Είναι στερεότυπη η αντίληψη ανάμεσα σε πολλούς ανθρώπους, ότι οι εγκληματίες είναι διαφορετικοί άνθρωποι από τους άλλους, που δεν εγκληματούν. Δηλαδή υποστηρίζεται ότι αυτοί που παραβιάζουν το νόμο και ειδικότερα αυτοί που διαπράττουν βίαια, ειδεχθή εγκλήματα και όσοι πιο μόνιμα μπλέκουν με την παρανομία είναι διαφορετικοί άνθρωποι από τους άλλους. Αυτό συμβαίνει είτε επειδή έχουν ορμέφυτες, όπως υποστηρίζεται, τάσεις για να διαπράττουν εγκλήματα και μάλιστα βίας, είτε επειδή έχουν μεγαλώσει σε ένα περιβάλλον που τους δίδαξε το έγκλημα και το έχουν εμπεδώσει σε τέτοιο βαθμό, που δεν μπορούν να ξεφύγουν από αυτό. Επομένως, αν δεν υπάρξουν πολύ συγκεκριμένες «θεραπείες», αυτοί οι άνθρωποι –συνεχίζει το αφήγημα αυτό– θα συνεχίσουν ως καθ’ έξιν ή κατ’ επάγγελμα εγκληματίες να παραβιάζουν το νόμο.

Αυτές οι απόψεις που ανάγονται στην αρχαιολογία της εγκληματολογικής θεωρίας –και παρόλα αυτά αναβιώνουν και επιβιώνουν σήμερα με διάφορα τεχνάσματα και ευκαιρίες– έχουν απαντηθεί από την ίδια την εγκληματολογική έρευνα: το ενδεχόμενο να παραβιάσει κάποιος το νόμο, δεν συνδέεται με κάποιες ορμέφυτες τάσεις αλλά με άλλους παράγοντες κοινωνικούς, οικονομικούς, πολιτισμικούς και με «προβλήματα» που λύνονται –κατά την άποψη του δράστη– μέσα από την παραβίαση του νόμου. Τα πορίσματα της εγκληματολογικής έρευνας έδειξαν επίσης ότι το έγκλημα δεν αποτελεί ίδιον συγκεκριμένων τάξεων, όπως πίστευαν αρχικά οι εγκληματολόγοι, αλλά είναι διαταξικό φαινόμενο και ότι συχνά αποτελεί και έναν τρόπο διατήρησης του κύρους κάποιου σε ένα κοινωνικό περίγυρο (κλασσικό παράδειγμα είναι η βεντέτα και τα λεγόμενα εγκλήματα τιμής)· άλλοτε αποτελεί έναν ευρηματικό τρόπο κοινωνικής ανέλιξης, όπως το μεγάλο εμπόριο ναρκωτικών ή λαθρεμπόριο γενικά, άλλοτε αποτελεί πρώιμη έκφραση κοινωνικής εξέγερσης ή και συστηματική εκδήλωση μιας ένοπλης δράσης με πολιτικά κίνητρα. Όλα αυτά είναι γνωστά αν και ακόμα και η αριστερά συνολικά μόνον κατ’ εξαίρεση ασχολήθηκε με τα αίτια του εγκλήματος, πέρα από απλοϊκές θέσεις τύπου «ο καπιταλισμός και η εξουσία παράγουν του έγκλημα». Αυτή όμως η άποψη που έχει κυριαρχήσει και επιτείνει την πεποίθηση οι εγκληματίες «έχουν στο DNA τους το έγκλημα» είναι η άποψη ότι οι εγκληματίες και οι μη εγκληματίες είναι δυο κόσμοι χωριστοί αξιακά, κοινωνικά, πολιτισμικά.

 

Ένοπλη δράση και εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου

 

Έτσι παραδοσιακά εθεωρείτο και από την αριστερά γενικώς ότι η ένοπλη πολιτική δράση ιδίως η αντίσταση σε έναν στρατό κατοχής είχε ευγενή κίνητρα (όπως χαρακτηριστικά και ορθά υποστηριζόταν) και ιδίως ότι οι εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου δεν είχαν και δεν μπορούσαν να έχουν σχέση με τους επαναστάτες, τους αντιστασιακούς και τους εξεγερμένους κάθε είδους. Η μόνη εξαίρεση που μπορούσε να είναι δεκτή ήταν η «αναμόρφωση» και ο «εξαγνισμός των εγκληματιών» μέσω της «μύησης» στα κομμουνιστικά ιδεώδη και πιο πρόσφατα μέσω της γενικότερης πολιτικοποίησης και ένταξής τους σε επαναστατικά κινήματα, ένοπλες ομάδες παράνομης πολιτικής δράσης, στο αντάρτικο πόλης κλπ. Η ιστορία των δύο τελευταίων αιώνων στη Δύση είναι γεμάτη από παραδείγματα επαναστατών, που χαρακτηρίζονταν εγκληματίες,  ενώ πιο πρόσφατα από παραδείγματα πολιτικών ακτιβιστών που χρησιμοποιούσαν/ούν βία και ένοπλη βία αλλά και ανθρώπων που «πηγαινοέρχονται» ανάμεσα στη νομιμότητα και την παρανομία είτε για να συνδράμουν έναν ιερό κατ’ αυτούς σκοπό, είτε για να επιβιώσουν.

Αυτές οι προσεγγίσεις εξάλλου δεν απέχουν πολύ από εκείνες της ίδιας ιστορικής περιόδου πάνω – κάτω, που ταυτίζουν τους φτωχούς με τους επικίνδυνους και άρα με τους εν δυνάμει εγκληματίες, παρακάμπτοντας το γεγονός της ακραίας φτώχειας στην οποία ζούσε το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού, ιδίως μετά την εξάπλωση της βιομηχανικής επανάστασης, και παραγνωρίζονας, ότι ένα μέρος εκείνων που ονομάζονταν συμμορίες και τότε και σήμερα, είναι το πλεονάζον δυναμικό μιας κοινωνίας σε μετασχηματισμό.

 

Μέσα από τους μύθους για το έγκλημα

 

Ο υπόκοσμος λοιπόν, όπως πολλοί ακόμα και σήμερα αποκαλούν εκείνες τις ομάδες που έχουν την παραβίαση του νόμου ως τρόπο ζωής και έχουν εσωτερικούς κανόνες συμπεριφοράς, δεν ήταν και δεν είναι τίποτα άλλο, από ομαδώσεις που –για να είναι σαφές– έχουν τις ίδιες επιδιώξεις με τον υπόλοιπο κόσμο, αυτόν που δεν εγκληματεί και, αντίθετα με τον υπόλοιπο κόσμο, έχουν εφεύρει τρόπους να ζουν «καλά» ή να επιβιώνουν,  όπου δεν είναι κοινωνικά ή νομικά επιθυμητοί. Μια ανάλυση για τον υπόκοσμο φτάνει ως την Ευρώπη των αρχών της βιομηχανικής επανάστασης, όταν ο όρος κάτω κόσμος –υπόκοσμος– αρχικά «έδειχνε» τις κάτω γειτονιές των εξαθλιωμένων στα μεγάλα τότε αστικά κέντρα για να ταυτιστεί αργότερα ο όρος με την αμερικανική φιλολογία για το έγκλημα ως μια διακριτή, ιδιαίτερη και μη κανονική συμπεριφορά έξω από την αμερικανική κοινωνία, που οφειλόταν στους μετανάστες, ιδίως τους Ιταλούς. Η δύναμη που απόκτησε ο όρος τον διατηρεί ζωντανό έως σήμερα μέσα από τα λαϊκά αναγνώσματα και τους μύθους για το έγκλημα.

Υπάρχει μάλιστα και μια ανάγνωση του ελληνικού υποκόσμου α-χρονική και ανιστορική, που ταυτίζει τη φτωχολογιά των αστικών κέντρων και συνολικά, τις κοινωνικές πρακτικές και πολιτισμικές αξίες ιδίως των φτωχών της προπολεμικής περιόδου, με το έγκλημα και τον λεγόμενο εγκληματικό υπόκοσμο. Αυτή η λαϊκή φιλολογία, φαίνεται ότι διατηρείται σήμερα, αλλά αγνοεί και την Εγκληματολογία και την Ιστορία και Ιστοριογραφία διεθνώς. Εξακολουθεί όμως να εκπλήσσεται και παρόλα αυτά να εξηγεί με απλοϊκούς τρόπους, τη βία και την ακραία βία που ασκούσαν κάποιοι παράνομοι, επαναστάτες, ληστές του βουνού και της πόλης, ληστοτρόφοι, κλέφτες και ζωοκλέφτες. Αυτή η «φιλολογία» σπεύδει να αποδώσει την ακραία βία σε ορμέφυτες τάσεις που δεν είναι δυνατόν να χαλιναγωγηθούν, στη «ζύμωση με τον υπόκοσμο», αγνοώντας επιδεικτικά την κοινωνική πραγματικότητα και τις ιστορικές συγκυρίες που είχαν απαξιώσει την ανθρώπινη ζωή και την αξιοπρέπεια των ανθρώπων·  αγνοώντας π.χ. τη βία και τις συνέπειες  των παγκοσμίων πολέμων, της Μικρασιατικής καταστροφής και των μαζικών διώξεων πληθυσμών, έως τα θεσμοποιημένα βασανιστήρια σε βάρος όχι μόνον πολιτικών αλλά και κρατουμένων για κοινά εγκλήματα, την νόμιμη πρακτική αποκεφαλισμού των επικηρυγμένων ληστών και επικίνδυνων εγκληματιών, τη βία ως μέσον διαπαιδαγώγησης των νέων κλπ. Και είναι παράδοξο, η ευκολία με την οποία αποδίδονται χαρακτηρισμοί σε ιστορικά και μη πρόσωπα μιας εποχής, που δεν είναι προφανώς κατανοητή. Το πιο παράδοξο είναι ότι διατηρούνται και αναπαράγονται από κατά τεκμήριο προοδευτικά μέσα ενημέρωσης, και θέλω να πιστεύω καλόπιστα, συσχετίσεις της πολιτικής βίας με ορμέφυτες τάσεις ανθρώπων, αγνοώντας αυτά που προανέφερα και άλλα πολλά και κυρίως, κρίνοντας το παρελθόν με τα μάτια του παρόντος. 

 

Η βία μαθαίνεται

 

Και όμως με λίγη σοβαρότητα στην έρευνα μπορεί να γίνει σαφές, ότι ο «υπόκοσμος» ως όρος είναι ένα εφεύρημα της λαϊκής φαντασίας στην Ευρώπη, που διατηρήθηκε, καθώς δημιουργούσε σύγχυση αλλά και ασυλίες για το οργανωμένο έγκλημα των μεγάλων αστικών κέντρων –που δεν είχαμε στην Ελλάδα– ότι το έγκλημα είναι διαταξικό φαινόμενο και ότι η πολιτική, η βία αλλά και η κοινή παρανομία αρκετές φορές στην ιστορία βρέθηκαν στην «ίδια πλευρά του δρόμου». Κυρίως όμως με μια καλή επισκόπηση βιβλιογραφίας μπορεί να γίνει σαφές και σε λαϊκά αναγνώσματα ότι η βία μαθαίνεται. Διαφορετικά για αυτή τη βία δεν είναι υπόλογος κανείς αλλά μόνον ο Θεός (!).  Και όπως έλεγε και ο Ηλίας Πετρόπουλος (κρατώ τη ορθογραφία του): «Η ελληνική λέξη υπόκοσμος (υπό+κόσμος) αποδίδει θαυμάσια την έννοια του κοινωνικού υπογείου. Δυστυχώς η επικρατούσα ιδεολογία έδοσε στην λέξη υπόκοσμος μιαν υποτιμητική χροιά».

Σοφία Βιδάλη Η Σοφία Βιδάλη είναι καθηγήτρια εγκληματολογίας και αντεγκληματικής πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Περισσότερα Άρθρα
Πρόσφατα άρθρα ( Κοινωνία )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet