Χρήστος Αστερίου «Μικρές αυτοκρατορίες | Muratti. Ένας αποχαιρετισμός», εκδόσεις Πόλις 2021

 

Η λήθη στο αφήγημα του Χρήστου Αστερίου (γ. 1971) «Μικρές αυτοκρατορίες. Muratti /Ένας απολογισμός» έχει στυφή μυρωδιά καπνού και μελαγχολικής αναπόλησης. Το προηγούμενο μυθιστόρημά του, «Η θεραπεία των αναμνήσεων» (2019), βρίσκει εδώ ένα αυτοδύναμο υστερόγραφο. Τo θέμα του βιβλίου, η αφηγηματική ανασύνθεση της ιστορίας της καπνοβιομηχανίας των αδελφών Μουράτογλου από την Κωνσταντινούπολη, της «μικρής αυτοκρατορίας» των Muratti, αλλά και ο τρόπος προσέγγισης, υποστρωματώνουν το κείμενο με πολλά επίπεδα ανάγνωσης.

Ο συγγραφέας, ασκημένος στις αφηγηματικές αναδύσεις της μνήμης, μας προσφέρει ένα πρωτότυπο και στοχαστικό βιβλίο για τη λήθη, στοιχειωμένο από ιστορία και έρευνα, ακολουθώντας έναν περίτεχνο, μοντέρνο και υποψιασμένο γύρω από τις διεθνείς τάσεις χειρισμό της σχέσης μυθοπλασίας και ντοκουμέντου. Νομίζω πρέπει να ειπωθεί χωρίς περιστροφές. Όπως στην εποχή των καλλιτεχνικών πρωτοποριών του 20ού αιώνα το ερώτημα «είναι αυτό τέχνη;» πυροδοτούσε συζητήσεις, έτσι και σήμερα τα αφηγήματα όπου η μυθοπλασία ελαχιστοποιείται έναντι των τεκμηρίων, της αυτοβιογραφίας ή του δοκιμιακού λόγου, διαρρηγνύοντας τα στεγανά μεταξύ fiction και non fiction, είναι η εμπροσθοφυλακή της συζήτησης για το «τι μπορεί να είναι λογοτεχνία σήμερα». Οι εκδόσεις Πόλις υπηρετούν με διαφωτιστική συνέπεια το υβριδικό και πολυμορφικό αυτό είδος (Βυιγιάρ, Γιαμπλονκά, Μοντιανό, Ζουμπουλάκης κ.ά) που τα τελευταία χρόνια αναπτύσσεται και στην ελληνική πεζογραφία.

 

Η γραφή ως σκαπάνη

 

Το μεγαλύτερο μέρος του αφηγήματος καταλαμβάνει το χρονικό μιας πραγματικής έρευνας γύρω από την ξεχασμένη σήμερα, αλλά πανίσχυρη κάποτε, καπνοβιομηχανία. Ο αφηγητής-ερευνητής εντοπίζει ελάχιστα αρχειακά τεκμήρια, αρκετά όμως χάρη στη συγγραφική φαντασία για να μεταφερθούμε στο Βερολίνο της Μπελ Επόκ και του Μεσοπολέμου και στο βικτωριανό Μάντσεστερ, όπου δραστηριοποιείται η Muratti μετά το 1882. Ακολουθώντας την καβαφική ιστορική ποιητική, αισθηματοποιώντας δηλαδή την ιστορία και ιστορικοποιώντας το αίσθημα, ο Αστερίου ζωντανεύει το ιστορικό παρελθόν, συμπληρώνοντας με έντιμη συγγραφική αυθαιρεσία τα κενά του. Απλώνει έτσι ένα ελεγειακό βλέμμα για τη μνήμη και τη λήθη, για τις μικρές ή περιορισμένες αντοχές του ίχνους που αφήνει η ανθρώπινη, υλική παρουσία στον κόσμο.

Ο αφηγητής, ένας άνδρας εβδομήντα δύο ετών που ζει μόνος στο Βερολίνο, αυτοσυντηρούμενος, χήρος και πρώην καπνιστής, φιγούρα βγαλμένη από έργα του Φίλιπ Ροθ, με εύθραυστη υγεία και έμφορτος τον φόβο του θανάτου, διατελεί σε κατάσταση συναισθηματικής βύθισης και διεργασίας πένθους. Το ερέθισμα που τον κινεί είναι η εικόνα μιας νεαρής γυναίκας να καπνίζει νευρικά και χωρίς απόλαυση στον εξωτερικό χώρο ενός πάρτι προαγωγής του γιου του στο παγωμένο Βερολίνο. Ο Αστερίου για να «λογοτεχνικοποιήσει» την παρουσίαση της έρευνας σκηνοθετεί ευφυώς γύρω από την άρνηση του πατέρα να δεχθεί οικιακή βοήθεια, όπως τον συμβουλεύει ο γιος του, ένα λιτό, αλλά περιεκτικό χάσμα γενεών.

Τα ωραιότερα μέρη του βιβλίου είναι ένα μάθημα για την ιστορική έρευνα. «Τα αρχεία είναι οι αποθήκες του παρελθόντος» (σ. 58) θα πει κάποια στιγμή ο αφηγητής που κινείται με τη μανία του καπνιστή, την όσφρηση του τρωκτικού και το πάθος ενός αρχαιολόγου του παρόντος. Κάθε στοιχείο για την πρώτη, οθωμανική περίοδο των Μουράτογλου στον ομιχλώδη 19ο αι. μοιάζει χαμένο. Τα λιγοστά ντοκουμέντα που εντοπίζονται μετά από έρευνα σε μουσεία ιστορίας και βιβλιοθήκες (διαφημίσεις, αφίσες, φωτογραφίες, καρτ ποστάλ, άρθρα, αναφορές σε βιβλία και περιοδικά, ληξιαρχικές πράξεις, επιστολικά δελτάρια και υλικά σπαράγματα) ανασυνθέτουν έναν ολόκληρο κόσμο, αφανισμένο οριστικά και συρρικνωμένο σε ένα κουτί σαν οστεοθήκη.

Αν και οι κατασκευαστικοί αρμοί του βιβλίου διακρίνονται, η ροή της ανάγνωσης δεν εμποδίζεται από το εικονογραφικό υλικό που συνοδεύει την αφήγηση. Αντιθέτως, το οπτικό υλικό ενσωματώνεται άψογα και υποβοηθά τις φιλοσοφικές καταδύσεις του συγγραφέα και του αναγνώστη.

 

Ανάμεσα σε τρεις αυτοκρατορίες

 

Το ιστορικό της καπνοβιομηχανίας που ιδρύθηκε από τον Βασίλειο Μουράτογλου το 1820 ενδείκνυται για γοητευτικές περιπλανήσεις. Η δεύτερη περίοδος ξεκινά το 1882 με την επιβολή καπνικού μονοπωλίου στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και την εξώθηση των διαδόχων αδελφών Μουράτογλου εκτός συνόρων. Η δράση μεταφέρεται στην αναπτυσσόμενη Γερμανία του Μπίσμαρκ και στο βιομηχανικό Μάντσεστερ. Θα ακολουθήσουν οι τριγμοί και οι προσπάθειες να αντιμετωπιστούν οι γερμανικές κατηγορίες για αγγλική υποστήριξη στην περίοδο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Με τη λήξη του πολέμου που συμπίπτει με τον θάνατο του Σοφοκλή Μουράτογλου, νέοι ιδιοκτήτες αρμένικης καταγωγής αναλαμβάνουν την επιχείρηση στο Βερολίνο, η οποία αναγεννάται χάρη στην καλλιτεχνική φρενίτιδα του Μεσοπολέμου. Η Muratti καταφέρνει να επιβιώσει και στη ναζιστική περίοδο, αλλά χάνει μεταπολεμικά από τη δυναμική που αναπτύσσουν τα αμερικάνικα καπνά. Η ζήτηση σταδιακά υποχωρεί και το εργοστάσιο κλείνει οριστικά το 1976. Σήμερα δεν απομένει παρά μόνο η πολυεθνική πια φίρμα Muratti Ambassador, άδειο κέλυφος πλούσιας ιστορίας και οι αθλητικοί αγώνες που αθλοθέτησε η καπνοβιομηχανία στο Μάντσεστερ (Muratti Race) και στα νησιά της Μάγχης (Muratti Cup).

 

Φιλοσοφία της ιστορίας και πολιτισμική ιστορία του τσιγάρου

 

Το αφήγημα του Αστερίου είναι ένας μελαγχολικός στοχασμός για τα ερείπια της νεοτερικότητας και τη «σκληρή οπλή του χρόνου» (σ. 42). Τα συντρίμμια της μεταβιομηχανικής και μετα-υλιστικής εποχής προοικονομούν το κοινό μας μέλλον∙ την αναπόδραστη συνθήκη της διάβρωσης και το απαρέγκλιτο σχήμα που συνέχει τον χρόνο και όλα τα ανθρώπινα: γέννηση – ανάπτυξη – ακμή – παρακμή – θάνατος – λήθη. Άλλωστε, ποιος μπορεί να αρνηθεί τον αφορισμό του βιβλίου: «Είμαστε όλοι μικρές αυτοκρατορίες, προορισμένες να χαθούν» (σ. 20).

Για έναν συγγραφέα θρεμμένο στη γερμανική κουλτούρα, όπως ο Αστερίου, δεν ξενίζουν οι οφειλές στο αταξινόμητο είδος αφήγησης μεταξύ μαρτυρίας, αυτοβιογραφίας και μυθοπλασίας που καλλιέργησαν συγγραφείς όπως ο Ζέμπαλντ. Αν σκάψουμε, όμως, λίγο βαθύτερα στο υπέδαφος του κειμένου, θα βρούμε τον Μπένγιαμιν∙ τόσο τον αφηγηματικό των Passagen-Werk, των Παιδικών χρόνων στο Βερολίνο και του Μονόδρομου όσο και τον θεωρητικό του «Άγγελου της Ιστορίας», που με το βλέμμα ακινητοποιημένο στο παρελθόν μετρά τη συσσώρευση ερειπίων πάνω στα ερείπια.

Στο διεισδυτικό υπαρξιακό αφήγημα του Αστερίου, η ανθρώπινη μοίρα είναι προσαρμοσμένη στην κίνηση της ιστορίας, τη διαλεκτική και την πανουργία της. Ο λόγος του συγγραφέα συνομιλεί υπόγεια με τη συνθήκη των απότομων και απρόσμενων μεταβολών που ζει η ανθρωπότητα τις τελευταίες δεκαετίες. Ένας παλαιός κόσμος, όχι μακρινός, καταρρέει σήμερα μπροστά στα μάτια μας. Ο Αστερίου βλέπει μια ανθρώπινη συνήθεια αιώνων έτοιμη να χαθεί για πάντα. «Το κάπνισμα, γεννημένο στα ερείπια του μεσαίωνα, έχοντας γνωρίσει μέρες θριάμβου, οδεύει προς εξαφάνιση» (σ. 73). Από μια άλλη οπτική, το αφήγημα συνιστά και μια συνοπτική πολιτισμική και κοινωνική ιστορία του τσιγάρου και κατ’ επέκταση της νεοτερικότητας. Η σύνδεση του τσιγάρου με τις αναμονές, τις σεξουαλικές επιθυμίες, τη δημιουργία, τις εξάρσεις, ακόμα και με τη μέτρηση του χρόνου υπογραμμίζει καίρια το πέρασμα από την απόλαυση στην απαγόρευση και την ενοχή. Εντέλει, το αφήγημα του Αστερίου, στους περιοριστικούς και στενούς καιρούς της ορθοπολιτικής ηγεμονίας, καταφάσκει στην ανάγκη επαναμάγευσης του κόσμου.

Κώστας Καραβίδας Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet