Η αύξηση των γυναικοκτονιών του τελευταίου έτους, σε συνδυασμό με την αύξηση των καταγγελιών για μία σειρά εγκλημάτων κατά της σωματικής ακεραιότητας και της σεξουαλικής ελευθερίας –άσκηση ενδοοικογενειακής και συντροφικής βίας, σεξουαλικές επιθέσεις, παρενοχλήσεις σε χώρους εργασίας, κυκλώματα εμπορίας ανηλίκων– έχουν ανοίξει με τρόπο καθολικό στην ελληνική κοινωνία το ζήτημα της έμφυλης ανισότητας και της ευαλωτότητας των γυναικών και ΛΟΑΤΚΙ ατόμων στην καθημερινότητά μας, αλλά και στο σύνολο των επαγγελματικών και κοινωνικών μας σχέσεων.

Η υπεράσπιση και προστασία των θυμάτων έμφυλης και σεξουαλικής βίας και η διεκδίκηση της τιμωρίας των δραστών απαιτεί, μεταξύ άλλων, τη διεκδίκηση χώρου και ορατότητας στον δημόσιο λόγο, ο οποίος συχνά είναι εμποτισμένος με έμφυλα στερεότυπα και προκαταλήψεις: μια διάχυτη διάθεση μομφών και κατηγοριών προς τα θύματα αναφύεται σε κάθε μία περίπτωση έμφυλης κακοποίησης, ακόμα και γυναικοκτονίας. Ξαφνικά, για τα θύματα έμφυλων εγκλημάτων αναπτύσσεται μία σειρά επιχειρημάτων που προσπαθούν να αποδομήσουν τις μαρτυρίες τους, να ενοχοποιήσουν τη ζωή και τις επιλογές τους και εν τέλει να απαξιώσουν τον λόγο τους ως υπερβολικό, συναισθηματικό, ή απλά ως ψευδή. Είναι χαρακτηριστικό πως ενώ πολλά από τα εγκλήματα του κοινού ποινικού δικαίου τελούνται ενώπιον δύο προσώπων και άρα χωρίς μάρτυρες (εξύβριση, εκβίαση, κλοπή κλπ), τα έμφυλα εγκλήματα συνιστούν τις μόνες περιπτώσεις που ακούγεται μονίμως το επιχείρημα περί ψευδών καταγγελιών, συχνά ακόμα και από τους ίδιους τους επαγγελματίες που οφείλουν να δέχονται τις καταγγελίες και να υποστηρίζουν τα θύματα. Αυτό από μόνο του ενσωματώνει μία έμφυλη διάκριση, ενώ δεν υποστηρίζεται από επιστημονικά και ερευνητικά δεδομένα.

 

Είναι ήδη πολύ αργά

 

 

Αυτές τις μέρες ιδίως, που ζούμε την οργή και τη θλίψη για άλλες δυο γυναίκες που στερήθηκαν τη ζωή τους από το χέρι του συντρόφου τους, στον χώρο που όφειλε να είναι ασφαλής –το σπίτι τους– είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε τις βαθιά εμπεδωμένες συντηρητικές κοινωνικές αντιλήψεις που οπλίζουν τον εκάστοτε δράστη. Είναι ήδη πολύ αργά: η πολιτεία οφείλει να κινητοποιηθεί χωρίς άλλη καθυστέρηση. Οι γυναικοκτονίες –οι δολοφονίες γυναικών λόγω του φύλου τους– έχουν αποκτήσει διαστάσεις κοινωνικής χιονοστιβάδας το τελευταίο χρονικό διάστημα. Έως και πρόσφατα, οι περισσότερες παρουσιάζονταν σταθερά σαν «εγκλήματα πάθους», «οικογενειακές τραγωδίες», αποτέλεσμα «υπερβολικού έρωτα και ζήλιας» ή ακόμα και αποτέλεσμα μιας ιδιαίτερης ψυχοπαθολογίας του δράστη και επουδενί συμπτώματα μιας σεξιστικής, πατριαρχικής αντίληψης και συμπεριφοράς που αναπαράγεται από την ελληνική κοινωνία.

Δυστυχώς, και ενώ έχουμε φτάσει σε ιλιγγιώδεις αριθμούς κακοποιήσεων και γυναικοκτονιών, η απάντηση των αρμόδιων φορέων είναι ότι δεν έχουμε φτάσει στα επίπεδα της Λατινικής Αμερικής (δηλώσεις κ. Συρεγγέλα), ότι οι κακοποιητές σύζυγοι μπορούν να είναι καλοί πατεράδες (δηλώσεις στη Βουλή του κ. Λοβέρδου), ότι τα θύματα της έμφυλης βίας μπορούν να προστατευθούν από τον κακοποιητή τους μετά από τρία χρόνια –εφόσον καταφέρουν να έχουν οριστική απόφαση– όπως προβλέπει το νέο Οικογενειακό Δίκαιο και ότι δεν υπάρχει λόγος για υιοθέτηση του όρου γυναικοκτονία στον πρόσφατα τροποποιημένο Ποινικό Κώδικα (δηλώσεις κ. Τσιάρα).

 

Κάτι μπορεί να αλλάζει

 

Φαίνεται ωστόσο, σε επίπεδο τουλάχιστον λόγου, κάτι να αλλάζει: η πρόσφατη εγκύκλιος του εισαγγελέα του ΑΠ και οι δηλώσεις του προέδρου της Ένωσης Ποινικολόγων για τη γυναικοκτονία, η τοποθέτηση της συνήθως απούσας από κοινωνικά ζητήματα Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων για την έξαρση της έμφυλης βίας, καθώς και η χρήση του όρου «γυναικοκτονία» από αρκετά πλέον ΜΜΕ και δίκτυα κοινωνικής δικτύωσης, συνιστούν θετική εξέλιξη, ιδίως αν αναλογιστούμε τον χλευασμό και την επίθεση που δεχόταν έως σήμερα όποια/ος έθετε τα ζητήματα αυτά.

 

Μία τέτοια εξέλιξη, όμως, δεν θα επιφέρει την προστασία των θυμάτων, ούτε την πρόληψη των έμφυλων εγκλημάτων. Η θεσμική θωράκιση ενάντια στην έμφυλη βία απαιτεί εκ μέρους της πολιτείας συγκεκριμένες πρωτοβουλίες: αφενός χρειάζονται δημόσιες, δωρεάν δομές υποστήριξης και ξενώνες σε όλους τους δήμους, δωρεάν νομική και ψυχοκοινωνική υποστήριξη, επαρκείς ιατροδικαστικές υπηρεσίες, εκπαίδευση στις αστυνομικές και εισαγγελικές αρχές που είναι οι επαγγελματίες «πρώτης γραμμής» και σε άμεση επαφή με τα θύματα, σεξουαλική διαπαιδαγώγηση και εκπαίδευση στις έννοιες της συναίνεσης, της συμπερίληψης και της έμφυλης ισότητας.

Αφετέρου, πρέπει να προβούμε σε αλλαγές στον Ποινικό Κώδικα και να ονομάσουμε το φαινόμενο ως είναι. Οι γυναικοκτονίες δεν συνιστούν οικογενειακά δράματα ή οικογενειακή υπόθεση, δεν έχουν καμία σχέση με υπερβολική αγάπη: συνιστούν την πιο ακραία μορφή έμφυλης και σεξιστικής βίας, με κίνητρο την άσκηση ελέγχου στα σώματα και τις επιλογές μας. Στηρίζονται σε αντιλήψεις που προέρχονται από το σκοτάδι της έμφυλης καταπίεσης και σε έμφυλα στερεότυπα, σύμφωνα με τα οποία οι γυναίκες υπόκεινται στην ανδρική εξουσία και σωφρονίζονται μέσω της έμφυλης βίας, ώστε να υιοθετούν συγκεκριμένα πρότυπα συμπεριφοράς. Η γυναικοκτονία ως έννοια, άλλωστε, αναγνωρίζεται από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Ισότητας, τη EUROSTAT και το Γραφείο για τα Ναρκωτικά και το Έγκλημα των Ηνωμένων Εθνών.

 

Ένταξη στον ποινικό κώδικα

 

Οφείλει, λοιπόν, η πολιτεία να εντάξει την έννοια της γυναικοκτονίας στον Ποινικό Κώδικα, με ταυτόχρονες αλλαγές των ποινικών διατάξεων, ώστε να ορίζεται αυτή είτε ως επιβαρυντική περίσταση, είτε ως ρατσιστικό έγκλημα, το θύμα του οποίου επιλέχθηκε λόγω του φύλου του και της σχέσης του με τον δράστη, στο οποίο μάλιστα αποκλείεται ρητά ο βρασμός ψυχικής ορμής. Επιπλέον είναι αναγκαία η συγκρότηση ξεχωριστού κεφαλαίου για τα έμφυλα εγκλήματα στον Ποινικό Κώδικα, όπου θα καταγράφονται όλες οι μορφές τους, όπως και η κακοποίηση μέσω εικόνας (γνωστή ως «εκδικητική πορνογραφία»), η οποία αυτή τη στιγμή δεν αναγνωρίζεται, παρόλο που αφορά χιλιάδες θύματα και μάλιστα εξαιρετικά νεαρής ηλικίας. Τέλος, απαιτείται αναμόρφωση του Οικογενειακού Δικαίου με τρόπο που να σέβεται τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, καθώς και άμεση οριστική αφαίρεση της γονικής μέριμνας σε κάθε γυναικοκτόνο. Είναι αναγκαίο να πιέσουμε την πολιτεία για τη συγκρότηση δικτύων προστασίας των θυμάτων έμφυλων εγκλημάτων και για την κατοχύρωση έμφυλης ισότητας.

Ιωάννα Στεντούμη Η Ιωάννα Στεντούμη είναι δικηγόρος, με ΠΜΣ στο Ποινικό Δίκαιο και την Εγκληματολογία και εξειδίκευση στα ζητήματα έμφυλης βίας Περισσότερα Άρθρα
Πρόσφατα άρθρα ( Κοινωνία )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet