«Όσοι ακούν τα συνθήματα με ολόκληρο το σώμα τους κι όχι μόνον με τα αυτιά»*
 

Ένα Σάββατο βράδυ που είχε καλό καιρό, στις 6 του Δεκεμβρίου του 2008, ένας ανήλικος 15χρονος μαθητής, ημεδαπός, ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος, δολοφονήθηκε από αστυνομικό χωρίς καμία αιτία στο κέντρο των Εξαρχείων κι αυτό διαδόθηκε αστραπιαία σε όλη τη νεολαία της Αθήνας. Αν έλειπε έστω και μια πληροφορία από τα παραπάνω ίσως να μην γινόταν η εξέγερση που ακολούθησε. Για να ειπωθεί αλλιώς, χωρίς ανιστόρητες υποθέσεις: καμία από τις κρατικές ή/και φασιστικές δολοφονίες που ακολούθησαν δεν πυροδότησε κάτι τόσο μεγάλο. Η «συνάντηση» τόσων πολλών ευνοϊκών παραγόντων, όσο μπορεί κανείς να το πει αυτή τη φράση για μια δολοφονία, ο «υλισμός του αστάθμητου» όπως τον ονόμασε ο Αλτουσέρ, επέδρασε στο μετέπειτα ξέσπασμα.

Η κουβέντα ουδόλως όμως δεν τελειώνει σε αυτά. Με αυτήν την έννοια, οι θεωρίες με αναφορά στη σχετική αποστέρηση ερμηνεύουν τη συσσωρευμένη δυσαρέσκεια που κωδικοποιούταν στο «θα είμαστε η πρώτη γενιά που θα ζήσει χειρότερα από τους γονείς της» ή «είμαστε η γενιά των 700 ευρώ». Έτσι, οι πόροι που προέκυψαν από προϋπάρχουσες συλλογικές δράσεις, όπως  το φοιτητικό κίνημα του 2006-2007 και πιο πριν το αντιπαγκοσμιοποιητικό, ήταν χρήσιμοι και κρίσιμοι για την εκδίπλωση της διαμαρτυρίας. Οργανωτικοί, συντονιστικοί και γνωσιακοί πόροι, καθώς και η ισχυρή ταυτότητα του κινηματία που διαμορφωνόταν σε μειοψηφικές κι ωστόσο δυναμικές μερίδες της νεολαίας (οι «μεταφερόμενες μειοψηφίες», όπως τις ονόμαζε ο τότε Δήμαρχος Αθηναίων Ν. Κακλαμάνης) είναι απαραίτητες ψηφίδες επεξήγησης. Με άλλα λόγια, τουλάχιστον κάποιες δεκάδες χιλιάδες κόσμου είχαν πρότερη εμπειρία δρόμου και λόγου, με σχέσεις σχετικής αλληλεγγύης μεταξύ τους. Κι απ’ την άλλη μεριά, η ύπαρξη συμμάχων και συμμετεχόντων με θεσμική επιρροή, και ιδιαιτέρως ο πρώιμα ανεβασμένος τότε ΣΥΡΙΖΑ, βοήθησε στη διάχυση των λόγων, των αγωνιών και των δράσεων των εξεγερμένων, ιδιαιτέρως με την πρόνοια του να μην καπελώνει κάτι που, φυσικά, δεν ήταν δικό του.

Όμως ούτε αυτά, για τα οποία μας πληροφορούν οι θεωρίες των κοινωνικών κινημάτων, αρκούν. Θα μπορούσε να γίνει τέτοια και τόση εξέγερση αν ο αντιεξουσιαστικός χώρος δεν ήταν «σαν έτοιμος από καιρό», με τις καταστασιακές του πλαισιώσεις που ενέπνεαν («πειθαρχία τέλος, ζωή μαγική»), τις καρναβαλικές – θεαματικές εικόνες που παρήγαγε, την ευφυή μεταχείριση της ειρωνείας («όχι άλλα πλιάτσικα»), του παιχνιδιού, του χορού, της αυθάδειας; Ή αν δεν τέντωνε το πεδίο της νομιμοποίησης της δράσης από το συμβατικό ρεπερτόριο προς το παρεμποδιστικό και το βίαιο; Ή, ακόμα πιο παράδοξα, η δική μας δεκεμβριανή εποποιία θα ήταν εφικτή χωρίς το δεδομένο ενδοοργανωτικό σεχταρισμό των πιο δραστήριων ομάδων που έκαναν καταλήψεις σε Πολυτεχνείο, ΑΣΟΕΕ, Νομική και έπειτα στην ΕΣΗΕΑ, τη ΓΣΕΕ, τη Λυρική, τα δημαρχεία;

Κι όμως, έχει κι άλλο, πολύ ακόμα, που δεν χωράει εδώ. Κανένας οργανωτής δεν θα κατάφερνε να βάλει εκατοντάδες μαθητές και μαθήτριες να κάνουν στα σχολεία καταλήψεις ή να πετούν νεράντζια και πέτρες στα αστυνομικά τμήματα της επικράτειας. Σχεδόν πριν τα socia media οι δικτυωμένοι, οι πεισμωμένες μέσα από sms και το indymedia συντονίστηκαν θαυμάσια κι ακαριαία. Η εικόνα, το συναίσθημα, οι εντυπώσεις, αυτοί οι μεταμοντέρνοι εργοδότες πολλών της ψηφιακής εποχής μας, τότε συνιστούσαν εργαλεία διάδοσης, συμπερίληψης και έγκλισης σε δράση στα χέρια των εξεγερμένων. Αλλά κι αλλιώς. Όλες οι χωρικοποιήσεις αντίστασης που αναφέραμε κι όσες τις προϋπαντούσαν (π.χ. Πάρκο Κύπρου και Πατησίων), προοικονομούσαν την έκρηξη αυτού του τρόπου δράσης, την επινόηση και έπειτα κατανόηση του χώρου (κι όχι του τόπου εργασίας) ως πεδίου διεκδίκησης, διαμαρτυρίας, αλληλεγγύης, γνωριμίας, δημιουργίας που απλώθηκε έπειτα από το Δεκέμβρη σε όλη την Ελλάδα με δεκάδες καταλήψεις, στέκια, πάρκα, συνελεύσεις, ωδεία, ιατρεία, που λειτούργησαν ως υποδομές του συγκρουσιακού κύκλου της αντιμνημονιακής καμπάνιας.

Ξέρετε, η μνήμη των ανθρώπων φυραίνει, είναι ένας τρόπος να τακτοποιείται σε κουτάκια στη RAM του μυαλού μας. Κι όμως, ενώ δεν ξεμωραθήκαμε, τουλάχιστον όχι ακόμα, συλλήβδην το πλέγμα εξουσίας προσπαθεί πολύ, εδώ και 13 χρόνια, να θυμόμαστε το Δεκέμβρη στην καλύτερη σαν «τότε κάψανε όλη την Αθήνα», στη χειρότερη «καλά του κάνανε του Γρηγορόπουλου γιατί τι γύρευε εκεί». Και το πλήθος ανορθολογικό και ατομική, άντε οικογενειακή, η ευθύνη. Καμώνονται οι απολογητές αυτοί πως είναι πιθανόν ποτέ σώματα και ψυχοσυνθέσεις πάνω στις οποίες ενεγράφησαν τέτοια βροντερά γεγονότα να μπορούν να τα αφηγηθούν από την ανάποδη, επειδή εκείνοι τα επαναλαμβάνουν. Απλώς καμώνονται όμως, γιατί εκείνο που πράγματι τους απασχολεί είναι να μην ξανασυμβεί ποτέ και για κανέναν λόγο. Δεν θα ξεχάσουν ποτέ την απονομιμοποίηση που δοκίμασαν σταδιακά από το 2006 έως το 2015, το τρίξιμο της καρέκλας τους. Ο φόβος της δική τους κατάρρευσης είναι το μαστίγιο που τους παρακινεί. Δυστυχώς για εκείνους ξέρουμε χιλιάδες που υπερασπίζονται τη μνήμη του Δεκέμβρη στόμα-με-στόμα. Και το χειρότερο είναι πως χιλιάδες θα ήθελαν να το ξαναζήσουν, «όλοι όσοι μισούν όλους όσους μισούν τα τζιτζίκια και τις κιθάρες· όλοι όσοι ταυτίζουν τα ευχολόγια με κατάρες ∙ όσοι ακούν τα συνθήματα με ολόκληρο το σώμα τους κι όχι μόνον με τα αυτιά ∙τα δεκάδες αγαθά πνεύματα που φέρνουν βροχή κι αυτά που φέρνουν φωτιά».

 

*Από το ιστορικό κείμενο του Ευγένιου Αρανίτση στην Ελευθεροτυπία κατά τη διάρκεια του Δεκέμβρη του 2008 με τίτλο «Προκήρυξη νέων θέσεων». Το κείμενο μπορείτε να το εντοπίσετε εδώ www.ipressa.gr/prokyrixi-newn-thesewn/

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet