Το ΠΑΣΟΚ δεν έφυγε ποτέ από την επικαιρότητα ακόμα και όταν έπεσε στα πιο χαμηλό του ποσοστά, η οποιαδήποτε δημόσια συζήτηση με έναν τρόπο εμπεριείχε πάντα το κόμμα που έγινε -ως ένα βαθμό- σύμβολο της μεταπολίτευσης και έφτασε να «διεθνοποιηθεί» ως όρος πια, σημαίνοντας το τέλος (;) της σοσιαλδημοκρατίας, όπως τουλάχιστον την ξέραμε. Τα εσωτερικά του εντούτοις δεν φαινόταν να αγγίζουν ευρύτερα ακροατήριο, με εξαίρεση το 2017 και τις διαδικασίες ίδρυσης του ΚΙΝΑΛ, ωστόσο και αυτό το ενδιαφέρον καταλάγιασε σχετικά γρήγορα. Κάτι φάνηκε ν’ αλλάζει μετά τις εκλογές του 2019 όταν η αείμνηστη Φώφη Γεννηματά αποφάσισε να δώσει καίριες θέσεις ευθύνης σε στελεχικό δυναμικό, που δεν ήταν προϊόν (μόνο) του κομματικού σωλήνα με σαφείς αναφορές στη σοσιαλδημοκρατική παράδοση. Το γεγονός αυτό από μόνο του δεν θα είχε ίσως καμία ιδιαίτερη σημασία, αν ταυτόχρονα δεν ενισχυόταν στον ΣΥΡΙΖΑ αργά και σταθερά αρχικά, γρήγορα και με ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα κλιμάκωση από το ξέσπασμα της πανδημίας και έπειτα, μια τάση λαϊκίστικη, με εθνικιστικές αιχμές, συνωμοσιολογικό λόγο και εμφατική προσωπολατρία.  Χαρακτηριστικά που σε συνδυασμό με μια καθηλωτική εσωστρέφεια οδήγησαν σε μια άνευρη και πολυδιασπασμένη αντιπολιτευτική στρατηγική, αποξενώνοντας ένα κομμάτι ψηφοφόρων του, που ασφυκτιά στο καινούριο αυτό πλαίσιο.

Η ιστορική αυτή αναδρομή προσπαθεί να εξηγήσει πιο πολιτικά το ιδιαίτερα ζωηρό ενδιαφέρον που προκάλεσαν οι εκλογές για την νέα ηγεσία του ΚΙΝΑΛ την προηγούμενη και την ερχόμενη Κυριακή 12 Δεκεμβρίου.  Φυσικά, και η αφορμή είναι πιο συναισθηματική, ο πρόωρος, τόσο ξαφνικός και γρήγορος θάνατος της προέδρου του, Φώφης Γεννηματά. Η δημόσια παραδοχή της μάχης της γενναίας αυτής γυναίκας αναζωπύρωσε το ενδιαφέρον για τις διαδικασίες διαδοχής στο πολιτικό της τέκνο.

Ο καταλύτης ωστόσο για να κρατηθεί το ενδιαφέρον αμείωτο ήταν η συμμετοχή στις εκλογές του Γιώργου Παπανδρέου. Η υποψηφιότητά του κέντρισε την προσοχή για μια σειρά από λόγους πριν καν αυτή ανακοινωθεί και θορύβησε μέρος του πολιτικού κόσμου τόσο εντός όσο και εκτός της παράταξής του. Κάποιοι θεώρησαν ότι ο πρωθυπουργός, ο οποίος κλήθηκε κατά την διάρκεια της θητείας  του να αντιμετωπίσει την μεγαλύτερη διεθνής οικονομική κρίση του 21ου αιώνα που οδήγησε τελικά και στην χρεοκοπία (bailout) το ελληνικό κράτος, δεν θα έπρεπε να επιστρέψει ξανά στην πρώτη γραμμή. Υπάρχει όμως και η άλλη ανάγνωση του Παπανδρέου, ως Προέδρου της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, με την πλούσια κεϋνσιανή οικονομική και κοινωνική ατζέντα, του υποστηρικτή της συμφωνίας των Πρεσπών, που πίνει καφέ με τον φίλο του Biden, του πολιτικού που τροφοδότησε -ίσως όσο κανένας άλλος- με συμβούλους, υπουργούς και στενούς συνεργάτες την διακυβέρνηση αλλά και την αντιπολίτευση ΣΥΡΙΖΑ. Η πιθανή επικράτηση του ΓΑΠ θα σήμαινε και για αυτόν τον τελευταίο λόγο, εξελίξεις στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ. Αφενός ο επαναπατρισμός ψήφων προς το ΚΙΝΑΛ, τον φυσικό τους χώρο, θα ήταν πολύ πιο εύκολος ειδικά σε συνθήκες απλής αναλογικής. Αφετέρου, ακόμα και εάν υποθέσουμε, το πιο ακραίο σενάριο όπου κανένας παλιός του συνεργάτης δεν θα άφηνε την αγκαλιά του δεύτερου κόμματος του ελληνικού Κοινοβουλίου για να τον ακολουθήσει, ο ΣΥΡΙΖΑ Π.Σ. και ιδίως η ηγετική ομάδα θα είχε δύσκολο έργο. Θα έπρεπε γρήγορα και με σαφήνεια να ξεκαθαρίσει προς τα που πάει η βάρκα, καθώς απέναντι θα είχε έναν πολιτικό που ανήκει στην παράδοση της σύγχρονης (αριστερής) σοσιαλδημοκρατίας. Ταυτόχρονα θα δημιουργούσε ανασφάλεια στον Μητσοτάκη, καθώς θα χαλούσε το αφήγημα πάνω στο οποίο στήριζε το διαρκές pressing προς το ΚΙΝΑΛ, ότι δηλαδή η εκλογική του βάση κινείται πλέον κυρίως δεξιόστροφα. Οι πιθανότητες για μια συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ-ΚΙΝΑΛ στις επόμενες εκλογές θα αυξάνονταν, ειδικά αν αυτές προκηρύσσονταν για την άνοιξη, καθώς η ηγεσία θα είχε ακόμα τον φρέσκο αέρα της πρόσφατης εκλογής. Αυτά το σενάριο απομακρύνεται, όμως, όπως έδειξαν οι κάλπες της 5ης Δεκεμβρίου.

Η επικράτηση Λοβέρδου, θα οδηγούσε το ΚΙΝΑΛ κατά πάσα πιθανότητα σε μια νέα διάσπαση, τα χαρακτηριστικά της οποίας μετά την ήττα του υπουργού της διαπόμπευσης των οροθετικών γυναικών, δεν μπορούμε καν να εικάσουμε. Ο κρότος της ήττας του βέβαια μας άφησε ένα χαμόγελο, ας μην το κρύψουμε.

Η πλέον πιθανή νίκη Ανδρουλάκη και ο αέρας της ανανέωσης (;) θα ωφελήσει προσωρινά το ΚΙΝΑΛ, γεγονός που αναμένεται να καταγραφεί και δημοσκοπικά. Ωστόσο η προσδοκία μιας εκλογικής ανόδου που θα έπληττε τον ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ θα μπορέσει να επιτευχθεί μόνο με μια πολιτική αιχμών, με συγκεκριμένες θέσεις γύρω από τα θέματα που καίνε (εργασιακά, Ταμείο Ανασυγκρότησης), μακριά από θεσμική ουδετερότητα, με ιδεολογικό πρόσημο κοντά στα σοσιαλδημοκρατικά προγράμματα του Biden, του SPD ή του Αντόνια Κόστα στην Πορτογαλία, με σαφείς οριοθετικές γραμμές απέναντι στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Και ταυτόχρονη ανάδειξη νεών (όχι μόνο ηλικιακά) στελεχών που δεν θα έχουν αναπτυχθεί μέσα στο κομματικό σωλήνα, ούτε όμως θα έχουν το ουδέτερο προφίλ των τεχνοκρατών. Ενώ ένα πρόγραμμα που θα ξαναέφερνε το ΚΙΝΑΛ κοντά σε πιθανή συνεργασία με την ΝΔ, θα ήταν έως και αυτοκαταστροφικό, όπως έδειξε η ήττα Λοβέρδου. Αν ο Ν.Ανδρουλάκης, ευρωβουλευτής ήδη από το 2014, είναι σε θέση να διαχειριστεί πέραν από τον γιγάντιο μηχανισμό των μεσαίων στελεχών του ΠΑΣΟΚ και την δημιουργία ενός μοντέρνου σοσιαλδημοκρατικού προγράμματος που να ελκύσει σημαντικό κομμάτι από την σπουδάζουσα νεολαία, τον κόσμο της εργασίας (από τα μπλοκάκια των νέων επιστημόνων μέχρι τα παιδιά με τα παπιά της Wolt), τους «άστεγους» της ανανεωτικής και σοσιαλιστικής αριστεράς, επανενεργοποιώντας τους επαγγελματίες και τους συνταξιούχους, την σταθερή εκλογική πελατεία του ΠΑΣΟΚ δηλαδή, μένει να αποδειχθεί στην πράξη. Το γεγονός ότι αναίρεσε ήδη την αρχική θετική του στάση προς την συμφωνία των Πρεσπών, δείχνει ότι θα συνεχίσει μια πολιτική νηφάλιας ουδετερότητας, όπως αυτή που επέλεξε στην μακρά εκλογική διαδικασία. Κυριακή κοντή γιορτή βέβαια, αλλά η ιστορία δεν είναι συνήθως καθόλου απλόχερη στις ευκαιρίες.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet