Η εβδομάδα αυτή, παρότι την κάθε μέρα της δεκάδες θάνατοι ανθρώπων ανακοινώθηκαν –την Τρίτη κατά πολύ πάνω από 100 (130)– με αποτέλεσμα την Πέμπτη οι συνολικοί θάνατοι συμπολιτών μας με Covid-19 από την έναρξη της πανδημίας να έχουν φτάσει τους 19.651, για πολλούς χαρακτηρίστηκε από τη δημοσιοποίηση μελέτης που διεξήγαγαν οι επιστήμονες καθηγητές Σωτήρης Τσιόδρας και Θεόδωρος Λύτρας, με τίτλο «Συνολικό φορτίο ασθενών, περιφερειακές ανισότητες και ενδονοσοκομειακή θνητότητα διασωληνωμένων ασθενών Covid-19».

Η μελέτη αφορά την περίοδο του δεύτερου και τρίτου κύματος της πανδημίας στη χώρα μας, από τη 1 Σεπτεμβρίου 2020 μέχρι και τις 6 Μαΐου 2021, χρησιμοποίησε στοιχεία του ΕΟΔΥ, τα οποία –ειρήσθω εν παρόδω– δεν είχαν δημοσιοποιηθεί, ώστε δεν ήταν στη διάθεση όλης της επιστημονικής κοινότητας, και διαπιστώνει ότι όσοι περισσότεροι είναι οι διασωληνωμένοι στο ΕΣΥ, τόσο αυξάνεται κλιμακωτά η πιθανότητα θανάτου ανά ημέρα νοσηλείας. Ακούγεται αυτονόητο, προκύπτει από την εμπειρία, μικρή ή μεγαλύτερη του καθενός μας, αλλά δεν ήταν το ίδιο αυτονόητο για τον πρωθυπουργό και την κυβέρνηση, ο οποίος μόλις μερικές μέρες πριν αρνήθηκε αυστηρά το συμπέρασμα λόγω έλλειψης επιστημονικών δεδομένων που να το αποδεικνύουν. Ωστόσο, ο κ. Λύτρας τόνισε ότι «ως οφείλαμε ως λειτουργοί της δημόσιας υγείας γνωστοποιήσαμε τη μελέτη άμεσα και επανειλημμένα σε όλους όσοι λαμβάνουν αποφάσεις στο ανώτατο επίπεδο».

Αυτό που δεν ήταν αυτονόητο είναι ότι η μελέτη δεν καταχωνιάστηκε στις πίσω σελίδες από αρκετά ΜΜΕ, οπότε αποτέλεσε αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης, αφού οι λόγοι που αφήνουν ακόμα και σήμερα το ΕΣΥ πολλαπλά αποδυναμωμένο και τους πολίτες με αυξανόμενες πιθανότητες θανάτου από Covid-19, αφορούν πολιτικές επιλογές που υπηρετούν ιδεολογικές θέσεις.

 

 

Η εν λόγω μελέτη καταλήγει, επιπλέον, πως θα μπορούσε να είχε σωθεί η ζωή 1535 ανθρώπων, στο υπό μελέτη διάστημα, εάν το σύστημα Υγείας λειτουργούσε σε συνθήκες χαμηλότερης πίεσης, αν νοσηλεύονταν σε νοσοκομεία της Αττικής –η διασωλήνωση σε νοσοκομείο εκτός Αττικής σχετίζεται με αύξηση θνητότητας 35% έως 40%– και βεβαίως εντός ΜΕΘ. Σχετικά με τη νοσηλεία ασθενών εκτός ΜΕΘ, οι επιστήμονες διαπίστωσαν πως αυτή σχετιζόταν με 87% αυξημένη θνητότητα. Ενώ προκύπτει επίσης ότι πάνω από 6 στους 10 ασθενείς πέθαναν χωρίς να διασωληνωθούν.

Ακόμα μία μελέτη, βρετανική αυτή τη φορά, ήρθε στη δημοσιότητα αυτές τις μέρες, σύμφωνα με την οποία τουλάχιστον δύο στους τρεις ασθενείς με μακρά Covid-19 συνεχίζουν να εμφανίζουν ένα ή περισσότερα συμπτώματα 12 μήνες μετά το εξιτήριο τους από το νοσοκομείο. Τα μακροχρόνια συμπτώματα μετά από τη λοίμωξη έχουν επιβεβαιωθεί από πολλές έρευνες, ωστόσο η νέα μελέτη καταλήγει πως στην πραγματικότητα οι περισσότεροι από όσους έχουν μακροχρόνια συμπτώματα μετά τη νοσηλεία τους, εμφανίζουν σχετικά μικρή βελτίωση και η κατάσταση τους είναι σε μεγάλο βαθμό ίδια μετά από ένα χρόνο με αυτή που ήταν επτά μήνες νωρίτερα, δηλαδή πέντε μήνες μετά το εξιτήριο. Πρόκειται για τη μελέτη Phos-Covid, με επικεφαλής τον καθηγητή ιατρικής Κρις Μπράιτλινγκ του Πανεπιστημίου του Λέστερ, η οποία δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί σε επιστημονικό περιοδικό, σύμφωνα με τον «Γκάρντιαν», και η οποία κατέταξε τα άτομα με μακρόχρονα συμπτώματα Covid-19 σε τέσσερις κατηγορίες ανάλογα με τον αριθμό και τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων τους και βρήκε ότι εκείνοι στην ομάδα των ήπιων συμπτωμάτων ανέφεραν κατά μέσο όρο τέσσερα συμπτώματα, ενώ εκείνοι στην κατηγορία των πολύ σοβαρών συμπτωμάτων πάνω από είκοσι. Ενώ συμπεραίνει ότι οι γυναίκες, οι παχύσαρκοι ασθενείς, όσοι είχαν κινητικές δυσκολίες και εκείνοι με αυξημένα επίπεδα συγκεκριμένων πρωτεϊνών δεικτών φλεγμονής στο αίμα τους είχαν συνήθως πιο σοβαρά συμπτώματα.

 

ECDC: ανάγκη «ισχυρής και επείγουσας» δράσης

 

Την ίδια στιγμή, το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων (ECDC) προειδοποιεί ότι έχουμε εισέλθει σε ιδιαίτερα δύσκολο χειμώνα με πιθανή αύξηση νοσηλειών και θανάτων στην Ευρώπη, λόγω και της μετάλλαξης Όμικρον που κατά πάσα πιθανότητα θα κυριαρχήσει στον ευρωπαϊκό χώρο στις αρχές του 2022 βάσει των μαθηματικών μοντέλων, εκτοπίζοντας την έως τώρα κυρίαρχη παραλλαγή Δέλτα. Σύμφωνα με το ECDC, τα δεδομένα είναι επί του παρόντος πολύ περιορισμένα για να αξιολογηθεί πόσο σοβαρά συμπτώματα προκαλεί η Όμικρον, ωστόσο η αυξημένη μεταδοτικότητα και η επακόλουθη εκθετική αύξηση των κρουσμάτων θεωρείται πολύ πιθανό να προκαλέσουν πρόσθετες νοσηλείες και θανάτους, επιπλέον αυτών που αναμένονταν ήδη σε προηγούμενες προβλέψεις οι οποίες λάμβαναν υπόψη μόνο τη μετάλλαξη Δέλτα.

Το ECDC, μάλιστα, τονίζει την ανάγκη «ισχυρής και επείγουσας» δράσης, επισημαίνοντας ότι τα χρονικά περιθώρια είναι στενά και δεν αρκεί μόνο ο εμβολιασμός –βάσει των διαθέσιμων στοιχείων, για σοβαρά περιστατικά που σχετίζονται τόσο με τη Δέλτα, όσο και πιθανώς με την Όμικρον, οι αναμνηστικές δόσεις αυξάνουν την προστασία, λέει το ECDC– για να περιοριστεί η άνοδος της Όμικρον, αλλά χρειάζονται μέτρα όπως η μείωση των επαφών, η αποφυγή μεγάλων δημόσιων ή ιδιωτικών συγκεντρώσεων, η χρήση μάσκας, η τηλεργασία, το εκτεταμένο testing και η ιχνηλάτηση των επαφών των κρουσμάτων. Όπως προειδοποιεί το ECDC, χωρίς μείωση των επαφών και ενίσχυση των εμβολιασμών με τρίτη δόση, τα επίπεδα μετάδοσης θα μπορούσαν να επιβαρύνουν έντονα τα υγειονομικά συστήματα της Ευρώπης.

Στο ίδιο μήκος κύματος και η Επίτροπος Υγείας και Ασφάλειας Τροφίμων Στέλλα Κυριακίδου, η οποία υπογράμμισε ότι «οι επόμενοι μήνες θα είναι δύσκολοι. Η Όμικρον είναι πιθανό να έρθει σε μεγάλο κύμα, φέρνοντας νέα πίεση στα συστήματα υγειονομικής περίθαλψης.

 

Αισθάνεται την ανάγκη να ανασκευάσει ο πρωθυπουργός;

 

Επιπλέον, ο έλληνας γιατρός και ερευνητής στη Νέα Υόρκη, Γιώργος Παύλακης έκρουσε, για άλλη μια φορά, τον κώδωνα του κινδύνου σε ό,τι αφορά τη διασπορά του κορονοϊού και ζήτησε αυστηρούς περιορισμούς, μιλώντας στο κανάλι του Σκάι. «Αυτή τη στιγμή θα ήταν σοφό και πολύ καλό να κλείσουν, για παράδειγμα, τα σχολεία, να μπουν ορισμένοι περιορισμοί. Κάθε πράγμα που γίνεται τώρα, θα γλιτώσει δεκαπλάσια ή εκατονταπλάσια κρούσματα τον Ιανουάριο» τόνισε χαρακτηριστικά. Εκτίμησε μάλιστα πως αν κλείσουν τα σχολεία θα κοπούν 1.500 με 2.000 κρούσματα την ημέρα και γι’ αυτό «κάποιος πρέπει να το δει πιο σοβαρά τώρα, με τη γνώση που έχουμε ότι η Όμικρον δεν σταματά με τίποτα». Παράλληλα τόνισε ότι δεν πρέπει να στέλνονται μηνύματα στην κοινωνία ότι «όλα είναι μια χαρά», «θα πάμε όλοι μαζί να ψωνίσουμε και μετά στα ρεβεγιόν και στα χιονοδρομικά να κολλήσουμε».

Οι δηλώσεις του έλληνα καθηγητή αποτέλεσαν αφορμή για αντιπαράθεση στη Βουλή την Πέμπτη κατά τη συζήτηση για τον προϋπολογισμό, όταν ο βουλευτής Επικρατείας του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Πάνος Σκουρλέτης απευθυνόμενος στον υπουργό Ανάπτυξης και Επενδύσεων σημείωσε αναφερόμενος στη μελέτη Τσιόδρα-Λύτρα και την προκαταβολική άρνηση των συμπερασμάτων που τελικά αποδεικνύει από τον πρωθυπουργό στη Βουλή προ ημερών: «Ο πρωθυπουργός ο οποίος είχε κάνει την επαίσχυντη δήλωση ότι δεν έχει καμία σημασία αν κάποιος νοσηλεύεται εντός ή εκτός ΜΕΘ, αισθάνεται την ανάγκη να έρθει να ανασκευάσει, να απαντήσει κάτι σήμερα; Θα έρθει αύριο; Ή θα περιμένει το Σάββατο την ώρα του πρωθυπουργού να απαντήσει; Ακούμε σήμερα από έγκριτους επιστήμονες, ο κ. Παυλάκης πριν από λίγο έλεγε, ότι χρειάζονται κατεπειγόντως μέτρα. Αυτά σας απασχολούν, υπάρχει κάποιο έκτακτο σχέδιο;» Για να πάρει την «απάντηση» από τον Άδωνη Γεωργιάδη: «Τη μελέτη Τσιόδρα-Λύτρα και εγώ σήμερα τη διαβάζω και λόγω της προηγούμενης μου θητείας στο υπουργείο Υγείας οφείλω να ομολογήσω ότι δεν με εκπλήσσουν τα αποτελέσματά της. […] Οφείλω να σας πω ότι αν πραγματικά μας προκαλέσετε, θα βρούμε σίγουρα αρκετές μελέτες με τα ίδια συμπεράσματα, επί ΣΥΡΙΖΑ».

Υπάρχει κανείς που «εκπλήσσεται» εκεί στο κυβερνητικό επιτελείο ή όλα πάνε σύμφωνα με το σχέδιο;

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet