Η συνάντηση του  Έλληνα πρωθυπουργού με τον πρόεδρο της Ρωσικής Ομοσπονδίας στο Σότσι την περασμένη Τετάρτη δεν θα αποτελέσει σταθμό στη μακραίωνα ιστορία των σχέσεων Ελλάδας-Ρωσίας.  Το καλό κλίμα εξαντλήθηκε, όπως προέκυψε από την κοινή συνέντευξη Τύπου, σε αβρότητες για τους ιστορικούς δεσμούς ανάμεσα στις δύο χώρες (η Ρωσία «πρώτη αναγνώρισε το ελληνικό κράτος» υπενθύμισε ο Βλαντίμιρ Πούτιν, αναφερόμενος στα 200 χρόνια από την ελληνική επανάσταση), σε διαβεβαιώσεις περί διαλόγου ως απάντηση στις κρίσεις, σε ανακοινώσεις για εμπορικές συμφωνίες. Δεν υπήρξε κάποια συμφωνία η οποία να αναβαθμίζει τις διμερείς διπλωματικές σχέσεις. Παρά τις ερωτήσεις των δημοσιογράφων --και τις αναφορές από τον ίδιο τον Κυριάκο Μητσοτάκη--, ο Βλαντίμιρ Πούτιν ήταν φειδωλός αναφορικά με τα ελληνοτουρκικά, το Αιγαίο, την Ανατολική Μεσόγειο. Η Ρωσία είναι υπέρ του διαλόγου, αρκέστηκε να παρατηρήσει σιβυλλικά.

Σαφέστατος υπήρξε, αντιθέτως, αναφορικά με τη θέση της Μόσχας για το Κυπριακό, και συγκεκριμένα υπέρ της λύσης για διζωνική-δικοινοτική ομοσπονδία στο πλαίσιο των ψηφισμάτων του ΟΗΕ, και απόρριψης της τουρκικής πρότασης για δύο χωριστά κράτη κρατών.  

Όμως, έως εκεί. Στην προσδοκία που κατέθεσε εμμέσως ο κ. Μητσοτάκης ότι η Ρωσία, ως μεγάλη δύναμη με ιδιαίτερο βάρος στην Ανατολική Μεσόγειο, θα μπορούσε να εισακουστεί από την Άγκυρα σε όλο το εύρος εκκρεμοτήτων της με την Αθήνα, ο Βλαντίμιρ Πούτιν μάλλον απάντησε δια στόματος του εξ απορρήτων συμβούλου του και εκπροσώπου του Κρεμλίνου, Ντιμίτρι Πεσκόφ.

Σε ερώτηση που τέθηκε την ίδια μέρα στον κ. Πεσκόφ από εγχώριο μέσο, πώς θα αξιολογούσε τις ελληνορωσικές σχέσεις από το 1 έως το 10, ο προεδρικός σύμβουλος τις τοποθέτησε «κάπου στο 6, επειδή έχουμε ακόμη πολλά να κάνουμε. Να σκεφτούμε το διμερές εμπόριο και την οικονομική συνεργασία. Είναι η καλύτερη ασφάλεια. Θα μας προστατεύσει από τη δίνη της πολιτικής. Η Ελλάδα είναι μέλος του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εμείς έχουμε πολύ σοβαρά προβλήματα με αυτούς τους οργανισμούς». Και πρόσθεσε με νόημα: «Είμαστε έτοιμοι για μια περαιτέρω ανάπτυξη της σχέσης με την Ελλάδα, όταν αυτή είναι έτοιμη να το κάνει. Ο παλιός σας φίλος, η Τουρκία, παρότι μέλος του ΝΑΤΟ, έχει πολύ ανεπτυγμένες σχέσεις, π.χ., στρατιωτικά και σε τεχνικό επίπεδο, με τη χώρα μας. Παρά τη συμμέτοχή τους στο ΝΑΤΟ,  είναι τόσο κυρίαρχοι ώστε να παίρνουν αποφάσεις που εξυπηρετούν τα συμφέροντά τους». Η συνεργασία Ρωσίας-Τουρκίας δεν συνιστά απειλή για την Ελλάδα, «οι S-400 δεν είναι επιθετικό σύστημα, είναι εκατό τοις εκατό αμυντικό». Είμαστε, πρόσθεσε, έτοιμοι να παραδώσει στην Τουρκία και δεύτερη παρτίδα S-400. «Έχουμε συγκεκριμένες συμφωνίες με τους Τούρκους εταίρους μας», είπε, και ο νοών νοήτω.

Είναι τα παραπάνω έμμεση απάντηση στη Συμφωνία Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας Ηνωμένων Πολιτειών-Ελλάδας της 14ης  Οκτωβρίου, και στη δήλωση Μητσοτάκη, ότι  «οι ΗΠΑ ενισχύουν το στρατηγικό τους αποτύπωμα στην Ελλάδα σε μια περίοδο αναπροσαρμογής των διεθνών ενδιαφερόντων τους»;  Θεωρούμε πως ναι. Το επιτρέπει η παράλληλη ανάγνωση της δήλωσης του υπουργού Εξωτερικών Νίκου Δένδια στο «Βήμα», ότι η επιλογή μετατροπής της Αλεξανδρούπολης σε οιονεί στρατιωτική βάση των ΗΠΑ «έχει να κάνει με τη δυνατότητα ταχείας μεταφοράς και στάθμευσης αμερικανικών δυνάμεων στη Βουλγαρία και στη Ρουμανία». Με άλλα λόγια, συμμόρφωση της Ελλάδας στην επιλογή των ΗΠΑ να ασκούν στο εξής ανεμπόδιστα πίεση στο μαλακό υπογάστριο της Ρωσίας. Πίεση στο πλαίσιο της επιλογής τους να δυσχεραίνουν στο διηνεκές την προσέγγιση της Ρωσίας με την Κίνα, με την οποία η Ουάσινγκτον έχει ανοίξει μέτωπο προκειμένου να αναχαιτίσει την προέλασή της στο διεθνές οικονομικό πεδίο και την απειλή η Κίνα να καταστεί, υπερβαίνοντας τις ΗΠΑ,  η πρώτη οικονομία του κόσμου ίσως και πριν το 2030.

Ήταν ένας, ίσως ο σημαντικότερος,  λόγος για τον οποίο οι σχέσεις της Ρωσίας με το ΝΑΤΟ βρέθηκαν στο επίκεντρο της συνέντευξης Πούτιν-Μητσοτάκη, με την ερώτηση στον Ρώσο πρόεδρο εάν η χώρα του σχεδιάζει να επιτεθεί κατά της Ουκρανίας. «Είναι μια προκλητική ερώτηση», απάντησε ο Βλαντίμιρ Πούτιν. «Η Ρωσία ακολουθεί μια φιλειρηνική πολιτική, αλλά δικαιούται να προστατεύει  την ασφάλειά της. Δεν μπορεί να μη μας απασχολεί η προοπτική προσχώρησης της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ. Έχουμε λόγους να πιστεύουμε [σ.σ., το ΝΑΤΟ εγκαθιστά ήδη νέους πυραύλους στη Ρουμανία] ότι η Ουκρανία θα αναπτύξει βάσεις εκεί εάν μπει στο ΝΑΤΟ», είπε. «Βασιζόμαστε ότι οι ανησυχίες μας θα εισακουστούν αυτή τη φορά», είπε, και η προτροπή του αυτή είχε αποδέκτη και την Ελλάδα: «Εμείς δεν επιδιώκουμε σύγκρουση. Πιστεύουμε ότι σε αυτό το πνεύμα η Ελλάδα θα τηρήσει συγκρατημένη στάση…».

Υπαγόρευσε, σε ένα βαθμό, αυτή η έμμεση προτροπή την απάντηση του κ. Μητσοτάκη σε αντίστοιχη ερώτηση; Κατά τη γνώμη μας, ναι. Η Ελλάδα, είπε ο πρωθυπουργός, «δεσμεύεται από τις συλλογικές αποφάσεις», όμως αυτό δεν σημαίνει ότι δεν επιδιώκει καλές σχέσεις με τη Ρωσία. «Η Ρωσία αποτελεί μέρος της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφάλειας. Η Ελλάδα ως μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ προσεγγίζει με πολλή προσοχή αυτές τις σχέσεις. Δεν έκρυψα την ανησυχία μου για την αναζωπύρωση των εντάσεων στην Ουκρανία…».

Ασκήσεις ισορροπίας από τον επικεφαλής μιας κυβέρνησης η οποία οδηγεί τη χώρα να επιστρέψει πειθήνια στο ρόλο του «προκεχωρημένου φυλακίου της Δύσης», σε έναν κόσμο αμετάκλητα πολυπολικό, με τις ΗΠΑ να μην έχουν πλέον την θέση ισχύος άλλων εποχών; Είμαστε βέβαιοι πως, ναι.  Απλώς αμφιβάλλουμε αν πραγματικά διαθέτει τη βούληση και το πολιτικό σθένος να ασκήσει πολιτική ισορροπιών ανάλογη με εκείνη την οποία ασκεί, ο κατά τον κ. Πεσκόφ «παλιός σας φίλος, η Τουρκία, παρότι μέλος του ΝΑΤΟ»…

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet