στην πυρηνική ενέργεια και τη θέρμανση με πετρέλαιο;

Ρωμανού: Δεν υπάρχει περίπτωση να επιτευχθούν οι στόχοι της Συμφωνίας του Παρισιού αν συνεχίσουμε τον ίδιο δρόμο απανθρακοποίησης των παγκόσμιων οικονομιών. Χρειαζόμαστε πιο γρήγορες και βαθύτερες τομές. Χρειαζόμαστε στήριξη από τις αναδυόμενες οικονομίες για να παρακάμψουμε τα ορυκτά καύσιμα. Η συνεχιζόμενη ενεργειακή κρίση θα έπρεπε να αποτελέσει ευκαιρία για την απόρριψη του άνθρακα, του πετρελαίου και του φυσικού αερίου.

Σουίνι: Χρειαζόμαστε, πιστεύω, μια προγραμματισμένη μετάβαση. Και για αυτό η πυρηνική ενέργεια δεν πρέπει να απορριφθεί ως εκδοχή, βασιζόμενοι στη μνήμη του Τσέρνομπιλ, πριν από 36 χρόνια. Η ενεργειακή απόδοση και η εξοικονόμηση ενέργειας πρέπει να κλιμακωθούν. Είναι απαράδεκτο το γεγονός ότι 890 εκατομμύρια άνθρωποι δεν έχουν πρόσβαση στον ηλεκτρισμό. Νομίζω ότι πρέπει να εξετάσουμε όλες τις επιλογές έχοντας επίγνωση ότι κάθε μορφή ενέργειας έχει τα δικά της προβλήματα.

Ρωμανού: Τα υπάρχοντα πυρηνικά εργοστάσια (Generation 2) είναι όμοια με αυτά του Τσέρνομπιλ, πριν από 36 χρόνια. Είναι αλήθεια, ωστόσο, ότι η επόμενη γενιά πυρηνικών σταθμών που θα κατασκευαστούν είναι ασφαλέστερη και με λιγότερα απόβλητα. Είναι πολύ σημαντικό να γνωρίζουν τον όγκο των πυρηνικών αποβλήτων που θα παραχθούν και πού θα πάνε. Επιπλέον, η παραγωγή πυρηνικής ενέργειας απαιτεί μεγάλης κλίμακας κεφάλαια και είναι ένα ερώτημα ποιος θα την παράξει, ποιος θα τη χρηματοδοτεί και ποιος θα τη διαχειρίζεται.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet