«Εσείς μας βάλατε στα μνημόνια»! Ήταν τόσο απίστευτο αυτό που είπε ο κ. Μητσοτάκης, αποκρούοντας την κριτική του Αλ. Τσίπρα στη Βουλή, που όλοι αναρωτηθήκαμε: Ήθελε και το είπε ή του ξέφυγε;

Η αλήθεια είναι ότι δεν είναι η πρώτη φορά που διαστρέφει την πραγματικότητα, λέει ψέματα ή κρύβει την αλήθεια. Το κάνει συστηματικά με την τραγική πραγματικότητα της πανδημίας, με την επέλαση του κύματος της ακρίβειας, με την υποτιθέμενη αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης –για να αναφέρουμε μόνο τα πιο καυτά και επίκαιρα.

 

Το ψέμα σαν καταφυγή

 

Δεν του ξέφυγε, λοιπόν. Είναι εθισμένος σ’ αυτό τον τρόπο αντίδρασης. Αισθάνεται καλά προστατευμένος από την επικοινωνιακή ασπίδα που του παρέχουν οι ιδιαίτεροι δεσμοί αμοιβαίου συμφέροντος με τους μεγαλοϊδιοκτήτες των μέσων ενημέρωσης. Και τη μεγαλύτερη χοντράδα να ξεστομίσει, ή που θα αποσιωπηθεί ή που δεν θα πάρει έκταση.

Ωστόσο, αυτό ήταν τόσο ψευδέστατο και αναντίστοιχο με την πραγματικότητα, που δεν δικαιολογείται να το εκφωνεί εν ψυχρώ. Εν θερμώ, μάλλον, μοιάζει να το είπε, σε μια στιγμή που θεώρησε ότι του χρειάζεται μια τρανταχτή καταγγελία, κι ας ήταν απίστευτη. Δεν είναι ότι τα έχει χάσει μπροστά στις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η κυβέρνηση της ΝΔ. Οι δυσκολίες και οι αντιδράσεις που φοβάται, είναι που τον κάνουν να καταφεύγει σε όλο και πιο χοντροκομμένα ψέματα. Κι αυτό ίσως είναι ένα χρήσιμο πολιτικό συμπέρασμα από το συγκεκριμένο περιστατικό: παρά τη δημοσκοπικά υποστηριζόμενη ευφορία, στην οδό Πειραιώς η ανησυχία εντείνεται και προκαλεί εκνευρισμό.

 

Επίθεση στη δημοκρατία και τις καταχτήσεις

 

Μια κατάσταση όπως αυτή, συνιστά πολύ σοβαρό ζήτημα δημοκρατίας. Με έναν πρωθυπουργό που στηρίζεται συστηματικά στην απόκρυψη της πραγματικότητας και ένα μιντιακό σύστημα που συμμετέχει στην προσπάθειά του αντί να την αποκαλύπτει, ένας από τους δυο-τρεις στυλοβάτες της καλής λειτουργίας ενός δημοκρατικού πολιτεύματος δεν στέκεται καλά στα πόδια του (και οι υπόλοιποι δεν χαίρουν άκρας υγείας…).

Το ακόμα χειρότερο είναι ότι μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον η κυβέρνηση της ΝΔ επιταχύνει τις διαλυτικές επεμβάσεις της σε όλους τους τομείς, λες και το μόνο που πραγματικά τη νοιάζει, είναι να εφαρμόσει το νεοφιλελεύθερο και αυταρχικό σχέδιό της για το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας, τη διάλυση των δημόσιων δομών, ιδίως της υγείας και της εκπαίδευσης, για τη διαρκή επιδείνωση της θέσης των μισθωτών και των αυτοαπασχολούμενων, για την παράδοση του φυσικού πλούτου στην κερδοσκοπική εκμετάλλευση, για την ενεργειακή μετάβαση στην πλάτη των λαϊκών στρωμάτων, για την επιδείνωση των ανισοτήτων, για το δραστικό περιορισμό δικαιωμάτων και ελευθεριών...

 

Υπάρχει πραγματικά κοινός στόχος;

 

Αν είναι τόσο κρίσιμη η κατάσταση, τότε θα έπρεπε από την πλευρά της αντιπολίτευσης να επιδιώκεται ήδη συντονισμένα η ανατροπή αυτής της κυβέρνησης, αυτής της πολιτικής. Και δεν εννοούμε τη διατύπωση μιας τέτοιας επιθυμίας, αλλά την επεξεργασία και την εφαρμογή ενός πολιτικού σχεδίου για τη στήριξη μιας πολιτικής στον αντίποδα της νεοφιλελεύθερης και αυταρχικής επέλασης.

Κι όμως, αν εξαιρέσει κανείς τις εκκλήσεις, από άμβωνος έστω, της αξιωματικής αντιπολίτευσης για συστράτευση και συνεργασία των δυνάμεων της δημοκρατικής αντιπολίτευσης με σκοπό μια προοδευτική κυβέρνηση συνεργασίας μετά τις επόμενες εκλογές, βήματα προς αυτή την κατεύθυνση δεν φαίνεται να γίνονται, όπως θα περίμενε κάθε πολίτης χτυπημένος από το νεοφιλελεύθερο δόγμα.

Το αντίθετο συμβαίνει. Κάθε φορά που τοποθετούνται τα αντιπολιτευόμενα κόμματα για συγκεκριμένα πολιτικά ζητήματα, κρίνουν απαραίτητο να τονίσουν τις διαφορές τους και με τον ΣΥΡΙΖΑ και μεταξύ τους, με αποτέλεσμα να αναρωτιέται κανείς αν πράγματι ο κύριος αντίπαλος και ο κύριος στόχος είναι η κυβέρνηση της ΝΔ. Δεν μιλάμε, βέβαια, για τις αναγκαίες και θεμιτές υπογραμμίσεις των υπαρκτών διαφορών –προγραμματικών, στρατηγικών ή συγκυριακών– που είναι απαραίτητο να τονίζονται, ακόμα και όταν διεξάγεται δημόσιος διάλογος για την αναζήτηση κοινού τόπου. Εννοούμε τις μηδενιστικές και ισοπεδωτικές ταυτίσεις, που αφήνουν την εντύπωση, αφενός, ότι στο εσωτερικό της αντιπολίτευσης οι διαφορές είναι πολύ μεγαλύτερες απ’ ό,τι το χάσμα με τη ΝΔ, αφετέρου, ότι δεν έχει και τόση σημασία αν θα μας ξανακυβερνά η ΝΔ την επόμενη τετραετία.

 

Ο τόνος στις διαφορές ή στον κοινό τόπο;

 

Επειδή είναι βέβαιο ότι μόνο ο κ. Λοβέρδος, με τη δημόσια διατυπωμένη θέση του ως υποψήφιος πρόεδρος του Κινήματος Αλλαγής, αδιαφορεί για το αν θα είναι πάλι κυβέρνηση η ΝΔ, αρκεί το κόμμα του να είναι αξιωματική αντιπολίτευση (!), τόσο το ΚΚΕ όσο και το ΜεΡΑ 25 θα πρέπει να δώσουν περισσότερες εξηγήσεις για την ως τώρα στάση τους, που συχνά μας γυρίζει στην εποχή του «τι Παπάγος, τι Πλαστήρας» –και μάλιστα χωρίς εκείνες τις σκληρές για το λαϊκό κίνημα συνθήκες, που θα μπορούσαν να εξηγήσουν μια τέτοια στάση.

Ακούμε μερικές φορές ότι δεν είναι πειστικό πολιτικά το επιχείρημα της αποπομπής της Δεξιάς, για να ωθήσει ένα κόμμα στη συνεργασία με άλλα δημοκρατικά κόμματα παρά τις υπαρκτές διαφορές. Και ακόμα ότι τέτοιες υποδείξεις κρύβουν το ανομολόγητο «επιχείρημα» της χαμένης ψήφου, που στόχο έχει να τσακίσει τα μικρότερα κόμματα. Φαίνεται ότι κάποιοι ξεχνούν πως οι επόμενες εκλογές γίνονται με απλή αναλογική και γι’ αυτό τα περί «χαμένης ψήφου» έχουν σχεδόν μηδενική απήχηση. Και ότι η επιδίωξη της μετεκλογικής προοδευτικής συνεργασίας είναι η καλύτερη άμυνα απέναντι σε τέτοιες ενδεχόμενες βλέψεις. Κάποια στιγμή, τέλος, θα πρέπει όλοι να αναλογιστούν πως δεύτερες εκλογές με τη ΝΔ μπροστά, σημαίνουν ενταφιασμό και της απλής αναλογικής για πολλά χρόνια. Ποιος παίρνει την ευθύνη για μια ακόμα δυνατότητα που θα πάει χαμένη;

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet