Κύρκος Δοξιάδης «Νεοφιλελευθερισμός και νεοτερική εξουσία», εκδόσεις Νήσος, 2021

 

Στο κείμενο «Νεοφιλελευθερισμός και νεοτερική εξουσία» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Νήσος, ο Κύρκος Δοξιάδης καταπιάνεται –όπως άλλωστε προδίδει και ο τίτλος του βιβλίου– με τον νεοφιλελευθερισμό και την εξουσία, όπως αυτή εμφανίζεται στην καπιταλιστική νεοτερικότητα. Τούτες οι δύο κεντρικές έννοιες του κειμένου προσεγγίζονται (και αναλύονται) κυρίως σε σχέση με τον καπιταλισμό, τη βιοπολιτική και την ακροδεξιά.

Ο Δοξιάδης αρχικά προσεγγίζει το ζήτημα του ναζισμού κάτω από μια φουκωική οπτική. Τούτο έχει ιδιαίτερη σημασία αν αναλογιστούμε ότι Φουκώ δεν επεξεργάστηκε ποτέ το ναζιστικό φαινόμενο ως ιδεολογικό φαινόμενο. Ο συγγραφέας εντοπίζει στις φουκωικές προσεγγίσεις σχετικά με τον ναζισμό, βασικά χαρακτηριστικά, ορισμένες ιδεολογικές συνιστώσες, που παρουσιάζει ο ναζισμός ως νεοτερικό ή ως νεοτερικό και προνεοτερικό, ταυτόχρονα, φαινόμενο. Ο τελευταίος συσχετισμός μοιάζει λίγο αντιφατικός, υπό την έννοια του πώς μπορεί να είναι κάποιος σχηματισμός νεοτερικός και προνεοτερικός ταυτόχρονα. Εντούτοις, ακολουθώντας την φουκωική ανάλυση ο Δοξιάδης διαπιστώνει ότι στην περίπτωση του ναζισμού η παραπάνω συσχέτιση είναι πιθανή. Κατ’ ανάλογο τρόπο, αλλά τούτη τη φορά μέσα σε ένα πεδίο συσχέτισης της φουκωικής και της μαρξιστικής οπτικής, ο συγγραφέας προσεγγίζει το ζήτημα του εθνικισμού. Το συγκεκριμένο βέβαια πλαίσιο συσχετίσεων φουκωικής και μαρξιστικής προσέγγισης ως μεθοδολογικό εργαλείο ανάλυσης συγκεκριμένων ζητημάτων, στάσεων και θέσεων, μοιάζει να είναι δομικό στοιχείο σε όλο το κείμενο. Και τούτο γίνεται φανερό ήδη από τις πρώτες σελίδες του κειμένου.

 

Η υλικότητα πέραν των ορίων του οικονομισμού

 

Εντούτοις, στο κεφάλαιο του κειμένου με τίτλο «Βιοπολιτική κρίση» το συγκεκριμένο πλαίσιο συσχετίσεων ξεδιπλώνεται με τον πλέον ευθύ τρόπο. Εκεί ο συγγραφέας προχωρά σε έναν «προκλητικό» ισχυρισμό, κατά τον οποίο ο Φουκώ συμπληρώνει τη μαρξική θεωρία προς μια κατεύθυνση που ουδόλως απομακρύνεται από τις βασικές αρχές του ιστορικού υλισμού. Τούτη, όμως, η «προκλητικότητα», η οποία ως τέτοια θα μπορούσε να αποτελεί κόκκινο πανί για μια δογματική μαρξιστική ορθοδοξία, είναι που τελικά επανατοποθετεί το ζήτημα της υλικότητας έξω και πέρα από το ασφυκτικά όρια του οικονομισμού (η «ύλη» ως οικονομία, ως τρόπος παραγωγής και ούτω καθεξής), εντάσσοντας την σε ένα πολύπλευρο επιστημονικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο η υλικότητα εμφανίζεται σε ένα ευρύτερο πεδίο μηχανικών και τεχνολογικών εφαρμογών. Και όπως ακριβώς σημειώνει ο Δοξιάδης «η ουσία της φουκωικής καινοτομίας στη σύλληψη της εξουσίας εντοπίζεται αρχικά σε τούτο ακριβώς το σημείο».

Κατά τον Δοξιάδη, όλο το παραπάνω πλαίσιο σημαίνει ότι ο Φουκώ συνδέεται με τη μαρξική (αλλά και τη μαρξιστική σε ορισμένες περιπτώσεις, παρ’ όλο που ο ίδιος ο Φουκώ απέφευγε να το λέει) οπτική σε δύο επίπεδα: τόσο στον τρόπο που προσλαμβάνει την έννοια της εξουσίας, ακόμα και αν ακολουθεί, στη συνέχεια, μια δική του προσεγγιστική, όσο και στον τρόπο που οι έννοιες της βιοπολιτικής και της βιοεξουσίας μετέχουν στην αναπαραγωγή των κυρίαρχων καπιταλιστικών σχέσεων. Αυτή όμως η (νέα) βιοπολιτική διαδικασία προέβλεπε από μέρους της φουκωική σκέψης μια ρήξη με τη δικαιική σύλληψη της εξουσίας (σύλληψη της εξουσίας ως σκέτη κυριαρχία). Η βιοπολιτική, δηλαδή, διάσταση των νεοτερικών καπιταλιστικών σχηματισμών προβλέπουν ακριβώς αυτή ρήξη/τομή στον τρόπο σύλληψης της εξουσίας.

Στην αγκαμπενική, όμως, προσέγγιση η οπτική της βιοπολιτικής αντιστρέφεται. Όπως μας δείχνει στο κείμενό του ο Δοξιάδης, ο Αγκάμπεν –όταν μιλά για το ζήτημα της κυριαρχίας με όρους «εξαίρεσης»– προσεγγίζει την εξουσία κάτω από ένα προνεοτερικό πλαίσιο, προκρίνοντας σαφώς ένα προνεοτερικό πρότυπό της, τη δικαιική μορφή της. Αυτό, όμως, το πλαίσιο προσέγγισης της εξουσίας αποκρύπτει ένα πεδίο υλικοτήτων, εντός του οποίου αναπτύσσονται οι ταξικές συγκρούσεις –κυρίως αυτό που ενδιαφέρει τον Δοξιάδη είναι η απόκρυψη των υλικών όρων μέσω των οποίων η ίδια η αστική τάξη διεξάγει την ταξική σύγκρουση εναντίον του κόσμου της εργασίας– αλλά και γιατί μέσα από αυτή την απόκρυψη εμφανίζεται ως ριζοσπαστική μια ουσιαστικά συντηρητική προσεγγιστική της ίδιας της εξουσίας, που συσκοτίζει/μετασχηματίζει σε τελική ανάλυση και το ίδιο το ζήτημα της βιοπολιτικής.

 

Η πολιτική φύση του νεοφιλελευθερισμού

 

Το συγκεκριμένο πεδίο ανάλυσης, ως ιστορικο-υλιστική προσέγγιση γενικότερα, ακολουθεί ο συγγραφέας και στον τρόπο με τον οποίο διαβάζει τον νεοφιλελευθερισμό. Έτσι, ο νεοφιλελευθερισμός δεν εμφανίζεται ως μείγμα ιδεοληψιών, ούτε ως αποτέλεσμα ιδεαλιστικών συναθροίσεων που στερείται υλικοτήτων. Αντιθέτως, υπάρχει μια εις βάθος διείσδυση στην πολιτική φύση του νεοφιλελευθερισμού. Ο Δοξιάδης ανατρέχει στις πολιτικές του βάσεις –η εστίαση στον Χάγιεκ μόνο τυχαία δεν είναι– προκειμένου να εξηγήσει ζητήματα που ανέκυψαν ιστορικά, αλλά και συνεχίζουν να ανακύπτουν στην σημερινή συγκυρία: η περίφημη «θεωρία των δύο άκρων», η σχέση νεοφιλελευθερισμού και δημοκρατίας, η σχέση νεοφιλελευθερισμού και δικτατορικών/αυταρχικών καθεστώτων και ούτω καθεξής.

Ως προς τη «θεωρία των δύο άκρων», ο συγγραφέας διακρίνει την ύπαρξη της ήδη στα πρώτα κείμενα της νεοφιλελεύθερης θεωρίας και συγκεκριμένα στο… «ευαγγέλιο» του νεοφιλελευθερισμού, στο κείμενο του Φρίντριχ Χάγιεκ «Ο δρόμος προς τη δουλεία». Και πράγματι όταν ο Χάγιεκ σημειώνει ότι αυτό που έφερε τις ναζιστικές και φασιστικές ιδέες στην πολιτική εξουσία, η απαραίτητη υποστήριξη δηλαδή, προήλθε από το σοσιαλιστικό στρατόπεδο και όχι από το αστικό ως αντίδραση του καπιταλισμού προς την άνοδο του σοσιαλισμού. Τούτη η συλλογιστική, αλλά και η γενικότερη επιχειρηματολογία που ακολουθείται από τον Χάγιεκ για να φτάσει σε αυτό το συμπέρασμα, για τον Δοξιάδη αποτελεί την «πρώτη και ίσως πιο περίτεχνη και ολοκληρωμένη εκδοχή της θεωρίας των δύο άκρων». Και αυτό έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία αν αναλογιστούμε ότι διατυπώνεται από τον Χάγιεκ –σε ένα πλαίσιο ιδεολογικών συγκρούσεων και προπαγανδιστικών πρακτικών– σε μια εποχή που υπήρχαν ευήκοα ώτα προς τις σοσιαλιστικές ιδέες γενικότερα τόσο στη βρετανική κοινή γνώμη, όσο και η αμερικανική.

 

Η αντιφατική σχέση νεοφιλελευθερισμού και δημοκρατίας

 

Τέλος, κατά τον ίδιο τρόπο –και πάλι μέσα από το κείμενα του ίδιου του Χάγιεκ– ο συγγραφέας αποκαλύπτει την αντιφατική σχέση του νεοφιλελευθερισμού με τη δημοκρατία. Τούτη η αντιφατική, αλλά και αντιθετική συνάμα σχέση, γίνεται ακόμη πιο ορατή όταν η δημοκρατία δεν ταυτίζεται με τον ίδιο τον καπιταλισμό ή, για να το θέσουμε διαφορετικά, όταν η δημοκρατία δεν διασφαλίζει (σε απόλυτο βαθμό) το σημαντικότερο ατομικό δικαίωμα στον καπιταλιστικό σχηματισμό –έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως προς αυτό το κεφάλαιο του κειμένου του με τίτλο «Τα ατομικά δικαιώματα στον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό»– την ατομική ιδιοκτησία (στα μέσα παραγωγής θα συμπληρώναμε εμείς). Όταν, δηλαδή, η δημοκρατία αποτελεί τροχοπέδη στην ελεύθερη αγορά, στις μονεταριστικές νεοφιλελεύθερες πρακτικές κ.ο.κ. Σε αυτή την περίπτωση, όπως σημειώνει ο Δοξιάδης, μια «περιορισμένη δημοκρατία» ή ακόμα και μια «πεφωτισμένη» δεσποτεία που θα διασφάλιζε την αναπαραγωγή συγκεκριμένων όρων της καπιταλιστικής αγοράς, θα ήταν ιδανική για τον Χάγιεκ, σε σχέση με μια «τυραννική» δημοκρατία που θα συμπίεζε/περιόριζε τις κινήσεις των λίγων και «αρίστων» προς όφελος της… δυναστικής μάζας των εργαζομένων.

Εν κατακλείδι, θα μπορούσαμε να πούμε ότι στο κείμενο «Νεοφιλελευθερισμός και νεοτερική εξουσία», ο Κύρκος Δοξιάδης, ακτινογραφεί τον νεοφιλελευθερισμό από την ιστορική του εμφάνιση, αναδεικνύει τις αντιφάσεις του, τι μορφές του (όπως στην περίπτωση του ορντοφιλελευθερισμού) και τις ιδεολογικές του οπτικές, ενώ την ίδια στιγμή (σε ένα πλαίσιο ιστορικο-υλιστικών προσεγγίσεων) επεξεργάζεται μια αντι-ιδεαλιστική (με εμφανή την πολεμική τόσο στις εγελιανομαρξιστικές λογικές, όσο και στις μεταμοντέρνες προσεγγίσεις) οπτική της εξουσίας και των ταξικών συγκρούσεων, που προκύπτουν κάθε φορά μέσα στην πολιτική/ιστορική συγκυρία.

Πάνος Ραμαντάνης Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet